Σάββατο 28 Μαΐου 2016

"In Greece, Constitutional Changes Without Constitutional Revision" [Antonis Manitakis, Emeritus Professor of Law School, Aristotel University of Thessaloniki, Former Minister, Dean Emeritus “Neapolis” Law School, Pafos, Cyprus]


The last thing that the country currently needs is the start of the process for the revision of the Constitution. At a very critical moment for the country’s economy, with the state’s existence being under threat and with the political system collapsing and becoming more and more unreliable, any discussion over constitutional revision is, in my opinion, untimely, absurd, pointless and misleading. Such a kind of constitutional change will neither respond to any of the immediate and profound problems that have been brought about by the crisis, nor tackle the chronic and structural ills of Greek political life: political and administrative corruption, tax evasion, paralysis of the state and the administration, wrecking of education, party corruption and clientelism.
The Constitution was not the one responsible for scandals and corruption or for public deficits and the excessive public debt. Besides, you do not need constitutional amendment in order to quell bureaucracy and tax evasion, to speed up the operation of the judicial system, and to acquire a flexible and effective public administration that will be respected by citizens and companies alike. Let us not use the Constitution and its revision as an alibi for political power to conceal its inability to tackle a political problem on political terms. And it is sad to see constitutional changes being used as a firework.
This is the first reason why I am cautious vis-à-vis all calls for any kind of constitutional amendment.
However, there is also a second reason. Constitutional revision is a time-consuming process. It requires increased parliamentary majorities. It takes time — at least two years — to be realized. Thus, it is about the future, not the present. And the most important aspect of all is that it needs respective decisions by two Parliamentary terms. In the current, profoundly polarizing political atmosphere that we have been experiencing throughout the crisis, such a climate of consensus is nowhere to be seen.
Nevertheless, it is true that the issue of constitutional changes makes a constant appearance in the political agenda. In fact, the new leader of the opposition, Kyriakos Mitsotakis, revived this discussion in his very first public statement after his election as leader of New Democracy: According to him, constitutional revision was to be the only issue that could become a fertile ground for common understanding with Syriza.
If indeed there is a prospect for national understanding and political consensus — which we all desire and should all seek — on issues pertaining to the function of the political system and, especially, to the rules of the political and electoral game, then I believe that certain important institutional changes can be agreed on immediately, here and now, by the current Parliament, with a simple law, without the process of constitutional revision. These are changes that are indeed of a constitutional character but concern the substantial and not the formal Constitution.
There are four such changes: Firstly, the total number of MPs can be reduced from 300 to 200 or 220 with a simple law, as explicitly provided by article 51 of the Constitution, and this change can be instituted immediately by the Parliament. The change entails a reduction of parliamentary seats by 1/3 in the respective electoral districts, and their partial redistribution.
Secondly, such a measure must be combined with the legislation — in accordance with the article 81, paragraph 4 of the Constitution — of the incompatibility of the function of the minister with that of the MP. Any MP who will be appointed as minister will have to resign from his/her parliamentary post and will not be able to exercise his/her parliamentary tasks. MPs are elected in order to represent the nation and legislate together with the government, and not in order to rule while having constantly in their minds how to serve their electoral clientele to secure their reelection.

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Noμολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες ευμενείς πράξεις και με το αντικείμενο της αγωγής (ΣτΕ 7/2016)

της Ευγενίας Β. Πρεβεδούρου, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Noμολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες ευμενείς πράξεις και με το αντικείμενο της αγωγής (ΣτΕ 7/2016)
1. H απόφαση ΣτΕ 7/2016 [7_2016] επαναλαμβάνει, συστηματοποιεί και διευκρινίζει περαιτέρω τις βασικές πτυχές της θεματικής σχετικά τόσο με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες πράξεις όσο και με το αντικείμενο της αγωγής αποζημίωσης. Κατ’αρχάς, υπενθυμίζει τις προϋποθέσεις θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των νπδδ, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, ενώ αναλύει την έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ πράξης και ζημίας. Στη συνέχεια, εξειδικεύει το περιεχόμενο της αποζημίωσης, διευκρινίζοντας ότι όταν ο λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή νπδδ είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξης παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων έκδοσής της (όπως παράνομη οικοδομική άδεια), στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς ανυπαιτίως πίστεψε, η ευθύνη του Δημοσίου ή του νπδδ προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης), το οποίο περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στη θέση, στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της μη νόμιμης πράξης (θετική ζημία), όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε εξ άλλης αιτίας, αν αυτός δεν είχε πιστέψει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξης (αποθετική ζημία). Στην περίπτωση αυτή δεν νοείται αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη και, επομένως, στην εν λόγω περίπτωση ευθύνης του Δημοσίου δεν νοείται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη (ΣτΕ 866/2011 7μ). Εν προκειμένω, η ευθύνη είναι ανάλογη προς την κατά τον Αστικό Κώδικα ευθύνη επί αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ.), την προσυμβατική ευθύνη (άρθρα 197 επ.) και την ευθύνη λόγω διάψευσης εμπιστοσύνης στο ότι καταρτίσθηκε έγκυρη δικαιοπραξία (άρθρα 132, 145, 153, 171 παρ. 2, 225, 231 παρ. 2, 234 κτλ).
2. Στη συνέχεια, η απόφαση αναλύει το ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημίωσης, αναδεικνύοντας εμμέσως τη διάκρισή του από το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ουσίας. Αντικείμενο της αγωγής μπορεί να είναι η αναγνώριση ή η καταψήφιση χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Επομένως, με την αγωγή δεν μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εννόμων σχέσεων ή δικαιωμάτων αλλά μόνον η αναγνώριση ή καταψήφιση χρηματικής αξίωσης (ΣτΕ 2112/1995, 1468/2008 σκ. 4, ΣτΕ 3872/2009 σκ. 3, 615/2012 7μ. Βλ. συναφώς Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Θέμις, 2014, αρ. περ. 651, ο οποίος επισημαίνει ότι υπό το διαπλαστικό ένδυμα της προσβολής διοικητικής πράξης με προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης υποκρύπτονται θετικά ή αρνητικά αναγνωριστικά αιτήματα, αλλά τονίζει ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος de lege lata στο ελληνικό διοικητικό δίκαιο για την ύπαρξη γενικής αναγνωριστικής αγωγής έννομης σχέσης διοικητικού δικαίου υπό την τυπική έννοια). Η πράξη ή παράλειψη, την οποία έχει ως βάση η χρηματική αυτή αξίωση, ελέγχεται, ως προς την νομιμότητά της, σύμφωνα με το άρθρο 80 παρ. 2 του ΚΔΔ, μόνο παρεμπιπτόντως, εφόσον δεν υφίσταται δεδικασμένο (ΣτΕ 615/2012 7μ). Περαιτέρω, δεν είναι νοητή η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας, η οποία να προέρχεται από έννομες σχέσεις ή δικαιώματα των οποίων ζητείται η αναγνώριση, παρά μόνον η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας η οποία είναι απότοκος συγκεκριμένης παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης με την οποία εκδηλώνεται άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει συγκεκριμένο αίτημα του διοικουμένου, το οποίο προβλέπεται από διάταξη νόμου. Εν προκειμένω, όταν κατεδαφίζεται διατηρητέο κτήριο ύστερα από άδεια των αρμόδιων αρχών, αγωγή αποζημίωσης κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που αντιστοιχεί στις δαπάνες αποκατάστασης του διατηρητέου κτίσματος, ασκείται παραδεκτώς μόνον εφόσον έχει προηγηθεί άρνηση ή έχει στοιχειοθετηθεί παράλειψη της Διοίκησης να ικανοποιήσει εν όλω ή εν μέρει σχετικό αίτημα του διοικουμένου, αίτημα, δηλαδή, για απόδοση της σχετικής δαπάνης, ύστερα από τον υπολογισμό της. Αντιθέτως, δεν είναι παραδεκτή η άσκηση ευθείας αγωγής με αίτημα την απόδοση των σχετικών δαπανών αποκατάστασης του διατηρητέου κτίσματος χωρίς να έχει προηγηθεί η υποβολή σχετικού αιτήματος ενώπιον της Διοίκησης.
3. Δεδομένου ότι η υπόθεση αφορά οικοδομή η οποία χαρακτηρίσθηκε διαδοχικά ως επικινδύνως ετοιμόρροπη και ως διατηρητέα, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε για το ακίνητο στο οποίο βρίσκεται η οικοδομή οικοδομική άδεια, το Δικαστήριο αναλύει τις αυτοτελείς διαδικασίες χαρακτηρισμού οικοδομών ως διατηρητέων κατά τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (ΓΟΚ) και κατ’ επιταγή των άρθρων 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, αφενός, και χαρακτηρισμού οικοδομών ως επικινδύνως ετοιμόρροπων, αφετέρου, και τη μεταξύ τους σχέση. Εν προκειμένω, για το ίδιο ακίνητο εκδόθηκε στις 9.2.1995 «πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπης οικοδομής» από υπαλλήλους του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Αχαΐας, με συνέπεια την υποχρέωση κατεδάφισής του εντός 3 ημερών, στις 31.3.1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν ως διατηρητέα κτήρια που βρίσκονταν εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Πατρέων, μεταξύ δε αυτών και το επίμαχο κτήριο, και στις 5.3.1998 χορηγήθηκε από τη Διεύθυνση ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας άδεια οικοδομής(κατόπιν της από 22.12.1997 αίτησής του) για την ανέγερση στο ως άνω ακίνητο νέας τετραώροφης οικοδομής. Η άδεια αυτή δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί, εφόσον διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών, η οποία καταλήγει σε ανάκληση της οικοδομικής άδειας (βλ. ΣτΕ 3824/2007: η διακοπή οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση οικοδομής πλησίον κτηρίου χαρακτηρισθέντος ως μνημείου συνιστά, ενόψει της αιτιολογίας της, ανάκληση της οικοδομικής αδείας). Πρόκειται για αντιφατική συμπεριφορά συναρμοδίων οργάνων, η οποία καταλήγει, αρχικά, στην έκδοση ευμενούς παράνομης πράξης, δηλαδή της οικοδομικής άδειας, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσής της, πράγμα που καλοπίστως αγνοεί ο ενδιαφερόμενος, και εν συνεχεία στην οιονεί ανάκλησή της. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους ως αποζημίωση το ποσό των 13.808,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκαν για την έκδοση της παράνομης οικοδομικής άδειας η οποία, στη συνέχεια, ανακλήθηκε (βλ. συναφώς ΣτΕ 980/2002: η μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου έκδοση της παράνομης πράξης διορισμού του και η ανάκληση της πράξης αυτής αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα, η οποία περιέχει τα στοιχεία του παρανόμου και του ζημιογόνου και, επομένως, δύναται κατ’ αρχήν να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ).
4. Τέλος, η απόφαση παρέχει διευκρινίσεις για ορισμένα δικονομικά ζητήματα σχετικά με την έφεση και την αναίρεση. Ως προς το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης κρίθηκε ότι, εφόσον, με το δικόγραφο της έφεσης οι αναιρεσείοντες δεν προσέβαλαν το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης περί μη επιδίκασης αποζημίωσης για την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσείοντος και δεν αμφισβήτησαν τη σχετική με το κεφάλαιο αυτό κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το ως άνω αίτημα της αγωγής, απαραδέκτως αμφισβήτησαν τη σχετική κρίση του ως άνω δικαστηρίου το πρώτον με το υπόμνημα που κατέθεσαν ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου. Με το υπόμνημα μπορούν μόνο να αναπτύξουν τους προβληθέντες λόγους έφεσης και όχι να προβάλουν νέα παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης. Όσον αφορά την αναίρεση, κρίθηκε ότι το δικόγραφο της αγωγής, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται ευθέως από το αναιρετικό δικαστήριο και ότι το αίτημα της αγωγής είναι σαφώς καθορισμένο, εφόσον σε αυτό αναφέρεται το αιτούμενο ποσό και η αιτία για την οποία το ποσό αυτό οφείλεται (ΣτΕ 201/2014 σκ. 8, 1468/2008 σκ. 4, 215/2008 σκ. 4). Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι λόγος αναίρεσης αναγόμενος στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προβαλλόμενος (ΣτΕ 3362/2013 σκ. 7, 117/2011 σκ. 6). Τέλος είναι ανέλεγκτη η περί πραγμάτων κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, όπως η κρίση ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εγνώριζαν ότι το ακίνητό τους είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο.
Διάγραμμα της απόφασης 
….
1.… με την κρινόμενη αίτηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας (πρώτη αίτηση), για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 – Α΄ 31), καταβολή παραβόλου, η αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, ήδη Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας (άρθρα 3 παρ. 1 και 3 περιπτ. ζ΄, 283 παρ. 2 και 286 του ν. 3852/2010 – Α΄87, – ΣτΕ 3809, 2899, 2896/2013), ζητεί την αναίρεση της 242/2009 αποφάσεως του ΔΕφΠατρών, με την οποία, αφού έγινε εν μέρει δεκτή έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίστηκε εν μέρει η 9/2006 απόφαση του ΔΠρΠατρών, περαιτέρω δε, αφού εκδικάστηκε η αγωγή τους και έγινε εν μέρει δεκτή, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σ’ αυτούς ως αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, το ποσό των 13.808,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αποκατάσταση της ζημίας από τη δαπάνη στην οποία αυτοί υποβλήθηκαν προκειμένου να εκδοθεί άδεια οικοδομής στο όνομα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη με έγγραφο της Προϊσταμένης της Διευθύνσεως Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή των αναιρεσιβλήτων είχε απορριφθεί στο σύνολό της.

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

«Η χρησιμότητα και τα όρια των αναλύσεων DNA στην ποινική δίκη. Ο ρόλος του πραγματογνώμονα στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων» [Δρ. Φιτσιάλος Γεώργιος Διδάκτωρ Γενετιστής, Μοριακός Βιολόγος, Πραγματογνώμων των Ελληνικών Δικαστικών Αρχών σε Θέματα Ταυτοποίησης Βιολογικού Υλικού και Ανάλυσης DNA Διευθυντής των Διαπιστευμένων Εργαστηρίων Δικανικής Γενετικής DNAlogy]

[Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων με θέμα : "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και Όρια" (Πάτρα 15-16/4/2016)]

DNA και γενετικό αποτύπωμα
To DNA, ή αλλιώς δεσοξυριβο-νουκλεϊκό οξύ, είναι το γενετικό υλικό του κυττάρου.  Το DNA φέρει όλη την πληροφορία που είναι απαραίτητη για την ύπαρξή μας και η οποία βρίσκεται κωδικοποιημένη σε τμήματα που ονομάζονται γονίδια. Ανάμεσα στα γονίδια, τα οποία καταλαμβάνουν μόλις το 1% του συνολικού μήκους του, υπάρχουν τμήματα DNA τα οποία δεν κωδικοποιούν καμία πληροφορία. Τα τμήματα αυτά περιλαμβάνουν μικρές επαναλαμβανόμενες περιοχές (STR – short tandem repeats) που εμφανίζουν υψηλό βαθμό ποικιλομορφίας μεταξύ των ατόμων και χρησιμοποιούνται στα εγκληματολογικά εργαστήρια για την ταυτοποίηση των ατόμων ή/και την μελέτη της βιολογικής συγγένειας. Η μελέτη τουλάχιστον 16 τέτοιων πολυμορφικών περιοχών (γενετικοί δείκτες) οδηγεί στην εξαγωγή του μοναδικού γενετικού προφίλ κάθε ατόμου, του γενετικού αποτυπώματος, ενώ σε πιο απαιτητικές υποθέσεις υπάρχει δυνατότητα μελέτης μεγαλύτερου αριθμού δεικτών.

Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να μας πει η ανάλυση του DNA
Όλα τα κύτταρα του σώματος φέρουν ακριβώς την ίδια πληροφορία και συνεπώς οποιαδήποτε πηγή DNA είναι εξίσου χρήσιμη (αίμα, σάλιο, τρίχες, νύχια, δέρμα, σωματικές εκκρίσεις κτλ.). Στο πρώτο στάδιο της ανάλυσης, τα πειστήρια τα οποία συλλέγονται στα πλαίσια των ποινικών υποθέσεων εξετάζονται με ειδικά τεστ ανίχνευσης προκειμένου να προσδιοριστεί η φύση του βιολογικού υλικού, αν πρόκειται δηλαδή για αίμα, σάλιο, σπέρμα, ούρα ή άλλου είδους βιολογικό υλικό. Η ανάλυση του DNA που ακολουθεί, μπορεί να μας πληροφορήσει:
α) για τον αριθμό των ατόμων από τα οποία προέρχεται το υλικό, αν πρόκειται δηλαδή για ένα η περισσότερα άτομα
β) για το φύλο του ατόμου ή των ατόμων, αν πρόκειται δηλαδή για αρσενικά ή θηλυκά άτομα
γ) για το γενετικό προφίλ/αποτύπωμα του ατόμου ή των ατόμων. Η σύγκριση των ευρημάτων με τα γενετικά προφίλ των υπόπτων (δείγματα αναφοράς) μπορεί να μας πληροφορήσει αν πρόκειται πράγματι για τα άτομα αυτά.
Από την άλλη, τα αποτελέσματα της ανάλυσης του DNA δεν μπορούν να μας πληροφορήσουν:
α) για το χρόνο εναπόθεσης του γενετικού υλικού στα πειστήρια, αν πρόκειται δηλαδή για πρόσφατη ή παλαιότερη εναπόθεση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ληστείας που συνέβη σε κοσμηματοπωλείο, την οποία χειρίστηκαν οι Πραγματογνώμονες της DNAlogy και στην οποία συλλέχθηκε και εξετάστηκε ως πειστήριο ένα μπουφάν που βρέθηκε στο κατάστημα και φορούσε ένας από τους δράστες. Η ανάλυση του DNA που πραγματοποιήθηκε έδωσε ένα μεικτό γενετικό προφίλ τριών ατόμων. Καθώς μόνο ένα άτομο θα μπορούσε να φοράει το μπουφάν την ώρα της ληστείας, τα άλλα δύο άτομα ενδέχεται να είχαν έρθει σε επαφή με αυτό σε προγενέστερο χρόνο, χωρίς να υπάρχει τρόπος να ταυτοποιηθεί ο πιο πρόσφατος χρήστης.
β)για τον τρόπο της εναπόθεσης, αν δηλαδή το άτομο ήρθε σε άμεση επαφή με το πειστήριο ή αν το γενετικό του υλικό μεταφέρθηκε εκεί από κάποιο άλλο άτομο ή επιφάνεια. Για παράδειγμα, αν ένα άτομο καπνίσει ένα τσιγάρο και στη συνέχεια κάποιος κακόβουλα τρίψει αυτό το τσιγάρο στη λαβή ενός όπλου, τότε το γενετικό υλικό από το τσιγάρο θα μεταφερθεί στη λαβή και τελικά το άτομο που το κάπνισε θα ανιχνευθεί στο όπλο χωρίς να έχει έρθει ποτέ σε επαφή με αυτό.
Οι μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται σήμερα παγκοσμίως στα εγκληματολογικά εργαστήρια για την ανάλυση του γενετικού υλικού χαρακτηρίζονται πλέον από μεγάλη ευαισθησία και βελτιώνονται συνεχώς, ώστε να μπορούν να δώσουν αποτέλεσμα ακόμα και από υλικό χαμηλής ποσότητας ή/και ποιότητας. Η υψηλή ευαισθησία των τεστ πολλές φορές οδηγεί σε αποτελέσματα μη σχετικά με το πλαίσιο της υπόθεσης αφού ανιχνεύεται και κάθε άλλη μικροποσότητα γενετικού υλικού που προϋπήρχε στο χώρο. Αν φανταστεί κανείς ότι μόλις ένα με δύο κύτταρα αρκούν για την ανάλυση και την εξαγωγή ενός πλήρους γενετικού προφίλ, ενώ ένα φτέρνισμα εκτοξεύει εκατοντάδες κύτταρα, τότε μπορεί να κατανοήσει πόσο εύκολο είναι να βρεθεί το γενετικό υλικό ενός ατόμου σε ένα σημείο από το οποίο πέρασε και στη συνέχεια έλαβε χώρα ένας φόνος. Για αυτό το λόγο, δεν αρκεί η απλή παρουσίαση των αποτελεσμάτων, αλλά κρίνεται επιβεβλημένη η ερμηνεία των αποτελεσμάτων από εξειδικευμένους επιστήμονες με βαθιά γνώση των αρχών της επιστήμης της γενετικής εγκληματολογίας, οι οποίοι θα θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου όλα τα πιθανά σενάρια που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τα αποτελέσματα.
Η αξία του Τεχνικού Συμβούλου στην Ποινική Δίκη

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

ΣυμβΕφΑθηνών 302/2016 : Ψευδής βεβαίωση – Απιστία

Η εφαρμογή του Ν. 4022/2011 εκτείνεται τόσο στα υπηρεσιακά όσο και στα μη υπηρεσιακά εγκλήματα που τελούν τα μνημονευόμενα στην περίπτ. β΄ του άρθρου 1 του νόμου αυτού πρόσωπα (γραμματείς Υπουργείων, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι ΝΠΔΔ κλπ, αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των ΟΤΑ και υπάλληλοι). Αδίκημα ψευδούς βεβαίωσης. Βεβαίωση υπαλλήλου Νοσοκομείου για την καλή λειτουργία ιατρικών μηχανημάτων και την τεχνική τους κάλυψη από συγκεκριμένη εταιρεία. Δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την τέλεση του ως άνω αδικήματος. Αδίκημα απιστίας. Απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου Νοσοκομείου, ληφθείσα κατά πλειοψηφία, για μη αποδοχή δωρεάς μεταχειρισμένου ιατρικού μηχανήματος που προσέφερε έτερο Νοσοκομείο. Δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την τέλεση του ως άνω αδικήματος εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που έλαβαν την ως άνω απόφαση. Ουδεμία ζημία επήλθε με την μη αποδοχή της δωρεάς. Τουναντίον, η αποδοχή της δωρεάς θα προκαλούσε ζημία στο Νοσοκομείο (Η αποδοχή της δωρεάς θα επαγόταν υψηλό κόστος για το Νοσοκομείο συγκρινόμενο με το κόστος αγοράς ενός καινούριου αντίστοιχου μηχανήματος. Το μεταχειρισμένο μηχάνημα δεν θα υποστηριζόταν πλέον από την παραγωγό εταιρεία. Το Νοσοκομείο δεν είχε ανάγκη να αποκτήσει αντίστοιχο μηχάνημα, αφού ήδη κάλυπτε τις ανάγκες των ασθενών του με άλλο μηχάνημα). Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου με την απόφασή τους να μην αποδεχθούν τη δωρεά δεν παραβίασαν τους κανόνες επιμελούς διαχείρισης της (ξένης) περιουσίας του Νοσοκομείου. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν ήθελαν με την ως άνω απόφασή τους να ελαττώσουν την περιουσία του Νοσοκομείου και δεν είχαν σκοπό να ωφεληθεί κάποιος άλλος.

ΑΡΙΘΜΟΣ: 302/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταματική Μιχαλέτου Πρόεδρο Εφετών, Παναγιώτη Βενιζελέα και Παναγιώτα Διακουμάκου-Εισηγήτρια, Εφέτες. 
Συνεδρίασε στο ειδικό δωμάτιο διασκέψεων στις 28 Ιανουαρίου 2016.
Στη συνεδρίαση παραστάθηκε η Γραμματέας Στυλιανή Τζανιδάκη.
Κατά των κατηγορουμένων: 1) … και 8) …, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ποινική δίωξη, ο πρώτος για: α) ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και β) άμεση συνέργεια σε απιστία από κοινού εκ της οποίας η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ο δεύτερος, τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομη και όγδοη για απιστία από κοινού εκ της οποίας η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των ευρώ και ο τρίτος για άμεση συνέργεια στην ως άνω πράξη της απιστίας.

Για την υπόθεση αυτή διατάχθηκε και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών διαβίβασε τη σχηματισθείσα δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, η οποία και εισάγεται στον παρόν Συμβούλιο, μαζί με την 1815/2015 πρόταση της Αντεισαγγελέα Εφετών Ουρανίας Σταθέα, που έχει ως εξής:

Εισάγω, ενώπιον του Συμβουλίου Σας, κατά το άρθρο 3 του Ν. 4022/2011, την προκείμενη ποινική δικογραφία κατά των: 1) … και 8) …  κατηγορουμένων ο πρώτος για : α) ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και β) άμεση συνέργεια σε απιστία από κοινού εκ της οποίας η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (αρ.13α, γ, 45, 46παρ.1β, 98, 94 παρ.1, 242 παρ. 3-1 ΠΚ σε συνδ. με αρ.1 παρ.1 Ν.1ό08/1950 και- αρ.ίεβ.β Ν.4022/2011, 390 ΠΚ), ο δεύτερος, τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομη και όγδοη για απιστία από κοινού εκ της οποίας η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (αρ. 45, 390 ΠΚ) και ο τρίτος, για άμεση συνέργεια (αρ. 46παρ,1β ΠΚ) στην ως άνω πράξη της απιστίας και εκθέτω τα εξής:

Με αφορμή το με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΜΠ 5352/11-4-2012 πληροφοριακό δελτίο του Σ.Δ.Ο.Ε., κατόπιν της από 4- 4-2012 έγγραφης ανώνυμης καταγγελίας, η οποία, όπως εκ των υστέρων προέκυψε, έγινε από τον …, διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος προκαταρκτική εξέταση και εν συνεχεία ασκήθηκε στις 26-2-2015, ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων δια παραγγελίας για κύρια ανάκριση από τον Ανακριτή Ν.4022/2011, η δε παραγγελθείσα κυρία ανάκριση περατώθηκε νομοτύπως, κατ’ άρθρο 270 παρ. ια ΚΠΔ . Κατά το άρθρο 3 του Ν. 4022/2011 «Στα εγκλήματα που προβλέπονται στο άρθρο 1, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών με βούλευμα. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα της εισάγει με πρόταση του στο συμβούλιο των εφετών, το οποίο, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα, αποφαίνεται αμετακλήτως, είτε να μη γίνει κατηγορία, είτε εκδίδοντας παραπεμπτικό βούλευμα....» Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως τροποποιηθείσα και συμπληρωθείσα ισχύει σήμερα, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατ’ άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών [ήδη 150.000 ευρώ], επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης, και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Επειδή κατά το άρθρο 242 παρ.1 ΠΚ «Υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους» συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση του, εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263 ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13γ ΠΚ και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438ΚΠολΔ και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σε αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, όπως εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσης ή κατάστασης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση του να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά (ΑΠ 1176/2013 ΠοινΧρ ΞΔ'348, ΑΠ 540/2013 ΠοινΧρ ΞΔ' 349). Η ως άνω πράξη μορφοποιείται σε κακούργημα και επιβάλλεται κάθειρξη, αν ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει στο εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 390ΠΚ «Όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχε την επιμέλεια ή διαχείριση( ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη)τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών(3) μηνών». Από την διάταξη αυτή, που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικά μεν η επέλευση βλάβης στη περιουσία τρίτου προσώπου, της οποίας ο δράστης έχει την διαχείριση ή επιμέλεια με βάση το νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικά δε δόλος και δη άμεσος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι με την πράξη του επιφέρει ζημία στην περιουσία τρίτου. Βλάβη της περιουσίας είναι η μείωσή της που επέρχεται με την μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά την διάθεσή της από τον δράστη. Επίσης, βλάβη της περιουσίας είναι και το με βεβαιότητα αναμενόμενο, αλλά διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 682/2013 ΠοινΧρ ΞΔ'370). Κατά το δεύτερο εδάφιο του ιδίου ως άνω άρθρου «εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών».

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

ΜΕφΘεσ 219/16: Σύμβαση εργασίας - Μετατροπή σε μερικής απασχόλησης - Άρνηση εργαζομένου - Αναστολή εργασιακής σχέσης. Συνταγματικότητα Ν.4046/12 και ΠΥΣ 6/12. Πρόταση του εργοδότη - επιχείρησης φύλαξης του ΑΠΘ, να μειώσει το ωράριο εργασίας από οκτώ σε έξι ώρες, ήτοι να μετατραπούν οι συμβάσεις εργασίας σε μερικής απασχόλησης, διαφορετικά θα ήταν αναγκαία η μετακίνηση των εργαζομένων στη φύλαξη άλλης εγκατάστασης. Ο ενάγων αρνήθηκε την ανωτέρω πρόταση της εναγομένης, ενώ η εργοδότρια επιχείρηση τον κάλεσε να προσκομίσει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια εργασίας του. Η εν λόγω πρόταση δεν συνιστά δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας. Η δήλωση της επιχειρήσεως ότι οι υπηρεσίες του μισθωτού θα γίνουν αποδεκτές όταν προσκομίσει την άδεια, και μέχρι τότε η εργασιακή σχέση τελεί σε αναστολή, δεν συνιστά καταγγελία της συμβάσεως. Τέλος, η αδυναμία προσκομίσεως της αδείας λόγω προηγούμενης καταδίκης του ενάγοντος για παράνομη οπλοφορία, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση νόμιμης αξίωσης για αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού από την επιχείρηση. Κρίθηκε ότι οι μεταβατικές (ως προς τη λήξη των ΣΣΕ κλπ) διατάξεις του Ν.4046/12 και της ΠΥΣ 6/12 δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα (άρθρα 22 και 23).

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 219/2016

Εφέτης: ΒΑΣ. ΣΤΕΦΟΣ

(...) Από την γραμματική διατύπωση και την χρονική αλληλουχία των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 1 της ΠΥΣ 6/12(παρ. 13) και του Ν. 4093/12, (παρ. 14) σε συνδυασμό και με τις σχετικές διατάξεις του Ν. 4046/12(παρ. 15) και την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4093/12, προκύπτει ότι το ύψος του κατώτατου μισθού και του κατώτατου ημερομισθίου, καθώς και τα συναφή ζητήματα ρυθμίζονται πλέον από τον τελευταίο νόμο. Περαιτέρω, το άρθρο 22 του Συντάγματος ορίζει ότι «1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. ... 2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία. 3. ...». 
Το δε άρθρο 23 του Συντάγματος ορίζει ότι «1. Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ’ αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου. 2. Η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων...». Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 22 του Συντάγματος, η ρύθμιση από τον νομοθέτη κατ’ αποκλειστικό τρόπο όρων εργασίας και ζητημάτων που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις και, συνακόλουθα, η αφαίρεσή τους από την ύλη της συλλογικής αυτονομίας, που αποτελεί περιεχόμενο της συνδικαλιστικής ελευθερίας, είναι επιτρεπτή όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την λειτουργία της Εθνικής Οικονομίας και ενόσω αυτοί διαρκούν (πρβλ. ΣτΕ 2426/83, 2370/84, 2289/87, 2377/88, 4063/89, 2190/91, 4555/96 κ.α.). 
Οι ρυθμίσεις των άρθρων 2 έως 5 της ΠΥΣ 6/12 περιορίζουν το πεδίο συλλογικής αυτονομίας, καθώς και μισθολογικά και εν γένει εργασιακά δικαιώματα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και των δημοσίων επιχειρήσεων. Οι ρυθμίσεις αυτές, συνεκτιμώμενες και με τις ρυθμίσεις των νόμων, που θεσπίσθηκαν πριν από την έκδοση της εν λόγω ΠΥΣ (και αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη), καθώς και με τη μείωση του κατώτατου μισθού και του κατώτατου ημερομισθίου, που επιβλήθηκε αρχικά με το άρθρο 1 της ΠΥΣ 6/12 και, ακολούθως, με τον μεταγενέστερο νόμο 4093/12, συνιστούν σοβαρή υποχώρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και αντίστοιχη εξασθένηση της θέσης τους έναντι των εργοδοτών. Εντάσσονται, όμως, σε ένα ευρύτερο σύστημα ρυθμίσεων και μέτρων, τα οποία εκτείνονται σε ένα μεγάλο φάσμα τομέων της δημόσιας πολιτικής και περιγράφονται αναλυτικά στο Μνημόνιο, κείμενο κατ’ εξοχήν τεχνικού χαρακτήρα, και του οποίου το σχέδιο εγκρίθηκε με τον Ν. 4046/12, και αποσκοπούν ―όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού και αναλύεται εκτενέστερα στο Μνημόνιο― στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της διόγκωσης του δημοσίου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, μέσω, μεταξύ άλλων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, της μείωσης του κόστους εργασίας και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της Eλληνικής Oικονομίας. 

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

2770/2015 ΣτΕ Τμήμα Β’

Διαγωνισμός για την προμήθεια αγαθών χρήσης προσβάσιμου εκπαιδευτικού λογισμικού, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2522/1997 – Αίτηση ακύρωσης μετά από απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδοθείσα στο πλαίσιο του Ν. 2522/1997, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων – Ανάκληση κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού επειδή κατά τον προληπτικό έλεγχο του σχετικού σχεδίου σύμβασης από το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε ότι μεταξύ της αναδόχου εταιρείας και συνυποψηφίας εταιρείας υφίστανται ιδιαίτερες σχέσεις και δη ότι οι εταιρείες αυτές έχουν στα ΔΣ τους τρία κοινά μέλη και ότι οι σχέσεις αυτές αποδεικνύουν την οργανική εξάρτηση των εταιρειών σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκύπτει άνευ άλλου τινός η συνεννόησή τους και εναρμόνιση των προσφορών τους, με αποτέλεσμα να επέρχεται παραβίαση της αρχής της μυστικότητας των προσφορών και νόθευση του ανταγωνισμού – Μη νόμιμη κρίση διότι οι σχέσεις των εταιρειών δεν αρκούσαν από μόνες τους ώστε να αποτελέσουν νόμιμο λόγο αποκλεισμού αλλά απαιτείτο η αιτιολογημένη διαπίστωση ότι οι σχέσεις αυτές επηρέασαν συγκεκριμένα τη συμπεριφορά των εταιρειών κατά τη διαμόρφωση των προσφορών και τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό – Πλημμελής αιτιολογία προσβαλλόμενης απόφασης – Δεκτή η αίτηση ακύρωσης.

ΑΠΟΦΑΣΗ 2770/2015 ΣτΕ Τμήμα Β’
1. Επειδή με την υπ” αριθμ. πρωτ. 6589/28-7-2006 διακήρυξη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ανεξάρτητης δημόσιας υπηρεσίας υπαγόμενης στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, κατ” άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 1566/1985 (ΣΕ 3450/06 κ.α.), προκηρύχθηκε δημόσιος διεθνής ανοικτός διαγωνισμός, με κριτήριο κατακύρωσης την πλέον συμφέρουσα προσφορά, για την προμήθεια αδειών χρήσης προσβάσιμου εκπαιδευτικού λογισμικού ειδικής και γενικής αγωγής για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προϋπολογισθείσας δαπάνης 6.689.000 ευρώ (χωρίς φπα). Στο διαγωνισμό, ο οποίος διενεργήθηκε στις 3-10-2006, έλαβαν μέρος, μεταξύ άλλων, η αιτούσα και οι εταιρείες «….» και «….». Με την υπ” αριθμ. 37/18-10-2006 απόφαση του Συντονιστικού Συμβουλίου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου κρίθηκαν καταρχήν αποδεκτές οι προσφορές των ως άνω εταιρειών. Κατά της απόφασης αυτής, η εταιρεία «….» υπέβαλε την υπ” αριθμ. πρωτ. 8820/24-10-2006 προσφυγή του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 2522/1997, ισχυριζόμενη ότι, εξαιτίας της κοινής διοίκησης, μετοχικής σύνθεσης και έδρας της αιτούσας και της εταιρείας «….», η συμμετοχή τους για την ίδια κατηγορία λογισμικού του διαγωνισμού [500 άδειες για την κάλυψη ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών (αυτισμός), προϋπολογισθείσας δαπάνης 115.500 ευρώ (χωρίς φπα)] είναι αντίθετη στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού και καταστρατηγεί τη διακήρυξη, και δη το άρθρο 2.2 παρ. 5 αυτής, που απαγορεύει την υποβολή περισσοτέρων από μία προσφορών από τον ίδιο υποψήφιο στην ίδια κατηγορία λογισμικού. Με την υπ” αριθμ. 39/1-11-2006 απόφαση του, το Συντονιστικό Συμβούλιο απέρριψε ως αβάσιμη την προαναφερθείσα προσφυγή της εταιρείας «….». Ακολούθως, κατά την τεχνική αξιολόγηση των προσφορών στην ανωτέρω κατηγορία λογισμικού, το Συντονιστικό Συμβούλιο έκανε δεκτές τις προσφορές της αιτούσας και της εταιρείας «….», ενώ απέρριψε τις προσφορές των λοιπών συμμετεχουσών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και της εταιρείας «….», και με την υπ” αριθμ. 25/11-6-2008 απόφαση του κατακύρωσε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού για το προαναφερθέν είδος στην αιτούσα εταιρεία. Εν συνεχεία, όμως, στο πλαίσιο του προληπτικού ελέγχου του άρθρου 19 παρ. 7 του π.δ/τος 774/1980, το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την υπ” αριθμ. 152/2008 πράξη του ΣΤ” Κλιμακίου του, έκρινε ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου της σχετικής σύμβασης, με την αιτιολογία ότι, λόγω της οργανικής εξάρτησης της αιτούσας και της εταιρείας «…», η έγκριση των προσφορών τους ως παραδεκτών για την ίδια κατηγορία λογισμικού παραβιάζει τη διακήρυξη (άρθρο 2.2. παρ. 5) και τις αρχές ,του υγιούς ανταγωνισμού, της διαφάνειας και της ισότιμης μεταχείρισης μεταξύ των διαγωνιζομένων. Κατόπιν τούτου, το Συντονιστικό Συμβούλιο, με την υπ’ αριθμ. 36/10-9-2008 πράξη του, ανεκάλεσε την ως άνω κατακυρωτική απόφαση και κάθε προηγούμενη πράξη του που αφορά την αιτούσα και απεφάσισε να μην υπογραφεί η σχετική σύμβαση με την τελευταία. Κατά της απόφασης αυτής η αιτούσα υπέβαλε την υπ’ αριθμ. πρωτ. 6884/10-10-2008 προσφυγή του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 2522/1997, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 42/15-10-2008 απόφαση του Συντονιστικού Συμβουλίου για τους λόγους, οι οποίοι περιέχονται στην υπ’ αριθμ. 152/2008 πράξη του ΣΤ” Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου» στη συνέχεια δε, άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 582/2009 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού πιθανολογήθηκε σοβαρά ως βάσιμος ο προβληθείς από την αιτούσα λόγος ότι η επίμαχη ανάκληση της κατακυρωτικής πράξης εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της προηγούμενης ακρόασης. Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα ζητεί την ακύρωση της ως άνω υπ’ αριθμ. 42/15-10-2008 απόφασης του Συντονιστικού Συμβουλίου περί απορρίψεως της προδικαστικής της προσφυγής.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

"Νομολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με τα μέτρα εσωτερικής τάξης. Διεύρυνση των κριτηρίων της έννοιας και ενίσχυση της έννομης προστασίας" [της Ευγενίας Πρεβεδούρου, αν. καθηγήτριας στη Σχολή Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης]

1. Μετά την ανάλυση της έννοιας και των δικονομικών συνεπειών του ηπίου δικαίου (soft law) και την ανάδειξη της σημασίας του (Documentation française, 2013), το Conseil d’Etat, σε δικαιοδοτικό αυτή τη φορά πλαίσιο, παρέχει περαιτέρω διευκρινίσεις για τη νομική κατηγορία των μέτρων εσωτερικής τάξης (στο εξής: ΜΕΤ), κινούμενο προς την κατεύθυνση της συρρίκνωσης του πεδίου εφαρμογής της και της συνακόλουθης διεύρυνσης της έννομης προστασίας [βλ. για την έννοια www.prevedourou.gr, Επίκαιρα θέματα για τη μονομερή διοικητική πράξη (Αctualité de l’acte administratif unilateral, AJDA 14/2015, σ. 792-815), με τις σχετικές βιβλιογραφικές παραπομπές]. Όπως επισημαίνουν οι «θεσμικοί σχολιαστές της νομολογίας του Conseil d’Etat, η νομολογία επανεξετάζει και αναθεωρεί σε τακτά διαστήματα θεμελιώδη ζητήματα δικονομικού δικαίου [περιορισμός των αναδρομικών αποτελεσμάτων δικαστικής ακύρωσης (Association AC!), κατάργηση της δίκης λόγω παραίτησης του αιτούντος (Rigat), σημασία των τυπικών πλημμελειών για τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης (Danthony), ένδικα βοηθήματα κατά διοικητικής σύμβασης (Tarn etGaronne)]. Με τις δύο σχετικά πρόσφατες αποφάσεις του της 15ης Απριλίου 2015, Pôle emploi, και της 25ηςΣεπτεμβρίου 2015, Mme B, η Ολομέλεια του δικαιοδοτικού τμήματος του Conseil d’Etat (Section du contentieux) συμπληρώνει τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για τον χαρακτηρισμό μιας διοικητικής απόφασης ως ΜΕΤ και, επομένως, μη δεκτικού δικαστικής προσβολής.

2. Στην υπόθεση Pôle emploi, η οποία κατέληξε στην απόφαση της 15ης Απριλίου, δεν ανατέθηκαν στην αιτούσα και αναιρεσείουσα, η οποία ήταν συμβασιούχος δημοσίου δικαίου (agent de droit public non titulaire) στο Pôle emploi (νπδδ [établissement public administratif] αρμόδιο για την καταπολέμηση της ανεργίας), τα καθήκοντα «περιφερειακού νομικού συμβούλου» («correspondant régional justice»), τα οποία ανατέθηκαν σε άλλο υπάλληλο. Θεωρώντας ότι διαθέτει περισσότερα προσόντα για τη θέση, η αιτούσα υποστήριξε ότι ο πραγματικός λόγος προτίμησης του άλλου υπαλλήλου ήταν η δική της προηγούμενη συνδικαλιστική δράση. Προέβαλε, δηλαδή, δυσμενή μεταχείρισή της λόγω συνδικαλιστικής δράσης, η οποία καθόρισε την απόρριψη της υποψηφιότητάς της για την ανάθεση των καθηκόντων που ζητούσε. Πράγματι, σύμφωνα και με τις προτάσεις της rapporteur public, Ε. Bokdam-Tognetti, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η άρνηση τοποθέτησης είναι, κατ’αρχήν, MET, εκτός εάν η τοποθέτηση «έχει συνέπειες οικονομικής φύσης ή αισθητή αύξηση αρμοδιοτήτων, ή εάν η άρνηση θίγει προνόμια που ο ενδιαφερόμενος αντλεί από την υπηρεσιακή του κατάσταση ή τις εγγυήσεις εξέλιξης της σταδιοδρομίας του».

3. Στην υπόθεση Mme B. η οποία κατέληξε στην απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου, η αιτούσα και αναιρεσείουσα Β., επιθεωρητής εργασίας τοποθετημένη αρχικώς στο τμήμα επιθεώρησης εργασίας 11 B, quai de Jemmapes, στο 10ο διαμέρισμα του Παρισιού, προσέβαλε την απόφαση με την οποία τοποθετήθηκε στο τμήμα 9 C, rue Taitbout, στο 9ο διαμέρισμα. Λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών και της αιτιολογίας της αλλαγής τοποθέτησης, πρόκειται για ΜΕΤ που ελήφθη λόγω της υποκειμενικής συμπεριφοράς της ενδιαφερομένης, η οποία προκαλούσε διαταραχές στην υπηρεσία της. Εν προκειμένω, το ερώτημα που ανέκυψε ήταν αν το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη αλλαγή τοποθέτησης εχώρησε λόγω της συμπεριφοράς της αποκλείει τον χαρακτηρισμό της εν λόγω απόφασης ως ΜΕΤ.

4. Με τις δύο αποφάσεις του, το Conseil d’Etat επαναλαμβάνει την πάγια νομολογία η οποία εξαρτά την ύπαρξη ΜΕΤ από την έλλειψη συνεπειών του οικείου μέτρου (Α) και εμπλουτίζει τα κριτήρια της έννοιας αυτής με την προσθήκη μιας αρνητικής προϋπόθεσης, δηλαδή την έλλειψη δυσμενούς διάκρισης. Με άλλα λόγια, για να χαρακτηρισθεί μια απόφαση ως ΜΕΤ πρέπει να συντρέχει και η αρνητική προϋπόθεση που συνίσταται στο ότι η αιτιολογία της δεν εισάγει δυσμενή διάκριση (Β). Περαιτέρω, το υπό εξέταση μέτρο δεν θα πρέπει να συνιστά συγκεκαλυμμένη κύρωση (Γ). Τέλος, το γεγονός ότι η απόφαση συνδέεται με την υποκειμενική συμπεριφορά του αποδέκτη, οπότε η λήψη της απαιτεί, κατ’αρχήν, την τήρηση ορισμένων διαδικαστικών εγγυήσεων, δηλαδή των δικαιωμάτων άμυνας (του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης), δεν αρκεί για τον αποκλεισμό του χαρακτηρισμού της ως ΜΕΤ (Δ). Διαπιστώνεται ότι η κλασική προσέγγιση περί «μέτρων με ήσσονος σημασίας αποτελέσματα» εμπλουτίζεται και αυστηροποιείται, ενόψει ενίσχυσης της έννομης προστασίας. Εκτός των ως άνω ουσιαστικών ζητημάτων, η νεότερη νομολογία διευκρινίζει και το δικονομικό ζήτημα του βάρους της απόδειξης, που είχε διατυπώσει η απόφαση Perreux, γνωστή κυρίως για την εγκατάλειψη της νομολογίας Cohn-Bendit και την αλλαγή της στάσης του Conseil d’Etat έναντι των οδηγιών της Ένωσης (E).

Α. Κλασική νομολογία: έλλειψη αποτελεσμάτων του μέτρου
  1. Η γενική αρχή: το μέτρο εσωτερικής τάξης ορίζεται επί τη βάσει των αποτελεσμάτων του.
H έννοια των μέτρων εσωτερικής τάξης καλύπτει μια ειδική κατηγορία ατομικών διοικητικών πράξεων που δεν είναι βλαπτικές (qui ne font pas grief), όχι διότι δεν έχουν έννομες συνέπειες για την κατάσταση του διοικουμένου, όπως πολλά προϊόντα της Διοίκησης που στερούνται κανονιστικού/ρυθμιστικού χαρακτήρα (πχ γνώμες, εισηγήσεις, ευχές), αλλά διότι έχει κριθεί ότι οι συνέπειες αυτές δεν είναι αρκούντως σημαντικές ώστε να είναι δυνατή η δικαστική προσβολή τους. Η παλαιά αυτή νομολογιακή κατασκευή – οι πρώτες εκδηλώσεις της ανατρέχουν έναν αιώνα πριν [τα πρώτα ΜΕΤ ήταν η απόφαση εισαγωγής στρατιωτικού σε νοσοκομείο για λόγους υγείας (CE 3 avril 1914, Digard, Lebon σ. 44), η χορήγηση ή η άρνηση χορήγησης άδειας από τη στρατιωτική αρχή (CE 18 oct. 1918, Voltine, Lebon σ. 908), η βαθμολογία των υπαλλήλων (CE 5 nov. 1920, Crabe, Lebon σ. 930), η απόφαση του διευθυντή λυκείου να μειώσει κατά μία ώρα τη διδασκαλία των ελληνικών (CE 8 juill. 1921, Lacroix, Lebon σ. 690)] – προσαρμόσθηκε σταδιακά στην ενίσχυση και εντατικοποίηση του δικαστικού ελέγχου της Διοίκησης, συνιστά δε ένα από τα σημεία ισορροπίας μεταξύ των επιταγών της νομιμότητας και των επιταγών της χρηστής διοίκησης των δημοσίων υπηρεσιών και της δικαιοσύνης. Οριοθετεί ένα πεδίο διοικητικής δράσης, το οποίο ο δικαστής αποφάσισε να μην υποβάλει στον έλεγχό του. Ο χαρακτηρισμός μιας απόφασης ως ΜΕΤ την καθιστά ανεπίδεκτη δικαστικής προσβολής, όπως ακριβώς και την άρνηση έκδοσής της [CE, 17 oct. 1986, n° 59536, Chabot] ή ανάκλησής της [CE, 20 oct. 1954, Chapon, Lebon σ. 541]. Η απόφαση αυτή δεν μπορεί ούτε να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως [CE, ass., 6 mai 1966, n° 57452, Guillain, Lebon σ. 30] ούτε να θεμελιώσει την ευθύνη της Διοίκησης [CE, 10 mars 1982, n° 24010, Taddei, Lebon σ. 534]. Δεδομένου ότι το απαράδεκτο αφορά το ίδιο το αντικείμενο του ενδίκου βοηθήματος, δηλαδή την προσβαλλόμενη πράξη, δεν μπορεί να θεραπευθεί. Επομένως, η κατηγορία των ΜΕΤ συνιστά αποτελεσματικό εργαλείο περιορισμού της ροής υποθέσεων στα δικαστήρια, το οποίο έγκειται στην απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος ως προδήλως απαραδέκτου με διάταξη του προέδρου του οικείου δικαιοδοτικού τμήματος (CJA, άρθρα R. 122-12 και R. 222-1). Αυτό είναι άλλωστε το βασικό ενδιαφέρον του εν λόγω χαρακτηρισμού που μπορεί να καλύψει μεγάλο αριθμό αποφάσεων, οι οποίες λαμβάνονται στο πλαίσιο της οργάνωσης και της λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών.