Διάγραμμα:
1. Εισαγωγή
2. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ δικαστή και διαδίκων στη διεύθυνση της δίκης
3. Το σχέδιο Πολιτικής Δικονομίας των Ιταλών δικαστών και οι παρατηρήσεις των Ιταλών πανεπιστημιακών
4. Τα προτεινόμενα θεσμικά και οργανωτικά μέτρα
5. Η νέα μεταρρύθμιση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (L 18-6-2009, n. 69)
6. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης
1. Το Σπουδαστήριο Πολιτικής Δικονομίας (Ιπποκράτους αρ. 33, 3ος όροφος), διαθέτει δυο Ιταλικά δικονομικά περιοδικά: Rivista di diritto processuale (Riv. dir. proc.)[1] και Rivista trimestrale di diritto e procedura civile (Riv. trim. dir. proc. civ.)[2]. Έχουν το μέγεθος περίπου της «Δίκης» με μικρή γραμματοσειρά, ελάχιστες δικαστικές αποφάσεις (σχεδόν όλες σχολιασμένες) και πολλές συγκριτικές μελέτες. Βέβαια δεν εντυπωσιάζουν τον εφαρμοστή του δικαίου. Τα περιοδικά αυτά, με την παρότρυνση των καθηγητών μου της Νομικής Σχολής Αθηνών, αποτέλεσαν το έναυσμα και για αναζητήσεις σε άλλα Ιταλικά περιοδικά και βιβλία αστικού δικονομικού δικαίου. Σκοπός μου είναι να προχωρήσω στην συγκριτική έρευνα της αποτελεσματικότητας της Ιταλικής δικαιοσύνης και σε κάποια απόπειρα εντοπισμού των τεράστιων ομοιοτήτων με τη χώρα μας. Δεν θα περιοριστώ τόσο σε δικονομικές ρυθμίσεις (άλλωστε είναι ανώφελο, καθόσον κάθε χρόνο παρουσιάζεται και ένα νέο νομοσχέδιο από τον εκάστοτε Υπουργό Δικαιοσύνης) αλλά θα επεκταθώ ιδίως σε άλλα θεσμικά και οργανωτικά μέτρα καθώς και σε μερικές επισημάνσεις όσον αφορά το σύστημα αυτοδιοίκησης της δικαιοσύνης. Δικαστές και νομοθέτες ασχολούνται με το αλλοδαπό δίκαιο, γιατί έχουν την πεποίθηση ότι θα έχει πρακτική εφαρμογή γι’ αυτούς και ότι μπορεί να τους υποδείξει την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν για την άρση των αδιεξόδων[3].
2. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η πολιτική δίκη στην Ιταλία υπήρξε πεδίο πολλαπλών επεμβάσεων του νομοθέτη με σκοπό την ταχεία επίλυση των διαφορών, με συνέπεια να έχει τροποποιηθεί κατά ένα μεγάλο μέρος ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας του έτους 1940[4]. Ωστόσο η Ιταλία εξακολουθεί να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις των διεθνών στατιστικών δεδομένων όσον αφορά τη μέση χρονική διάρκεια της αστικής δίκης[5].
Η θεωρητική ανάλυση και η διεθνής εμπειρία υποδεικνύουν ότι η ορθότητα και η ταχύτητα στην απονομή του δικαίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ δικαστή και διαδίκων στη διεύθυνση της δίκης. Θα εξεταστούν συνοπτικά δυο διαφορετικά δικονομικά συστήματα: α) αυτό που παρέχει εκτεταμένες εξουσίες διαχείρισης της διαδικασίας στους διαδίκους (adversarial system) και β) εκείνο που αντιθέτως ενισχύει το δυναμικό και καθοδηγητικό ρόλο του δικαστή (inquisitorial system).
Συγκεκριμένα η θεωρία[6] έχει υποστηρίξει ότι πίσω από τη δομή adversarial της δίκης που ήταν τυπική του αγγλοαμερικανικού δικαίου (common law) εμπεριέχονται επιταγές ιδεολογικού χαρακτήρα. Πράγματι το πρότυπο του οικονομικού φιλελευθερισμού που στηρίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στην αρχή του laissez faire, καθορίζει και επηρεάζει την ίδια τη δίκη, που εμφαίνεται ως ο ιδανικός τόπος για την ελεύθερη διαμάχη των μερών. Σκοπός της δίκης είναι η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των διαδίκων. Η διαχείριση της δίκης ανήκει αποκλειστικά στην πρωτοβουλία των διαδίκων, οι οποίοι έχουν πλήρη αυτονομία. Αυτοί έχουν τον πλήρη έλεγχο τόσο στο αντικείμενο της δίκης, όσο και στη διεύθυνση της διαδικασίας καθώς και το μονοπώλιο στις αποδεικτικές εξουσίες. Για το λόγο αυτό ο Αμερικανός καθηγητής Roscoe Pound έκανε αναφορά για μια «sporting theory of justice»: όπως συμβαίνει σε μια αθλητική αναμέτρηση, ο αγώνας μεταξύ των αντιπάλων είναι πράγματι ο καθοριστικός παράγοντας για να προσδιορίσει το τελικό αποτέλεσμα και να ορίσει το νικητή. Ο δικαστής παίζει το ρόλο του διαιτητή, έχοντας ως καθήκον να εγγυηθεί τη κανονική διεξαγωγή του αγώνα (σφυρίζοντας τα φάουλ και τιμωρώντας τις παράνομες και αντιδικονομικές συμπεριφορές των διαδίκων), ωστόσο δεν μπορεί να επηρεάσει με κανένα τρόπο το τελικό αποτέλεσμα[7].
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του συστήματος αυτού της αντιδικίας (adversarial system), είναι ο τρόπος με τον οποίο διεξάγονται οι μαρτυρικές καταθέσεις. Κάθε διάδικος εξετάζει απευθείας τους δικούς του μάρτυρες, εξασφαλίζοντας έτσι ευνοϊκές γι’ αυτόν καταθέσεις (direct-examination) και αντεξετάζει τους μάρτυρες του αντιδίκου του, με σκοπό κυρίως να αμφισβητήσει την αξιοπιστία τους (cross-examination). Οι καταθέσεις αυτές διεξάγονται ενώπιον ενός δικαστή παθητικού, με μοναδικό καθήκον να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή των λίγων κανόνων που διέπουν την εξέταση των μαρτύρων. Στην δίκη adversarial, οι μαρτυρικές καταθέσεις είναι αποκλειστικά στα χέρια των διαδίκων, καθόσον οι μάρτυρες επιλέγονται, προετοιμάζονται και εξετάζονται από τους διαδίκους, κατά τρόπο που ο καθένας από αυτούς δίνει μια κατάθεση ευνοϊκή υπέρ του διαδίκου που τον έχει καλέσει. Όσο ο δικηγόρος είναι πιο επιδέξιος και έμπειρος και ο μάρτυρας ψυχολογικά αδύναμος, τόσο περισσότερο έχει επιτυχία η cross-examination, καθόσον σκοπό έχει να εξαντλήσει και να εξοντώσει το μάρτυρα του αντιδίκου[8]. Κατά συνέπεια, μπορεί να είναι αποτελεσματική για την αποκάλυψη των ψεμάτων, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι βοηθά στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας. Η «αλήθεια» θεωρείται μάλλον δευτερεύουσα αξία[9].
Η δίκη adversarial εξασφαλίζει στους διαδίκους μια απόλυτη τυπική δικονομική ισότητα. Ωστόσο επειδή η δίκη διεξάγεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα, απαιτείται και οι διάδικοι να βρίσκονται σε θέση ουσιαστικής ισότητας. Η ύπαρξη αυτής της προϋπόθεσης αποτελεί και το ανυπέρβλητο όριό της. Το πρότυπο adversarial είναι αποτελεσματικό μόνο όταν οι διάδικοι βρίσκονται σε κατάσταση ουσιαστικής ισότητας. Ωστόσο μια σειρά από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες μπορεί να προκαλέσουν σημαντικές διακρίσεις ανάμεσα στους διαδίκους. Το πρότυπο αυτό δεν διαθέτει διατάξεις για το μετριασμό της ανισότητας των διαδίκων, δεν προστατεύει τους (οικονομικά) αδύνατους. Αντίθετα πολλαπλασιάζει αυτή την ανισότητα. Συγκεκριμένα, ένα δικονομικό σύστημα πολύπλοκο και δαπανηρό, το οποίο στηρίζεται αποκλειστικά στην πρωτοβουλία των διαδίκων, ζημιώνει το πιο αδύναμο μέρος, το οποίο δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει τα έξοδα και την υπερβολική καθυστέρηση. Έπειτα όλοι οι δικηγόροι δεν είναι όμοιοι. Υπάρχει μεγάλη διαφορά όσον αφορά την οργάνωσή τους, την εξειδίκευσή τους καθώς και το επίπεδο των παροχών που προσφέρουν. Επειδή δε η σχέση μεταξύ πελάτη και δικηγόρου εξαρτάται από τους κανόνες της αγοράς, είναι προφανές ότι ο διάδικος που είναι οικονομικά πιο εύρωστος θα εξασφαλίσει τον πιο επιδέξιο και έμπειρο δικηγόρο, ενώ η πιο αδύναμη πλευρά πρέπει να αρκεστεί σε επαγγελματικές παροχές χαμηλού επιπέδου. Η παρουσία λοιπόν των δικηγόρων όχι μόνο εξισορροπεί την ανισότητα ανάμεσα στους διαδίκους αλλά αντίθετα καταλήγει στην ουσία να την επιτείνει. Έτσι οι διάδικοι που είναι κοινωνικά και οικονομικά πιο αδύνατοι έχουν ελάχιστες πιθανότητες νίκης, ανεξάρτητα από το βάσιμο των αξιώσεων τους. Αυτά τα φαινόμενα μπορούν επίσης να επεκταθούν ακόμη περισσότερο λαμβάνοντας υπόψη και τα οικονομικά κίνητρα στα οποία υπόκεινται οι δικηγόροι. Η αμερικανική και αγγλική εμπειρία αποκαλύπτει ότι μια δίκη που τη διαχειρίζονται δικηγόροι οι οποίοι αμείβονται με ωριαία βάση, μηχανισμοί όπως για παράδειγμα η διαδικασία discovery[10], που επιτρέπουν σε όποιον έχει την οικονομική δυνατότητα να ανεβάσει το κόστος της δίκης, μπορεί από τη μια να οδηγήσει σε επιμήκυνση της χρονικής διάρκειας της δίκης και από την άλλη να αποκλείσει τον αντίδικο από τη δικαστική προστασία, υποχρεώνοντάς τον να αποδεχθεί προφανώς άδικους συμβιβασμούς.
Τα δικονομικά συστήματα inquisitorial (που κυριαρχούν στις χώρες της ηπειρωτικής ευρώπης) ανταποκρίνονται περισσότερο στα κριτήρια της ουσιαστικής δικαιοσύνης και κοινωνικής πρόνοιας. Ο δικαστής, ο οποίος διευθύνει όλα τα στάδια της δίκης, έχει καθοριστικό ρόλο στη διεξαγωγή της και διαθέτει ακόμη και αποδεικτικές εξουσίες. Έχει τη δυνατότητα να διεξάγει τη δίκη με διαφορετικές διαδικασίες, ανάλογα με την αξία και την πολυπλοκότητα της διαφοράς και να προβεί και σε κάποιο εκ των προτέρων προγραμματισμό της διεξαγωγής της. Το σύστημα αυτό έχει το προτέρημα ότι εξασφαλίζει, μέσω της επέμβασης του δικαστή, όταν αυτή είναι απαραίτητη, μια εξισορρόπηση της θέσης των διαδίκων. Η ισότητα αυτή δεν είναι πια μόνο τυπική αλλά και ουσιαστική. Όπου για παράδειγμα υπάρχουν κενά στην υπεράσπιση ενός διαδίκου ή παρελκυστικές συμπεριφορές, η επέμβαση και ο καθοδηγητικός ρόλος του δικαστή επιτρέπει την εξασφάλιση μιας πιο αποτελεσματικής προστασίας, παρέχοντας συμβουλές στον πιο αδύναμο από τους διαδίκους και καταστέλλοντας τις καταχρηστικές συμπεριφορές των διαδίκων.
Όμως και το πρότυπο αυτό παρουσιάζει περιορισμούς και όρια και δέχεται επικρίσεις, όταν ειδικότερα ο δικαστής δεν ασκεί, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους σκοπούς, τις εξουσίες που ο νόμος του παρέχει. Για παράδειγμα, από τη μια πλευρά ο υπερβολικός φόρτος εργασίας και ένα σύστημα της επαγγελματικής καριέρας των δικαστών που είναι ανεξάρτητο από την παραγωγή του έργου τους, σε συνδυασμό από την άλλη με προφανώς αβάσιμες αγωγές που ασκούν οι δικηγόροι με σκοπό καθαρά παρελκυστικό[11] και συστήματα αμοιβής των τελευταίων που στηρίζονται σε ωριαία βάση ή σε σχέση με τον αριθμό των δικογράφων που συντάσσουν, αποτελούν κίνητρα για τους παράγοντες της δίκης, ήτοι τους δικαστές, δικηγόρους και διαδίκους, να παρατείνουν τη χρονική διάρκεια της δίκης, αντί να προβούν σε μια σύντομη περάτωσή της. Για μια σωστή λοιπόν λειτουργία του συστήματος αυτού είναι απαραίτητη η υποστήριξη από περαιτέρω μέτρα.
Η συγκριτική έρευνα αποκαλύπτει μια στροφή προς το δεύτερο σύστημα, όπου ο δικαστής διαθέτει διευρυμένες εξουσίες τόσο στη διεύθυνση της δίκης όσο και στη συλλογή των αποδείξεων. Η πολιτική δίκη θεωρείται ένα σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο, και η δικαστική προστασία πρέπει να προσφέρεται σε όλους τους διαδίκους, εξασφαλίζοντας συνθήκες όχι μόνο τυπικής αλλά και ουσιαστικής ισότητας[12]. Είναι κυρίαρχη στην Ιταλία[13] η τάση να θεωρείται η πολιτική δίκη ως ένα σύστημα επίλυσης κοινωνικών και οικονομικών διαφορών που έχουν ευρείες διαστάσεις, οι οποίες δεν επιτρέπουν τη συρρίκνωσή τους σε ένα μεμονωμένο συμβάν που αφορά αποκλειστικά τους διαδίκους.
Βέβαια εξακολουθεί να υποστηρίζεται (με τρόπο δυναμικό) από μια μειοψηφία και ειδικότερα τους καθηγητές Cipriani και Monteleone η άποψη ότι οι διάδικοι είναι οι καλύτεροι υποστηρικτές των εννόμων συμφερόντων τους[14]. Η επιχειρηματολογία τους εστιάζεται κυρίως σε τρεις λόγους: α) ότι η απονομή διευρυμένων εξουσιών στο δικαστή αποτελούσε γνώρισμα ολοκληρωτικών καθεστώτων του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα[15], β) ότι ο ενεργητικός ρόλος του δικαστή θέτει σε κίνδυνο την αμεροληψία και αντικειμενικότητα του και γ) ότι ο δικαστής πρέπει να παραμένει αμέτοχος στη πολιτική δίκη, που έχει ως σκοπό την προστασία των ιδιωτικών δικαιωμάτων, αφήνοντας τους διαδίκους να υπερασπίσουν οι ίδιοι με όποιον τρόπο κρίνουν ορθότερο τα έννομα συμφέροντά τους[16].
