Η εφαρμογή του Ν. 4022/2011 εκτείνεται τόσο στα υπηρεσιακά όσο και στα μη υπηρεσιακά εγκλήματα που τελούν τα μνημονευόμενα στην περίπτ. β΄ του άρθρου 1 του νόμου αυτού πρόσωπα (γραμματείς Υπουργείων, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι ΝΠΔΔ κλπ, αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των ΟΤΑ και υπάλληλοι). Αδίκημα ψευδούς βεβαίωσης. Βεβαίωση υπαλλήλου Νοσοκομείου για την καλή λειτουργία ιατρικών μηχανημάτων και την τεχνική τους κάλυψη από συγκεκριμένη εταιρεία. Δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την τέλεση του ως άνω αδικήματος. Αδίκημα απιστίας. Απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου Νοσοκομείου, ληφθείσα κατά πλειοψηφία, για μη αποδοχή δωρεάς μεταχειρισμένου ιατρικού μηχανήματος που προσέφερε έτερο Νοσοκομείο. Δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την τέλεση του ως άνω αδικήματος εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που έλαβαν την ως άνω απόφαση. Ουδεμία ζημία επήλθε με την μη αποδοχή της δωρεάς. Τουναντίον, η αποδοχή της δωρεάς θα προκαλούσε ζημία στο Νοσοκομείο (Η αποδοχή της δωρεάς θα επαγόταν υψηλό κόστος για το Νοσοκομείο συγκρινόμενο με το κόστος αγοράς ενός καινούριου αντίστοιχου μηχανήματος. Το μεταχειρισμένο μηχάνημα δεν θα υποστηριζόταν πλέον από την παραγωγό εταιρεία. Το Νοσοκομείο δεν είχε ανάγκη να αποκτήσει αντίστοιχο μηχάνημα, αφού ήδη κάλυπτε τις ανάγκες των ασθενών του με άλλο μηχάνημα). Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου με την απόφασή τους να μην αποδεχθούν τη δωρεά δεν παραβίασαν τους κανόνες επιμελούς διαχείρισης της (ξένης) περιουσίας του Νοσοκομείου. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν ήθελαν με την ως άνω απόφασή τους να ελαττώσουν την περιουσία του Νοσοκομείου και δεν είχαν σκοπό να ωφεληθεί κάποιος άλλος.
ΑΡΙΘΜΟΣ: 302/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταματική Μιχαλέτου Πρόεδρο Εφετών, Παναγιώτη Βενιζελέα και Παναγιώτα Διακουμάκου-Εισηγήτρια, Εφέτες.
Συνεδρίασε στο ειδικό δωμάτιο διασκέψεων στις 28 Ιανουαρίου 2016.
Στη συνεδρίαση παραστάθηκε η Γραμματέας Στυλιανή Τζανιδάκη.
Κατά των κατηγορουμένων: 1) … και 8) …, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ποινική δίωξη, ο πρώτος για: α) ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και β) άμεση συνέργεια σε απιστία από κοινού εκ της οποίας η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ο δεύτερος, τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομη και όγδοη για απιστία από κοινού εκ της οποίας η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των ευρώ και ο τρίτος για άμεση συνέργεια στην ως άνω πράξη της απιστίας.
Για την υπόθεση αυτή διατάχθηκε και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών διαβίβασε τη σχηματισθείσα δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, η οποία και εισάγεται στον παρόν Συμβούλιο, μαζί με την 1815/2015 πρόταση της Αντεισαγγελέα Εφετών Ουρανίας Σταθέα, που έχει ως εξής:
Εισάγω, ενώπιον του Συμβουλίου Σας, κατά το άρθρο 3 του Ν. 4022/2011, την προκείμενη ποινική δικογραφία κατά των: 1) … και 8) … κατηγορουμένων ο πρώτος για : α) ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και β) άμεση συνέργεια σε απιστία από κοινού εκ της οποίας η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (αρ.13α, γ, 45, 46παρ.1β, 98, 94 παρ.1, 242 παρ. 3-1 ΠΚ σε συνδ. με αρ.1 παρ.1 Ν.1ό08/1950 και- αρ.ίεβ.β Ν.4022/2011, 390 ΠΚ), ο δεύτερος, τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομη και όγδοη για απιστία από κοινού εκ της οποίας η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (αρ. 45, 390 ΠΚ) και ο τρίτος, για άμεση συνέργεια (αρ. 46παρ,1β ΠΚ) στην ως άνω πράξη της απιστίας και εκθέτω τα εξής:
Με αφορμή το με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΜΠ 5352/11-4-2012 πληροφοριακό δελτίο του Σ.Δ.Ο.Ε., κατόπιν της από 4- 4-2012 έγγραφης ανώνυμης καταγγελίας, η οποία, όπως εκ των υστέρων προέκυψε, έγινε από τον …, διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος προκαταρκτική εξέταση και εν συνεχεία ασκήθηκε στις 26-2-2015, ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων δια παραγγελίας για κύρια ανάκριση από τον Ανακριτή Ν.4022/2011, η δε παραγγελθείσα κυρία ανάκριση περατώθηκε νομοτύπως, κατ’ άρθρο 270 παρ. ια ΚΠΔ . Κατά το άρθρο 3 του Ν. 4022/2011 «Στα εγκλήματα που προβλέπονται στο άρθρο 1, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών με βούλευμα. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα της εισάγει με πρόταση του στο συμβούλιο των εφετών, το οποίο, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα, αποφαίνεται αμετακλήτως, είτε να μη γίνει κατηγορία, είτε εκδίδοντας παραπεμπτικό βούλευμα....» Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως τροποποιηθείσα και συμπληρωθείσα ισχύει σήμερα, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατ’ άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών [ήδη 150.000 ευρώ], επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης, και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
Επειδή κατά το άρθρο 242 παρ.1 ΠΚ «Υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους» συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση του, εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263 ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13γ ΠΚ και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438ΚΠολΔ και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σε αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, όπως εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσης ή κατάστασης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση του να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά (ΑΠ 1176/2013 ΠοινΧρ ΞΔ'348, ΑΠ 540/2013 ΠοινΧρ ΞΔ' 349). Η ως άνω πράξη μορφοποιείται σε κακούργημα και επιβάλλεται κάθειρξη, αν ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει στο εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 390ΠΚ «Όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχε την επιμέλεια ή διαχείριση( ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη)τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών(3) μηνών». Από την διάταξη αυτή, που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικά μεν η επέλευση βλάβης στη περιουσία τρίτου προσώπου, της οποίας ο δράστης έχει την διαχείριση ή επιμέλεια με βάση το νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικά δε δόλος και δη άμεσος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι με την πράξη του επιφέρει ζημία στην περιουσία τρίτου. Βλάβη της περιουσίας είναι η μείωσή της που επέρχεται με την μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά την διάθεσή της από τον δράστη. Επίσης, βλάβη της περιουσίας είναι και το με βεβαιότητα αναμενόμενο, αλλά διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 682/2013 ΠοινΧρ ΞΔ'370). Κατά το δεύτερο εδάφιο του ιδίου ως άνω άρθρου «εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών».