Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

"Διαβάζοντας τα ιταλικά δικονομικά περιοδικά, γνωρίζεις ένα νομικό πολιτισμό" [Γιάννης Βαλμαντώνης, Πρωτοδίκης]

Διάγραμμα:
1. Εισαγωγή
2. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ δικαστή και διαδίκων στη διεύθυνση της δίκης
3. Το σχέδιο Πολιτικής Δικονομίας των Ιταλών δικαστών και οι παρατηρήσεις των Ιταλών πανεπιστημιακών
4. Τα προτεινόμενα θεσμικά και οργανωτικά μέτρα
5. Η νέα μεταρρύθμιση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (L 18-6-2009, n. 69)
6. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης 
1. Το Σπουδαστήριο Πολιτικής Δικονομίας (Ιπποκράτους αρ. 33, 3ος όροφος), διαθέτει δυο Ιταλικά δικονομικά περιοδικά: Rivista di diritto processuale (Riv. dir. proc.)[1] και Rivista trimestrale di diritto e procedura civile (Riv. trim. dir. proc. civ.)[2]. Έχουν το μέγεθος περίπου της «Δίκης» με μικρή γραμματοσειρά, ελάχιστες δικαστικές αποφάσεις (σχεδόν όλες σχολιασμένες) και πολλές συγκριτικές μελέτες. Βέβαια δεν εντυπωσιάζουν τον εφαρμοστή του δικαίου. Τα περιοδικά αυτά, με την παρότρυνση των καθηγητών μου της Νομικής Σχολής Αθηνών, αποτέλεσαν το έναυσμα και για αναζητήσεις σε άλλα Ιταλικά περιοδικά και βιβλία αστικού δικονομικού δικαίου. Σκοπός μου είναι να προχωρήσω στην συγκριτική έρευνα της αποτελεσματικότητας της Ιταλικής δικαιοσύνης και σε κάποια απόπειρα εντοπισμού των τεράστιων ομοιοτήτων με τη χώρα μας. Δεν θα περιοριστώ τόσο σε δικονομικές ρυθμίσεις (άλλωστε είναι ανώφελο, καθόσον κάθε χρόνο παρουσιάζεται και ένα νέο νομοσχέδιο από τον εκάστοτε Υπουργό Δικαιοσύνης) αλλά θα επεκταθώ ιδίως σε άλλα θεσμικά και οργανωτικά μέτρα καθώς και σε μερικές επισημάνσεις όσον αφορά το σύστημα αυτοδιοίκησης της δικαιοσύνης. Δικαστές και νομοθέτες ασχολούνται με το αλλοδαπό δίκαιο, γιατί έχουν την πεποίθηση ότι θα έχει πρακτική εφαρμογή γι’ αυτούς και ότι μπορεί να τους υποδείξει την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν για την άρση των αδιεξόδων[3].
2. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η πολιτική δίκη στην Ιταλία υπήρξε πεδίο πολλαπλών επεμβάσεων του νομοθέτη με σκοπό την ταχεία επίλυση των διαφορών, με συνέπεια να έχει τροποποιηθεί κατά ένα μεγάλο μέρος ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας του έτους 1940[4]. Ωστόσο η Ιταλία εξακολουθεί να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις των διεθνών στατιστικών δεδομένων όσον αφορά τη μέση χρονική διάρκεια της αστικής δίκης[5].
Η θεωρητική ανάλυση και η διεθνής εμπειρία υποδεικνύουν ότι η ορθότητα και η ταχύτητα στην απονομή του δικαίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την  κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ δικαστή και διαδίκων στη διεύθυνση της δίκης. Θα εξεταστούν συνοπτικά δυο διαφορετικά δικονομικά συστήματα: α) αυτό που παρέχει εκτεταμένες εξουσίες διαχείρισης της διαδικασίας στους διαδίκους (adversarial system) και β) εκείνο που αντιθέτως ενισχύει το δυναμικό και καθοδηγητικό ρόλο του δικαστή (inquisitorial system).
Συγκεκριμένα η θεωρία[6] έχει υποστηρίξει ότι πίσω από τη δομή adversarial της δίκης που ήταν τυπική του αγγλοαμερικανικού δικαίου (common law) εμπεριέχονται επιταγές ιδεολογικού χαρακτήρα. Πράγματι το πρότυπο του οικονομικού φιλελευθερισμού που στηρίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στην αρχή του laissez faire, καθορίζει και επηρεάζει την ίδια τη δίκη, που εμφαίνεται ως ο ιδανικός τόπος για την ελεύθερη διαμάχη των μερών. Σκοπός της δίκης είναι η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων  των διαδίκων. Η διαχείριση της δίκης ανήκει αποκλειστικά στην πρωτοβουλία των διαδίκων, οι οποίοι έχουν πλήρη αυτονομία. Αυτοί έχουν τον πλήρη έλεγχο τόσο στο αντικείμενο της δίκης, όσο και στη διεύθυνση της διαδικασίας καθώς και το μονοπώλιο στις αποδεικτικές εξουσίες. Για το λόγο αυτό ο Αμερικανός καθηγητής Roscoe Pound έκανε αναφορά για μια «sporting theory of justice»: όπως συμβαίνει σε μια αθλητική αναμέτρηση, ο αγώνας μεταξύ των αντιπάλων είναι πράγματι ο καθοριστικός παράγοντας για να προσδιορίσει το τελικό αποτέλεσμα και να ορίσει το νικητή. Ο δικαστής παίζει το ρόλο του διαιτητή, έχοντας ως καθήκον να εγγυηθεί τη κανονική διεξαγωγή του αγώνα (σφυρίζοντας τα φάουλ και τιμωρώντας τις παράνομες και αντιδικονομικές συμπεριφορές των διαδίκων), ωστόσο δεν μπορεί να επηρεάσει με κανένα τρόπο το τελικό αποτέλεσμα[7].
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του συστήματος αυτού της αντιδικίας (adversarial system), είναι ο τρόπος με τον οποίο διεξάγονται οι μαρτυρικές καταθέσεις. Κάθε διάδικος εξετάζει απευθείας τους δικούς του μάρτυρες, εξασφαλίζοντας έτσι ευνοϊκές γι’ αυτόν καταθέσεις  (direct-examination) και αντεξετάζει τους μάρτυρες του αντιδίκου του, με σκοπό κυρίως να αμφισβητήσει την αξιοπιστία τους (cross-examination). Οι καταθέσεις αυτές διεξάγονται ενώπιον ενός δικαστή παθητικού, με μοναδικό καθήκον να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή των λίγων κανόνων που διέπουν την εξέταση των μαρτύρων. Στην δίκη adversarial, οι μαρτυρικές καταθέσεις είναι αποκλειστικά στα χέρια των διαδίκων, καθόσον  οι μάρτυρες επιλέγονται, προετοιμάζονται και εξετάζονται από τους διαδίκους, κατά τρόπο που ο καθένας από αυτούς δίνει μια κατάθεση ευνοϊκή υπέρ του διαδίκου που τον έχει καλέσει. Όσο ο δικηγόρος είναι πιο επιδέξιος και έμπειρος και ο μάρτυρας ψυχολογικά αδύναμος, τόσο περισσότερο έχει επιτυχία η cross-examination, καθόσον σκοπό έχει να εξαντλήσει και να εξοντώσει το μάρτυρα του αντιδίκου[8]. Κατά συνέπεια, μπορεί να είναι αποτελεσματική για την αποκάλυψη των ψεμάτων, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι βοηθά στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας. Η «αλήθεια» θεωρείται μάλλον δευτερεύουσα αξία[9]. 
Η δίκη adversarial εξασφαλίζει στους διαδίκους μια απόλυτη τυπική δικονομική ισότητα. Ωστόσο επειδή η δίκη διεξάγεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα, απαιτείται και οι διάδικοι να βρίσκονται σε θέση ουσιαστικής ισότητας. Η ύπαρξη αυτής της προϋπόθεσης αποτελεί και το ανυπέρβλητο όριό της. Το πρότυπο adversarial είναι αποτελεσματικό μόνο όταν οι διάδικοι βρίσκονται σε κατάσταση ουσιαστικής ισότητας. Ωστόσο μια σειρά από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες μπορεί να προκαλέσουν  σημαντικές διακρίσεις ανάμεσα στους διαδίκους. Το πρότυπο αυτό δεν διαθέτει διατάξεις για το μετριασμό της ανισότητας των διαδίκων, δεν προστατεύει τους (οικονομικά) αδύνατους. Αντίθετα πολλαπλασιάζει αυτή την ανισότητα. Συγκεκριμένα, ένα δικονομικό σύστημα πολύπλοκο και δαπανηρό, το οποίο στηρίζεται αποκλειστικά στην πρωτοβουλία των διαδίκων, ζημιώνει το πιο αδύναμο μέρος, το οποίο δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει τα έξοδα και την υπερβολική καθυστέρηση. Έπειτα όλοι οι δικηγόροι δεν είναι όμοιοι. Υπάρχει μεγάλη διαφορά όσον αφορά την οργάνωσή τους, την εξειδίκευσή τους καθώς και το επίπεδο των παροχών που προσφέρουν. Επειδή δε η σχέση μεταξύ πελάτη και δικηγόρου εξαρτάται από τους κανόνες της αγοράς, είναι προφανές ότι ο διάδικος που είναι οικονομικά πιο εύρωστος θα εξασφαλίσει τον πιο επιδέξιο και έμπειρο δικηγόρο, ενώ η πιο αδύναμη πλευρά πρέπει να αρκεστεί σε επαγγελματικές παροχές χαμηλού επιπέδου. Η παρουσία λοιπόν των δικηγόρων όχι μόνο εξισορροπεί την ανισότητα ανάμεσα στους διαδίκους αλλά αντίθετα καταλήγει στην ουσία να την επιτείνει. Έτσι οι διάδικοι που είναι κοινωνικά και οικονομικά πιο αδύνατοι έχουν ελάχιστες πιθανότητες νίκης, ανεξάρτητα από το βάσιμο των αξιώσεων τους. Αυτά τα φαινόμενα μπορούν επίσης να επεκταθούν ακόμη περισσότερο λαμβάνοντας υπόψη και τα οικονομικά κίνητρα στα οποία υπόκεινται οι δικηγόροι. Η αμερικανική και αγγλική εμπειρία αποκαλύπτει ότι μια δίκη που τη διαχειρίζονται δικηγόροι οι οποίοι αμείβονται με ωριαία βάση, μηχανισμοί όπως για παράδειγμα η διαδικασία discovery[10], που επιτρέπουν σε όποιον έχει την οικονομική δυνατότητα να ανεβάσει το κόστος της δίκης, μπορεί από τη μια να οδηγήσει σε επιμήκυνση της χρονικής διάρκειας της δίκης και από την άλλη να αποκλείσει τον αντίδικο από τη δικαστική προστασία, υποχρεώνοντάς τον να αποδεχθεί προφανώς άδικους συμβιβασμούς.
Τα δικονομικά συστήματα inquisitorial (που κυριαρχούν στις χώρες της ηπειρωτικής ευρώπης) ανταποκρίνονται περισσότερο στα κριτήρια της ουσιαστικής δικαιοσύνης και κοινωνικής πρόνοιας. Ο δικαστής, ο οποίος διευθύνει όλα τα στάδια της δίκης, έχει καθοριστικό ρόλο στη διεξαγωγή της και διαθέτει ακόμη και αποδεικτικές εξουσίες. Έχει τη δυνατότητα να διεξάγει τη δίκη με διαφορετικές διαδικασίες, ανάλογα με την αξία και την πολυπλοκότητα της διαφοράς και να προβεί και σε κάποιο εκ των προτέρων προγραμματισμό της διεξαγωγής της. Το σύστημα αυτό έχει το προτέρημα ότι εξασφαλίζει, μέσω της επέμβασης του δικαστή, όταν αυτή είναι απαραίτητη, μια εξισορρόπηση της θέσης των διαδίκων. Η ισότητα αυτή δεν είναι πια μόνο τυπική αλλά και ουσιαστική. Όπου για παράδειγμα υπάρχουν κενά στην υπεράσπιση ενός διαδίκου ή παρελκυστικές συμπεριφορές, η επέμβαση και ο καθοδηγητικός ρόλος του δικαστή επιτρέπει την εξασφάλιση μιας πιο αποτελεσματικής προστασίας, παρέχοντας συμβουλές στον πιο αδύναμο από τους διαδίκους και καταστέλλοντας τις καταχρηστικές συμπεριφορές των διαδίκων. 
Όμως και το πρότυπο αυτό παρουσιάζει περιορισμούς και όρια και δέχεται επικρίσεις, όταν ειδικότερα ο δικαστής δεν ασκεί, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους σκοπούς, τις εξουσίες που ο νόμος του παρέχει. Για παράδειγμα, από τη μια πλευρά ο υπερβολικός φόρτος εργασίας και ένα σύστημα της επαγγελματικής καριέρας των δικαστών που είναι ανεξάρτητο από την παραγωγή του έργου τους, σε συνδυασμό από την άλλη με προφανώς αβάσιμες αγωγές που ασκούν οι δικηγόροι με σκοπό καθαρά παρελκυστικό[11] και συστήματα αμοιβής των τελευταίων που στηρίζονται σε ωριαία βάση ή σε σχέση με τον αριθμό των δικογράφων που συντάσσουν, αποτελούν κίνητρα για τους παράγοντες της δίκης, ήτοι τους δικαστές, δικηγόρους και διαδίκους, να παρατείνουν τη χρονική διάρκεια της δίκης, αντί να προβούν σε μια σύντομη περάτωσή της. Για μια σωστή λοιπόν λειτουργία του συστήματος αυτού είναι απαραίτητη η υποστήριξη από περαιτέρω μέτρα.
Η συγκριτική έρευνα αποκαλύπτει μια στροφή προς το δεύτερο σύστημα, όπου ο δικαστής διαθέτει διευρυμένες εξουσίες τόσο στη διεύθυνση της δίκης όσο και στη συλλογή των αποδείξεων. Η πολιτική δίκη θεωρείται ένα σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο, και  η δικαστική προστασία πρέπει να προσφέρεται σε όλους τους διαδίκους, εξασφαλίζοντας συνθήκες  όχι μόνο τυπικής αλλά και ουσιαστικής ισότητας[12]. Είναι κυρίαρχη στην Ιταλία[13] η τάση να θεωρείται η πολιτική δίκη  ως ένα σύστημα επίλυσης κοινωνικών και οικονομικών διαφορών που έχουν ευρείες διαστάσεις, οι οποίες δεν επιτρέπουν τη συρρίκνωσή τους σε ένα μεμονωμένο συμβάν που αφορά αποκλειστικά τους διαδίκους.
Βέβαια εξακολουθεί να υποστηρίζεται (με τρόπο δυναμικό) από μια μειοψηφία και ειδικότερα τους καθηγητές Cipriani και Monteleone η άποψη ότι οι διάδικοι είναι οι καλύτεροι υποστηρικτές των εννόμων συμφερόντων τους[14]. Η επιχειρηματολογία τους εστιάζεται κυρίως σε τρεις λόγους: α) ότι η απονομή διευρυμένων εξουσιών στο δικαστή αποτελούσε γνώρισμα ολοκληρωτικών καθεστώτων του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα[15], β) ότι ο ενεργητικός ρόλος του δικαστή θέτει σε κίνδυνο την αμεροληψία και αντικειμενικότητα του και γ) ότι ο δικαστής πρέπει να παραμένει αμέτοχος στη πολιτική δίκη, που έχει ως σκοπό την προστασία των ιδιωτικών δικαιωμάτων, αφήνοντας τους διαδίκους να υπερασπίσουν οι ίδιοι με όποιον τρόπο κρίνουν ορθότερο τα έννομα συμφέροντά τους[16]. 

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

"Η απώλεια της δεδηλωμένης, η ψήφος εμπιστοσύνης και οι εκλογές" [Μελέτη του Αντώνη Αργυρού]

1.Εισαγωγή:

Είναι αναμφισβήτητο ότι η Κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής κατά το άρθρο 84Σ - (Εμπιστοσύνη της Βουλής - Αρχή της δεδηλωμένης). Οι βουλευτές δεν αρκεί να περιορίζονται στο νομοθετικό ή ελεγκτικό τους έργο, πρέπει και  έχουν και λόγο για την ανάδειξη και διατήρηση της εκτελεστικής λειτουργίας.

2.Τι ορίζει το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής:

Το άρθρο 84 του Συντάγματος και το άρθρο 141 του Κανονισμού της Βουλής προσδιορίζουν τη διαδικασία υποβολής πρότασης εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, της συζήτησης αυτής και της ψήφισής της. Σύμφωνα με το άρθρο 84 του Συντάγματος, η Κυβέρνηση μπορεί οποτεδήποτε να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Η συζήτηση για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας αρχίζει δύο ημέρες μετά από την υποβολή της σχετικής πρότασης και δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της. Η ψηφοφορία για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για 48 ώρες, αν το ζητήσει η κυβέρνηση.

3.Πόσες ψήφους χρειάζεται η κυβέρνηση:

Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών.

Σύμφωνα με το άρθρο 141 του Κανονισμού, η κυβέρνηση μπορεί οποτεδήποτε να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής με γραπτή ή προφορική δήλωση του πρωθυπουργού στη Βουλή. Στην περίπτωση αυτήν η πρόταση εμπιστοσύνης εγγράφεται σε ειδική ημερήσια διάταξη. Η συζήτηση αρχίζει μετά δύο ημέρες από την υποβολή της και τερματίζεται με ψηφοφορία, το αργότερο έως τα μεσάνυχτα της τρίτης ημέρας από την έναρξη της.

Η ψηφοφορία για την πρόταση εμπιστοσύνης είναι πάντοτε ονομαστική και κατά τη διάρκεια αυτής ψηφίζουν και οι υπουργοί και υφυπουργοί, αν είναι μέλη της Βουλής.

Η παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στη Κυβέρνηση είναι λοιπόν μια κορυφαία διαδικασία του κοινοβουλευτικού συστήματος και ρυθμίζεται από το άρθρο 84 του Συντάγματος.

4. Η διαδικασία των διερευνητικών εντολών:

Η απώλεια της εμπιστοσύνης της Βουλής οδηγεί κατά το άρθρο 38παρ 1 Σ την απαλλαγή από τον ΠτΔ από τα καθήκοντα της την Κυβέρνηση.

Στην περίπτωση αυτή ακολουθείται  η ακόλουθη διαδικασία.

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Συντάγματος (37Σ), αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία (το πρώτο κόμμα) διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής.

Αν δεν διαπιστωθεί αυτή η δυνατότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει και αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος.

Κάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες. Για να μετατραπεί η διερευνητική εντολή σε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης θα πρέπει να προκύψει ότι ο εντολοδόχος πρωθυπουργός διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής προτού πάει η κυβέρνηση στη Βουλή, όπως συνέβη στις τελευταίες εκλογές .

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Οι αγωγές ομολογιούχων κατά του Ελληνικού Δημοσίου κατόπιν της αναγκαστικής ανταλλαγής ομολόγων κατά τον Ν. 4050/2012 υπάγονται στις «αστικές ή εμπορικές υποθέσεις» κατά τον κανονισμό 1393/2007: ΔΕΕ της 11.6.2015, C‑226/13, C‑245/13, C‑247/13 και C‑578/13, Fahnenbroc κ.λπ κατά Ελληνικής Δημοκρατίας [της Ευγενίας Β. Πρεβεδούρου, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης]

Με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑226/13, C‑245/13, C‑247/13 και C‑578/13, Fahnenbroc κ.λπ κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αγωγές κατά του Ελληνικού Δημοσίου τις οποίες άσκησαν στη Γερμανία ιδιώτες κατόπιν της αναγκαστικής ανταλλαγής των κρατικών ομολόγων τους που προέβλεψε ο Νόμος 4050/2012, «Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων», είναι δυνατόν να επιδοθούν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά τον κανονισμό ΕΕ 1393/2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, δεδομένου ότι δεν είναι προφανές ότι τέτοιες αγωγές δεν υπάγονται στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.
 
Ειδικότερα, το Landgericht Wiesbaden (Πρωτοδικείο Wiesbaden, Γερμανία) και το Landgericht Kiel (Πρωτοδικείο Kiel, Γερμανία) έχουν επιληφθεί αγωγών που ασκήθηκαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου από δικαιούχους ελληνικών κρατικών ομολόγων οι οποίοι είναι κάτοικοι Γερμανίας. Οι ως άνω δικαιούχοι θεωρούν ότι εθίγησαν εκ του ότι η Ελλάδα, κατά τη γνώμη τους, τους εξανάγκασε, τον Μάρτιο του 2012, να ανταλλάξουν τους τίτλους τους με νέα κρατικά ομόλογα σημαντικά μειωμένης ονομαστικής αξίας. Πράγματι, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη σοβαρή χρηματοοικονομική κρίση, η Ελλάδα είχε εκδώσει, τον Φεβρουάριο του 2012, τον Ν. 4050/2012 ο οποίος προέβλεπε την υποβολή προσφοράς αναδιάρθρωσης στους κατόχους ορισμένων ελληνικών κρατικών ομολόγων. Προέβλεπε επίσης την προσθήκη ρήτρας αναδιάρθρωσης στις οικείες συμβάσεις έκδοσης, έτσι ώστε οι αρχικοί όροι έκδοσης των τίτλων να μπορούν να τροποποιηθούν με αποφάσεις που λαμβάνονται με ενισχυμένη πλειοψηφία του ανεξόφλητου κεφαλαίου (οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν κατ’ αυτόν τον τρόπο και τη μειοψηφία) [βλ., αντί πολλών, Δ. Γ. Τσιμπανούλη, Οι ρήτρες συλλογικής δράσης του προγράμματος ανταλλαγής ομολόγων ελληνικού δημοσίου κατά το Ν 4050/2012 υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, Τιμητικός Τόμος Ι. Δρυλλεράκη, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σσ. 303-362]. Κανείς από τους ενδιαφερόμενους εν προκειμένω ιδιώτες δεν δέχθηκε την προσφορά ανταλλαγής την οποία υπέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο βάσει του νόμου αυτού. Οι αγωγές είχαν ως αίτημα είτε την ανόρθωση της ζημίας των εναγόντων λόγω προσβολής της νομής και της κυριότητας είτε την εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων αρχικών συμβατικών υποχρεώσεων είτε την καταβολή αποζημίωσης. Στο πλαίσιο της διαδικασίας επίδοσης των αγωγών στο Ελληνικό Δημόσιο (εναγόμενο), ανέκυψε το ζήτημα αν οι αγωγές αυτές αφορούν τις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις κατά την έννοια του κανονισμού 1393/2007 (οπότε η επίδοση μπορεί να πραγματοποιηθεί επί τη βάσει του κανονισμού) ή αν έχουν ως αντικείμενο πράξη ή παράλειψη κράτους κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας (στην περίπτωση αυτή, ο κανονισμός δεν έχει εφαρμογή). Ο ως άνω κανονισμός της Ένωσης, με τον οποίον επιδιώκεται η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προβλέπει τη χρήση τυποποιημένων εντύπων και τη διαβίβαση, απευθείας και το ταχύτερο δυνατόν, μεταξύ των υπηρεσιών που ορίζονται προς τούτο από τα κράτη μέλη, ορίζει δε ρητώς ότι δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για την ευθύνη του κράτους για πράξεις ή παραλείψεις του κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Τα γερμανικά δικαστήρια ζήτησαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν αγωγές με τις οποίες ζητείται αποκατάσταση ζημίας, εκπλήρωση της σύμβασης και αποζημίωση, ασκηθείσες από ιδιώτες κατόχους ομολόγων κατά του κράτους το οποίο τα εξέδωσε, εμπίπτουν στις «αστικές ή εμπορικές υποθέσεις» κατά την έννοια του κανονισμού, οπότε αυτός έχει εφαρμογή.
 
Η απόφαση αυτή θα πρέπει να διαβαστεί παράλληλα με τις πρόσφατες πολυσχολιασμένες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ για το PSI [ΣτΕ Ολ 1116/2014, 1117/2014, 1506/2014, 1507/2014, 1508/2014, 2400/2014, 2401/2014, 2402/2014, 3006/2014, 3008/2014, 3009/2014, 3010/2014, 3724/2014, 4746/2014, 4747/2014, 4748/2014, 4749/2014]1116, 1117, 3724/2014], στο πλαίσιο των οποίων οι υπουργικές πράξεις που εκδόθηκαν για την εφαρμογή του Νόμου [α) Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 5/24.2.2012 «Έναρξη διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων και καθορισμός όρων ανταλλαγής τους» (Α΄ 37/24.2.2012, β) από 24.2.2012 πρόσκληση του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.) προς τους ομολογιούχους για συμμετοχή στην ορισθείσα με την ως άνω Π.Υ.Σ. διαδικασία, γ) από 9.3.2012 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία βεβαιώθηκε ότι η διαδικασία αυτή τερματίσθηκε με την επίτευξη της προβλεπόμενης απαρτίας και πλειοψηφίας (ανεξόφλητου κεφαλαίου) για την ανταλλαγή τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους, δ) Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 10/9.3.2012 «Έγκριση της απόφασης των ομολογιούχων για την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων, όπως βεβαιώθηκε από την Τράπεζα της ….. ως Διαχειριστή της Διαδικασίας» (Α΄ 50/9.3.2012) και ε) πράξη 2/20964/0023 Α/9.3.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών «Υλοποίηση της τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και έκδοση νέων τίτλων ομολόγων και τίτλων ΑΕΠ Ελληνικού Δημοσίου» (Β΄ 682/9.3.2012)] κρίθηκαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προς θεμελίωση της δικαιοδοσίας του ακυρωτικού διοικητικού δικαστή. Επιβάλλεται στο σημείο αυτό να αναφερθεί η σκέψη 5 της απόφασης ΣτΕ Ολ 1116/2014: «5. Επειδή, οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατά την θεσπιζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012 διαδικασία αντικατάστασης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους. Η αντικατάσταση αυτή, με την οποία μειώθηκε το δημόσιο χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας, εχώρησε βάσει των διατάξεων αυτών κατόπιν της αποδοχής από τους ιδιώτες πιστωτές, ως πλειοψηφούν κεφάλαιο, σχετικής πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου, η αποδοχή δε αυτή δέσμευσε και τους πιστωτές που δεν έλαβαν μέρος στη σχετική διαδικασία ή μειοψήφησαν. Η δυνατότητα αντικατάστασης δεν είχε θεσπισθεί ή συμφωνηθεί κατά την έκδοση των τίτλων, αλλά προβλέφθηκε το πρώτον κυριαρχικώς με τις εν λόγω διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012 για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των προσβαλλομένων πράξεων δεν γεννά ιδιωτική διαφορά, αλλά διαφορά της ακυρωτικής δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 1 α΄ του Συντάγματος και 45 επ. του π.δ. 18/1989». Δηλαδή η σχέση μεταξύ ομολογιούχων και Ελληνικού Δημοσίου προφανώς ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, τη διοικητική διαφορά όμως προκαλεί η έκδοση των ανωτέρω εκτελεστών διοικητικών πράξεων που στηρίζονται στον Ν. 4050/2012 και επεμβαίνουν στην εξέλιξη συνεστημένης συμβατικής σχέσης ιδιωτικού δικαίου. Άλλωστε, στη σκέψη 24 της ΣτΕ Ολ 1116/2014, το ΣτΕ αναγνώρισε ότι «είναι διαφορετικό το ζήτημα αν γι’ αυτή τη συναλλακτική συμπεριφορά του Ελληνικού Δημοσίου [την προσέλκυση επενδυτών], η οποία δεν ανάγεται στον κρίσιμο χρόνο αλλά στον χρόνο της έκδοσης των τίτλων που τελικά αντικαταστάθηκαν, το Ελληνικό Δημόσιο θα ηδύνατο να εναχθεί από τους αιτούντες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων».
Παρά την εκ πρώτης όψεως αντίθετη λύση που υιοθέτησαν το Συμβούλιο της Επικρατείας και το ΔΕΕ, θα πρέπει να τονισθεί ότι η προσέγγιση του ΔΕΕ ήταν πολύ προσεκτική και μετρημένη, αφορά δε ένα προκαταρκτικό ζήτημα, που δεν προδικάζει την ουσία της υπόθεσης, αλλά ούτε και την ίδια τη δικαιοδοσία του αιτούντος δικαστηρίου. Το ΔΕΕ ερμηνεύει την έννοια των αστικών και εμπορικών υποθέσεων αποκλειστικά υπό το πρίσμα των σκοπών του κανονισμού 1393/2007 -που διασφαλίζει την ταχεία επίδοση των δικαστικών και εξώδικων πράξεων- και ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού αυτού, δηλαδή του προσδιορισμού της διαδικασίας επίδοσης των αγωγών. Το ΔΕΕ αναγνωρίζει ότι τα πορίσματα του ελέγχου που ασκείται στο στάδιο αυτό πριν οι διάδικοι εκφράσουν τις απόψεις τους δεν μπορούν βεβαίως να προκαταλάβουν τις αποφάσεις που θα λάβει το επιληφθέν δικαστήριο στη συνέχεια όσον αφορά ιδίως την αρμοδιότητά του και την ουσία της οικείας υπόθεσης. Περαιτέρω, για την εφαρμογή του κανονισμού, αρκεί μειωμένος βαθμός δικανικής πεποίθησης, αφού το ΔΕΕ καταλήγει ότι οι επίμαχες αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν από ιδιώτες, δικαιούχους κρατικών ομολόγων, κατά του κράτους που εξέδωσε τα ομόλογα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού στο μέτρο που δεν προκύπτει ότι οι αγωγές αυτές προδήλως δεν υπάγονται στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

"Τάσεις και Όψεις της Tιμωρητικότητας του Kοινού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: Eυρήματα από την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα 2010" [της Δρ. Αναστασίας Χαλικά, Κοινωνιολόγου-Εγκληματολόγου]

Ι. Εισαγωγικά περί τιμωρητικότητας του κοινού
Η διερεύνηση της έννοιας της τιμωρητικότητας του κοινού σε θεωρητικό και εμπειρικό επίπεδο, ενώ διαθέτει μακρά παράδοση στη διεθνή βιβλιογραφία, στην Ελλάδα είναι σχετικά πρόσφατη, δεδομένου ότι έως τώρα έχει διενεργηθεί μία έρευνα[1] στην περιοχή της πρωτευούσης με επιστημονικά υπευθύνους την Καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Χρ. Ζαραφωνίτου και τον Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν.Κουράκη και άλλη μία στο πλαίσιο εκπόνησης διδακτορικής διατριβής από τη γράφουσα.[2]Η Καθηγήτρια Χρ. Ζαραφωνίτου είναι εκείνη η οποία και καθιέρωσε στην ελληνική τον όρο τιμωρητικότητα. Ο όρος συμπεριελήφθη πρώτη φορά στο άρθρο «Οι (ανα)παραστάσεις του κοινού για το εγκληματικό φαινόμενο», στο Αφιέρωμα στη μνήμη Η.Δασκαλάκη (1991).[3]
Ως τιμωρητικός αναφέρεται αυτός που έχει την τάση προς εκδίκηση, τιμωρία με αντίθετό του, τον «συγγνωμονικό».[4] Χαρακτηριστικό είναι, επίσης, πως ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι η τιμωρία προέρχεται από το θυμό και την οργή που προκλήθηκαν από την πράξη («δια θυμόν δε και οργήν τα τιμωρητικά», Αριστλ. Ρητ. 1368b, 12).[5]
Η κοινωνική αντίδραση απέναντι στο έγκλημα και ειδικότερα η επιβολή ποινικών κυρώσεων (τιμωρία του δράστη), ενταγμένη στο πλαίσιο ενός κράτους δικαίου και σύμφωνη με τις αρχές του νομικού μας πολιτισμού και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, καθίσταται κοινωνικά αποδεκτή και αναγκαία ως προς τη συμβολή της στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας. Η ένταση της αντίδρασης, όμως, πάνω από ένα «όριο» είναι που καθορίζει τη μετάβασή της σε ένα άλλο επίπεδο· αυτό της τιμωρητικότητας. Βασική αρχή, προκειμένου να βρεθεί το σημείο τομής ή η ειδοποιός διαφορά μεταξύ τιμωρίας και τιμωρητικότητας είναι η απαγόρευση της υπερβολής, η οποία αναλύεται περαιτέρω σε δύο άλλες αρχές: την αρχή της αναγκαιότητας και την αρχή της αναλογικότητας.[6] Υπό αυτό το πρίσμα, η τιμωρητικότητα του κοινού υποδηλώνει την υπέρβαση του κανόνα και την απαίτηση για συνεχή αύξηση και αυστηροποίηση των μέτρων αναφορικά με την αντιμετώπιση του εγκλήματος, ακυρώνοντας τη σπουδαιότητα της αναγκαίας, κατάλληλης και ελάχιστης ποινής που αποτελεί κατάκτηση του νομικού μας πολιτισμού στο πλαίσιο της οριοθέτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο M.Killias διακρίνει την τιμωρητικότητα σε «υποκειμενική» και «αντικειμενική», με την πρώτη να αφορά το μικροκοινωνιολογικό επίπεδο και τη δεύτερη το μακροκοινωνιολογικό.[7]Η «υποκειμενική» τιμωρητικότητα αφορά «την εκφρασμένη επιθυμία[…] οι ποινές και απαντήσεις στο έγκλημα, κυρίως από την πλευρά της αστυνομίας να γίνουν αυστηρότερες»[8] και η «αντικειμενική» αναφέρεται «στην αυστηρότητα των ποινών που μια κοινωνία επιβάλλει στους καταδικασθέντες».[9] Κατʼ αναλογία με την ανωτέρω διάκριση, η τιμωρητικότητα μπορεί να διαχωριστεί σε «επίσημη» και «άτυπη». Η επίσημη τιμωρητικότητα αφορά το σύνολο των τιμωρητικών θεσμοθετημένων μέτρων (θεσμικό πλαίσιο) για την αντιμετώπιση της παρέκκλισης και του εγκλήματος και η άτυπη τιμωρητικότητα τις τιμωρητικές στάσεις των πολιτών απέναντι στην αντιμετώπιση της παρέκκλισης και του εγκλήματος.
Μεταξύ της επίσημης και της άτυπης τιμωρητικότητας διαπιστώνεται αλληλεπίδραση και διαρκής ανατροφοδότηση συμβολικού και νομιμοποιητικού χαρακτήρα. Και οι δύο μορφές, επίσης, προϋποθέτουν έναν ορισμό του εγκλήματος, ο οποίος, ιδίως στην περίπτωση της επίσημης τιμωρητικότητας, ταυτίζεται με το νομικό ορισμό.[10] Κατʼ ουσίαν, η επίσημη τιμωρητικότητα προσδιορίζεται από τον ποινικό νόμο, την προβλεπόμενη κύρωση και τις δικαστικές αποφάσεις και η άτυπη βρίσκεται σε διαρκή αλληλεπίδραση μαζί τους. Από την άλλη πλευρά, η επίσημη τιμωρητικότητα επηρεάζει την άτυπη σε σημαντικό βαθμό, ειδικότερα π.χ. ως προς τις εναλλακτικές μορφές αντιμετώπισης του εγκλήματος, τις οποίες δυσκολεύονται να εμπιστευτούν οι πολίτες, όταν το κράτος δεν τις υιοθετεί εμπράκτως στην επίσημη ατζέντα του, και, συνεπώς, οι στάσεις απέναντί τους παραμένουν επιφυλακτικές. Γενικότερα, οι ʽποινικές παραδόσειςʼ μιας χώρας συναρτώνται με τις στάσεις απέναντι στην τιμωρία.[11]
Η προσπάθεια της ερευνητικής αποτύπωσης των στάσεων των πολιτών απέναντι στην τιμωρία είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι επιτελούν συγκεκριμένες κοινωνικές λειτουργίες και ενέχουν σημαντική πολιτική και πολιτισμική σημασία. Για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ως έγκλημα, σύμφωνα με τη δεύτερη (ψυχοκοινωνική) προϋπόθεση που θέτει ο Pinatel, θα πρέπει να θεωρείται από την πλειονότητα των κοινωνών ως τέτοιο και, συνεπώς, σύμφωνα με τον Ιάκ.Φαρσεδάκη, «σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαία η διεξαγωγή ερευνών στάσεων του πληθυσμού».[12] Οι στάσεις, επομένως, διαθέτουν κοινωνική βαρύτητα, όπως οι θεσμοθετημένοι τρόποι που επιλέγει η κοινωνία σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο για να αντιμετωπίσει το έγκλημα και να τιμωρήσει τους δράστες. Αξίζει να αναφέρει κανείς τον οιονεί ορισμό του πολίτη από τον Αριστοτέλη ως εκείνου που μετέχει στην εξουσία και στην απονομή δικαιοσύνης.[13] Οι στάσεις απέναντι στην τιμωρία αλλά και η συμμετοχή των πολιτών στην αντιμετώπιση του εγκλήματος συνιστούν συνθήκη που ορίζει τόσο τη σχέση τους με την πολιτική όσο και τη σχέση τους με το δίκαιο.[14] Με αυτό τον τρόπο το δίκαιο και η πολιτική αποτελούν έννοιες που συνδέονται όχι μόνο με την επίσημη τιμωρητικότητα αλλά και με την άτυπη, καθιστώντας τον πολίτη ως τον «σημαντικό άλλο» στην οργάνωση των απαντήσεων απέναντι στο έγκλημα.

ΙΙ. Εμπειρικές μελέτες στάσεων απέναντι στην τιμωρία

Η διερεύνηση των στάσεων απέναντι στην τιμωρία σε διακρατικό/διεθνικό επίπεδο επιχειρήθηκε αρχικά από την International Crime Victims Survey (ICVS),[15] μέσω της ερώτησης που θεωρείται πλέον κλασική για την εκτίμηση της τιμωρητικότητας του κοινού: «Οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές απόψεις για τις ποινές που πρέπει να επιβάλλονται στους παραβάτες. Πάρτε για παράδειγμα την περίπτωση ενός 21 χρόνου που βρέθηκε δεύτερη φορά ένοχος για διάρρηξη σπιτιού. Αυτή τη φορά έκλεψε μία έγχρωμη τηλεόραση. Ποια από τις παρακάτω ποινές θεωρείτε την πιο κατάλληλη για την περίπτωσή του;». Οι επιλογές περιελάμβαναν τις απαντήσεις: 1.«πρόστιμο», 2. «φυλάκιση», 3. «κοινωφελής εργασία»,[16] 4. «ποινή με αναστολή», 5. «άλλη ποινή». Οι ερωτώμενοι που επέλεγαν τη φυλάκιση καλούνταν να αναφέρουν τη διάρκειά της. Στη συνέχεια, η ΕuropeanCrime and Safety Survey (EUICS) 2005 συμπεριέλαβε την ίδια ερώτηση στο ερωτηματολόγιό της.[17] Οι ανωτέρω έρευνες παρέχουν όχι μόνο την αποτύπωση σε εθνικό επίπεδο των στάσεων των πολιτών απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα αλλά και τη δυνατότητα σύγκρισής τους ανά χώρα.
Στον 5ο γύρο, η Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα[18] (στο εξής ΕΚΕ) συμπεριέλαβε την εναλλασσόμενη ενότητα «Εμπιστοσύνη στην αστυνομία και τα δικαστήρια: μία συγκριτική ευρωπαϊκή ανάλυση» που προτάθηκε από ομάδα ακαδημαϊκών και ερευνητών αποτελούμενη από τους J.Jackson, M.Hough, S.Farrall, J.de Keijer & K.Aromaa.[19] Η ενότητα περιλαμβάνει συνολικά 45 ερωτήσεις (D1-D45) που διερευνούν την εμπιστοσύνη προς την αστυνομία και τα δικαστήρια, τη συνεργασία με την αστυνομία και τα δικαστήρια, την επαφή με την αστυνομία, καθώς και τις στάσεις απέναντι την τιμωρία.
Όσον αφορά την ΕΚΕ επισημαίνεται ότι έχει ως «αντικείμενο τις αξίες και τις πολιτικο-κοινωνικές στάσεις και αντιλήψεις που εκφράζουν οι κάτοικοι των ευρωπαϊκών χωρών»[20] και ως στόχο «τη συστηματική κατανόηση και ερμηνεία των γοργών μεταβολών που χαρακτηρίζουν αυτές τις στάσεις, προκειμένου ο σχεδιασμός και η εφαρμογή των πολιτικών της ΕΕ να λαμβάνουν υπόψη τις τάσεις που διαμορφώνονται στους κόλπους των πολιτών της […] μέσω της αυστηρότερης δυνατής συγκριτική προσέγγισης».[21] Βασική παράμετρός της συνιστά «η αναζήτηση και δημιουργία μιας ενιαίας ερευνητικής υποδομής της οποίας η χρησιμότητα για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της έρευνας στις κοινωνικές επιστήμες στην Ευρώπη είναι προφανής, όπως και η συμβολή της στη συγκρότηση ενός ενιαίου χώρου έρευνας».[22] Η ΕΚΕ θεμελιώθηκε από τον Sir Roger Jowell, ο οποίος υπήρξε Καθηγητής και Διευθυντής του Κέντρου Συγκριτικών Κοινωνικών Ερευνών του Πανεπιστημίου City στο Λονδίνο και παρέχει τη δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης σε όλους για όλα τα δεδομένα και τα σχετικά αρχεία. Διενεργείται κάθε δύο χρόνια από τον 1ο Γύρο (2002/2003) έως και τον 5ο Γύρο (2010/2011).[23] Το 2005, η ΕΚΕ έλαβε το βραβείο Ντεκάρτ, το οποίο συνιστά το κορυφαίο ετήσιο βραβείο της Ευρώπης για την Επιστήμη. Η Ελλάδα έως τώρα έχει συμμετάσχει σε όλους τους γύρους –πλην του 3ου (2006-2007)- με εθνικό συντονιστή το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (Ινστιτούτο Πολιτικής Κοινωνιολογίας), το οποίο «μέχρι στιγμής έχει λειτουργήσει ως οργανωτής και εγγυητής της ποιότητας των ερευνών πεδίου που έχουν διεξαχθεί για την ΕΚΕ στην Ελλάδα, αναλαμβάνοντας –εκτός των άλλων- την προετοιμασία και την εποπτεία τους. Έχει, επίσης, δραστηριοποιηθεί στην ανάλυση και προβολή των αποτελεσμάτων προηγούμενων γύρων, μέσω εκδηλώσεων, ημερίδων και επιστημονικών δημοσιεύσεων».[24]
Έρευνες, επίσης, με σκοπό τη διερεύνηση των στάσεων προς την τιμωρία και τη μελέτη κατʼ επέκταση της τιμωρητικότητας του κοινού διεξάγονται εδώ και δεκαετίες σε εθνικό επίπεδο σε πολλά κράτη, διεθνώς και στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η ερώτηση σχετικά με τον 21χρονο διαρρήκτη της ICVS περιλήφθηκε στο ερωτηματολόγιο της πρώτης έρευνας που διενεργήθηκε για την τιμωρητικότητα, το 2006, σε τρεις περιοχές της Αθήνας,[25] με επιστ. υπεύθ. την Καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Χρ. Ζαραφωνίτου και τον Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν.Κουράκη.[26]

ΙΙΙ. Τιμωρητικότητα του κοινού: ευρήματα από την ΕΚΕ

Α. Ευρώπη
Στο πλαίσιο του 5ου γύρου (έκδοση 2.0) της ΕΚΕ οι δείκτες εκτίμησης της τιμωρητικότητας του κοινού αφορούν τις εξής ερωτήσεις: 1. «Οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές απόψεις για τις ποινές που πρέπει να επιβάλλονται στους παραβάτες. Πάρτε για παράδειγμα την περίπτωση ενός 25 χρόνου που βρέθηκε δεύτερη φορά ένοχος για διάρρηξη σπιτιού. Ποια από τις παρακάτω ποινές νομίζετε ότι πρέπει να του επιβληθεί;». Οι επιλογές περιελάμβαναν τις απαντήσεις: «φυλάκιση», «φυλάκιση με αναστολή», «πρόστιμο», «προσφορά κοινωνικών υπηρεσιών», «άλλη ποινή». 2. Οι ερωτώμενοι που επέλεγαν τη φυλάκιση καλούνταν να αναφέρουν τη διάρκειά της (ερώτηση φίλτρου). 3. «Στα άτομα που παραβαίνουν το νόμο πρέπει να επιβάλλονται πολύ αυστηρότερες ποινές από αυτές που επιβάλλονται σήμερα», με απαντήσεις βάσει της 5βάθμιας κλίμακας Likert (συμφωνώ απόλυτα έως διαφωνώ απόλυτα).

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Η μελέτη αυτή είναι επεξεργασμένη μορφή της αντιφώνησης και ομιλίας του καθηγητή Ingolf Pernice, κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ στις 4 Δεκεμβρίου 2014.
Ο συγγραφέας εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στους βοηθούς του Mattias Wendel και Laura Wolfstädter για την πολύτιμη συμβολή τους στην επεξεργασία αυτής της ομιλίας.
Η μετάφραση έγινε από την ομάδα της Έδρας Jean Monnet: Μάνος Καλαϊντζής, Στέφανος Κατσούλης, Δάφνη Λίμα και Στεφανία Στοϊκού.

Διαβάστε την μελέτη εδώ : http://epublications.web.auth.gr/sites/default/files/Pernice_EL_06.04.2015_final.pdf

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Φορολογικός Οδηγός 2015, για τους Δικηγόρους (ΔΣΑ)

"...Η σύνταξη και η επιμέλεια του εν λόγω Οδηγού ανήκουν στον Φορολογικό Σύμβουλο του Δ.Σ.Α. και της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, κ. Ευστάθιο Μπακάλη, στον οποίο και απευθύνονται ευχαριστίες για το πόνημα αυτό και την εν γένει προσφορά του στους Συναδέλφους".
Διαβάστε τον οδηγό εδώ : (σε pdf) www.dsa.gr

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

ΣτΕ 766/2015 : Πραγματική δαπάνη για την αγορά ακινήτου. Ποιο θεωρείται ως πράγματι καταβαλλόμενο τίμημα

Περίληψη: Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 17 του Κ.Φ.Ε., ως πράγματι καταβαλλόμενο χρηματικό ποσό για την αγορά ακινήτου θεωρείται το αληθές τίμημα που καταβάλλει ο φορολογούμενος για την αγορά αυτή. Ως τέτοιο νοείται καταρχήν το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, εκτός εάν αυτό υπολείπεται της νομίμως εξευρισκόμενης, κατά τα ισχύοντα στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων, αγοραίας αξίας του ακινήτου, οπότε, κατά κοινή πείρα, το τελευταίο αυτό ποσό θεωρείται ως το πράγματι καταβληθέν, επιφυλασσομένης της δυνατότητας του φορολογουμένου να αποδείξει, με κάθε νόμιμο μέσο, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το αναγραφόμενο στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, έστω και εάν είναι κατώτερο της αγοραίας αξίας, είναι το πράγματι καταβληθέν τίμημα.
 
ΣτΕ 766/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2014 με την εξής σύνθεση: Ν. Μαρκουλάκης, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και της αναπληρώτριας Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Ηρ. Τσακόπουλος, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Μ. Σταματοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Κ. Κεχρολόγου.
 Για να δικάσει την από 26 Μαρτίου 2008 αίτηση: του .., κατοίκου Νέας Υόρκης Η.Π.Α., ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Α Τ (Α.Μ. .......), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Χ Κ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
 Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 197/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
 Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
 Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
 1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1068705/2008 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου Α΄σειράς).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώνεται παραδεκτώς με το από 1-11-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 197/2007 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση του Δημοσίου και εξαφανίσθηκε η 99/2005 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά το μέρος που με αυτήν είχε ακυρωθεί η 10171/24-6-2003 αρνητική απάντηση του Προϊσταμένου της Α’ Δ.Ο.Υ. Κέρκυρας, είχε γίνει δεκτή επιφύλαξη διατυπωθείσα από τον αναιρεσείοντα στη δήλωση φορολογίας εισοδήματός του, οικονομικού έτους 2002, είχε δε μεταρρυθμισθεί το οικείο από 24-6- 2003 εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του αυτού Προϊσταμένου ως προς τον αναιρεσείοντα. Στη συνέχεια, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η προσφυγή ως προς παραπάνω κεφάλαιό της.
3. Επειδή, κατά το άρθρο 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 2238/1994, Α’ 151), «Εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του …», ενώ κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα «Το συνολικό εισόδημα προσδιορίζεται, κατ’ εξαίρεση, με βάση τις δαπάνες διαβίωσης του φορολογουμένου και των προσώπων που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν, όταν το συνολικό ποσό των δαπανών που προσδιορίζεται κατά τα επόμενα άρθρα είναι ανώτερο από το συνολικό καθαρό εισόδημα των κατηγοριών Α΄έως Ζ΄. To εισόδημα που υπόκειται σε φόρο στην περίπτωση αυτή προσδιορίζεται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 19». Κατά το άρθρο 19 αυτού, «1. Η διαφορά μεταξύ του εισοδήματος που δηλώθηκε από το φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης τους, των άρθρων 16 και 17, προσαυξάνει τα εισοδήματα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά το ίδιο οικονομικό έτος, του φορολογουμένου ή της συζύγου του, κατά περίπτωση, από εμπορικές επιχειρήσεις ή από την άσκηση ελευθέριων επαγγελμάτων … 2. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία και με τα οποία καλύπτεται ή περιορίζεται η διαφορά που προκύπτει. Στις περιπτώσεις αυτής της παραγράφου ο φορολογούμενος φέρει το βάρος απόδειξης. Τα ποσά αυτά ιδίως είναι: α) Πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από αυτόν τον ίδιο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο … Αν τα εισοδήματα αυτά αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή, αναγνωρίζονται, εφόσον υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα ή απαλλάσσονται νομίμως από αυτόν. β) … δ) Εισαγωγή συναλλάγματος, που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δικαιολογείται η απόκτησή του στην αλλοδαπή. Δεν απαιτείται η δικαιολόγηση της απόκτησης αυτού του συναλλάγματος για τα πρόσωπα: αα) που κατοικούν μονίμως στο εξωτερικό ββ)… ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο…». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την τροποποίησή του με την παράγραφο 11 του άρθρου 4 του ν. 2579/1998 (Α’ 31), «Ως ετήσια τεκμαρτή δαπάνη του φορολογουμένου … λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για: α) … β) … γ) Αγορά … ακινήτων … Ως τίμημα αγοράς λαμβάνεται η αξία που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 … Ειδικά, για τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως καταβαλλόμενη δαπάνη λαμβάνεται: αα) Το τίμημα που καθορίζεται στα οικεία πωλητήρια συμβόλαια. ββ) Η διαφορά μεταξύ του τιμήματος ή της αξίας κατά περίπτωση, που φορολογήθηκε και της πραγματικής αξίας του ακινήτου, η οποία εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων … ».