Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Εκτελεστός τίτλος που νόμιμα προσβάλλεται με αίτηση αναστολής ή ανακοπή ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων μετά την ισχύ του 4174/2013 (ΣτΕ ΕΑ 215-217/2016)

τα προδικαστικά ερωτήματα των 1600-1602/2016 αποφάσεων του ΔΠΑθ : 
α) Η προβλεπόμενη από τις νεώτερες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 ΚΕΔΕ καταχώρηση στα βιβλία εσόδων των νομίμων τίτλων, ως εκτελεστών, όπως αυτοί προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 45 ν. 4174/2013, στοιχεί προς το νόμιμο τίτλο, όπως αυτός προσδιορίζονταν και υπό το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς του ΚΕΔΕ, ώστε η ανωτέρω καταχώριση να ισοδυναμεί με την πράξη ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, ήτοι η διαφορά είναι απλώς ορολογική, ή, μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4174/2013 και του Δημοσίου Λογιστικού, η πράξη καταχώρισης στα βιβλία εσόδων των νονίμων τίτλων, ως αποτελούσα εσωτερική διοικητική διαδικασία παρακολούθησης οφειλών, άγει σε μη εκτελεστότητα της γενομένης καταχώρισης και, συναφώς, αποκλείει την άσκηση ανακοπής και αιτήσεως αναστολής κατ’ αυτής, με περαιτέρω συνέπεια η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση καταβολής-υπερημερίας να καθίσταται έγγραφο αμιγώς πληροφοριακού χαρακτήρα και
β) σε περίπτωση καταφατικής κρίσεως περί της εκτελεστότητας […], αν η υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, που συνοδεύει επί ποινή απαραδέκτου τις κατατιθέμενες αιτήσεις αναστολής επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, κατ’ άρθρο 203 παρ. 2 ΚΔΔ, υφίσταται και κατά την κατάθεση αιτήσεων αναστολής επί ανακοπών, κατ’ ανάλογο εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 228 παρ. 2 ΚΔΔ

EA ΣτΕ 215-217/2016

(απόσπασμα)
Υπό την ισχύ του προγενεστέρου των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) νομοθετικού καθεστώτος (άρθρα 2 παρ. 2, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 7 του ν.δ/τος 356/1974 “Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων”, ως ίσχυαν), προεβλέπετο, ως όρος νομιμότητος για τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος οφειλέτου του Δημοσίου, η ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση του χρέους, ήτοι η καταχώρισή του στο οικείο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων, διενεργούμενη μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά του νομίμου τίτλου ή την απόρριψη της ασκηθείσης κατ’ αυτού προσφυγής. Η διαδικασία αυτή αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, οι οποίες εφαρμόζονται αποκλειστικώς για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων που προέρχονται από φορολογικές οφειλές. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σ’ αυτές πράξη καταχώρισης του τίτλου της φορολογικής οφειλής στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης δεν ταυτίζεται, κατά τη νομική της φύση, με την ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση της οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία προεβλέπετο από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΕΔΕ, όπως αυτές ίσχυαν προ της ενάρξεως της ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, αλλά, αποτελούσα, σε αντίθεση με εκείνη,εσωτερική απλώς διοικητική διαδικασία, μη παράγουσα για το διοικούμενο έννομες συνέπειες, δεν φέρει εκτελεστό χαρακτήρα.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

ΜΠρΛαρίσης 131/2016 : "Κυριότητα - Κτηματολόγιο - Άγνωστος ιδιοκτήτης - Διαδικασία - Ενιαίος φόρος ιδιοκτησίας ακινήτων - Πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης - ΕΣΔΑ - Χρησικτησία έκτακτη - Πραγματική δουλεία - Χώρος στάθμευσης – Δημόσιο"

Σώρευση αναγωγής αναγνωριστικής κυριότητας κτηθείσας με χρησικτησία και αίτησης διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής ακινήτου που φέρεται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά την τακτική διαδικασία, καίτοι το αίτημα διόρθωσης δικάζεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, αφού η τακτική ενέχει μεγαλύτερα εχέγγυα. Μη αναγκαία προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ, καθόσον η απαίτηση προσκόμισής του με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής, παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και τα συνταγματικά δικαιώματα ιδιοκτησίας, παροχής έννομης προστασίας και την αρχή της αναλογικότητας. Άλλωστε, δεν μπορεί μία καθαρά φορολογική διάταξη να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση εμπράγματης αγωγής, ενώ στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό την ομαλή ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής απόφασης. Κτήση κυριότητας διαμερίσματος αλλά και δικαιώματος χρήσης χώρου στάθμευσης (πραγματικής δουλείας) με έκτακτη χρησικτησία, ενόψει εικοσαετούς χρησιμοποίησής τους ως οικογενειακής εστίας και προς στάθμευση  αυτοκινήτου αντίστοιχα. Σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923, χρησικτησία έναντι του Δημοσίου εφόσον μέχρι την έναρξη του νόμου 3127/2003 ο δικαιούχος νέμεται το ακίνητο επί 10 έτη αδιατάρακτα με νόμιμο τίτλο του ιδίου ή των δικαιοπαρόχων.

Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης (τακτική)
Αριθμός 131/2016
(...) Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, όπως ισχύει, προκύπτει ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπο Δικαστηρίου, η αναγνώριση του δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή, αναγνωριστική ή διεκδικητική ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον, σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Οργανισμού Κτηματολογίου. Κατ' εξαίρεση, όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, η αγωγή απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θεωρείται ότι ανήκουν κατά κυριότητα, μόλις καταστεί οριστική η πρώτη έγγραφη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 ν. 2664/1998 (βλ. ΑΠ 174/2014, ΑΠ 2007/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αγωγή εκτίθεται ότι ο ενάγων είναι κύριος, νομέας και κάτοχος του υπό στοιχεία Ε-2 διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου, καθαρού εμβαδού 89,879 τ.μ., πολυκατοικίας, κείμενης στην πόλη της Λ., επί της οδού Η. αρ. ...…, περιγραφόμενου κατά τα λοιπά λεπτομερώς στην αγωγή,μετά του επ’ αυτού με τα στοιχεία Ρ-13 χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου επιφανείας 15,39 τ.μ. ως πραγματικής δουλείας υπέρ του εκάστοτε κυρίου του ως άνω διαμερίσματος. 
Ότι ο ενάγων έγινε κύριος του ως άνω διαμερίσματος και της δουλείας χρήσης του χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι δυνάμει του υπ αρίθμ. ........./1-1991 προσυμφώνου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ε.Ρ.., απέκτησε τη νομή τους από την κατασκευαστική εταιρία με την επωνυμία «Π. Δ. -Ο. Σ. Ο.Ε.» και έκτοτε ασκεί επ αυτών τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής και κατοχής, που προσιδιάζουν στη φύση τους, με διανοία κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής (9-3-2015), ήτοι επί χρονικό διάστημα μακρότερο της 20ετίας, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν. Οτι εκ παραδρομής, κατά την εγγραφή στο κτηματολογικό Φύλλο του σχετικού βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου Λ., το επίδικο ακίνητο εγγράφηκε ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», με ΚΑΕΚ ................
Επιδιώκεται δε με την κρινόμενη αγωγή α) να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου καιδικαιούχος χρήσης του ανωτέρω χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου, β) να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή τον επιδίκου διαμερίσματος με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και να αναγραφεί ο ενάγων ως κύριος αυτού, με τίτλο κτήσης αυτού την έκτακτη χρησικτησία.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή στο δικόγραφο της οποίας γίνεται σώρευση της αναγνωριστική κυριότητας και της αίτησης διόρθωσης της πρώτης εγγραφής του επιδίκου ακινήτου, που φέρεται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπο φέρεται προς εκδίκαση, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ενόψει της αξίας του, που ανέρχεται στο ποσό των 73.589,67 ευρώ, είναι δε και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 ΑΚ, 6 παρ.1 και 2, 13 παρ. 2, 17 παρ. 1 ν. 2664/1998, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας της αγωγής, καθόσον ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αφού του παραχωρήθηκε η νομή και κατοχή επ’ αυτού, δυνάμει του υπ’ αρίθμ. 5380/1991 προαναφερόμενου προσυμφώνου και έκτοτε άσκησε επ’ αυτού μέχρι την άσκηση της αγωγής όλες τις πράξεις νομής και κατοχής, που προσιδιάζουν στη φύση τον ακινήτου με διανοία κυρίου, όπως αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή.Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσία η αγωγή κατά την τακτική διαδικασία, καίτοι το αίτημα για διόρθωση πρώτης εγγραφής εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αφού η τακτική ενέχει μεγαλύτερα εχέγγυα ασφαλούς διάγνωσης της διαφοράς και εκ τούτου δεν δημιουργείται ακυρότητα ή απαράδεκτο (ΑΠ 174/2014, ΑΠ 2007/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), Περαιτέρω, για το παραδεκτό της συζήτησης των αιτημάτων της αγωγής α) καταχωρήθηκε περίληψη αυτής εμπρόθεσμα στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου Λ. (βλ. υπ’ αρίθμ. πρωτ. ....................................................................................…/23-3-2015 πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου Λ.), μη απαιτούμενης προσαγωγής πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ (ν. 4223/2013), καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διάταξη, που καθιερώνει το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής, αν δεν προσκομιστεί από το διάδικο πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαιώματα ιδιοκτησίας, δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας). 'Aλλωστε, δεν είναι δυνατόν μία καθαρά φορολογική διάταξη, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας. 
Άλλωστε, στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση της απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης (ΑΠ 1164/2009, ΑΠ 205/2006, ΠΠρΘεσ. 15203/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

ΣτΕ (Ολ) 1468/16 : Δικαστικοί - Εισαγγελικοί λειτουργοί - Δήλωση περιουσιακής κατάστασης. Εξαίρεση. Κρίση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΥΤ. ΤΜ. ΣΤΡ. 0000910 ΕΞ 2015/24.11.2015 ΚΥΑ) καθορίζει το περιεχόμενο των εντύπων της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων που πρέπει να υποβάλουν όλοι οι κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3213/2003 υπόχρεοι, πλην εκείνων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως και κδ΄, κζ΄, λα΄ έως και μγ΄, με΄, μστ΄ και μζ΄ της εν λόγω παραγράφου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1468/2016

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Ε. Σαρπ, Χρ. Ράμμος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Δ. Αλεξανδρής, Α. - Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Α. - Μ. Παπαδημητρίου, Β. Κίντζιου, Ελ. Παπαδημητρίου, Β. Πλαπούτα, Ο. Παπαδοπούλου, Ι. Σύμπλης, Σύμβουλοι, Ε. Σταυρουλάκη, Ο. Νικολαράκου, Τρ. Βαρουφάκη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ηλ. Μάζος και Β. Πλαπούτα, καθώς και η Πάρεδρος Τρ. Βαρουφάκη, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 27 Ιανουαρίου 2016 αίτηση:
των : ....................
κατά των: 1) Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ........ . και 2) Υπουργού Οικονομικών, ...........
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241), των Συμβούλων Σπ. Μαρκάτη και Ιω. Σύμπλη, τακτικών μελών της σύνθεσης που εκδίκασε την υπόθεση, έλαβαν μέρος αντ’ αυτών στη διάσκεψη, ως τακτικά μέλη, οι Σύμβουλοι Ηλ. Μάζος και Β. Πλαπούτα, αναπληρωματικά μέχρι τώρα, μέλη της σύνθεσης (βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 57/2016).
2. (.........)
3. Επειδή, με την αίτηση αυτή τα αιτούντα σωματεία, μεταξύ των καταστατικών σκοπών των οποίων περιλαμβάνεται η προστασία εν γένει των εννόμων συμφερόντων των μελών τους δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, ζητούν να ακυρωθεί η ΑΥΤ. ΤΜ. ΣΤΡ. 0000910 ΕΞ 2015/24.11.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και Οικονομικών με τίτλο «Τύπος και περιεχόμενο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων - Ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών» (Β΄ 2579/30.11.2015). Η ακύρωση δε της απόφασης αυτής ζητείται καθό μέρος, κατά τα αιτούντα σωματεία, οι ρυθμίσεις της αφορούν και τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς.
4. Επειδή, η υπόθεση έχει εισαχθεί προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με την από 4.3.2016 πράξη του Προέδρου του, λόγω της σπουδαιότητάς της, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).
5. Επειδή, με το ν. 2429/1996 (Α΄ 155) διευρύνθηκε ο κατάλογος των υπόχρεων για υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης - ο οποίος περιλαμβάνει τα κοινοβουλευτικά πρόσωπα σύμφωνα με το ν. 4351/1964 (Α΄ 136) και τους γενικούς και ειδικούς γραμματείς, υπαλλήλους ειδικών θέσεων και μετακλητούς υπαλλήλους, δημάρχους, μέλη συλλογικών οργάνων διοίκησης Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα και μέλη επιτροπών προμηθειών σύμφωνα με το ν. 1738/1987 (Α΄ 200) - με την προσθήκη, μεταξύ άλλων, και των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών (βλ. άρθρο 24 του νόμου αυτού) και ενισχύθηκε η διαδικασία ελέγχου ώστε αυτός να καταστεί ουσιαστικός. Μεταγενεστέρως, με το ν. 3213/2003 (Α΄ 309) επιχειρήθηκε η αναμόρφωση του νομοθετικού καθεστώτος ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών προσώπων και λοιπών κατηγοριών υπόχρεων προσώπων, με στόχο την ενίσχυση του ελέγχου, ώστε να καταστεί περισσότερο αξιόπιστος και αποτελεσματικός. Ακολούθησαν οι νόμοι 3327/2005 (Α΄ 70, άρθρο 4), 3756/2009 (Α΄ 53, άρθρο 25), 3849/2010 (Α΄ 80), 3932/2011 (Α΄ 49, άρθρα 8 επ.), 3979/2011 (Α΄ 138, άρθρο 56), 4024/2011 (Α΄ 226, άρθρο 39 παρ. 11), 4055/2012 (Α΄ 51, άρθρο 36), 4065/2012 (Α΄ 77) και 4251/2014 (Α΄ 80, άρθρο 143), οι οποίοι τροποποίησαν το ν. 3213/2003. Τελικώς, ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε εκ νέου με τις διατάξεις του Μέρους ΣΤ΄ του νόμου 4281/2014 (Α΄ 160), «αφενός μεν για να επεκταθεί η υποχρέωση δήλωσης σε νέες κατηγορίες προσώπων και να ενισχυθεί η αρμόδια επιτροπή ελέγχου, αφετέρου δε για να αντιμετωπιστούν δυσλειτουργίες που έχουν ανακύψει κατά την εφαρμογή του ισχύοντος νόμου και να καταστεί αυτός αποτελεσματικότερος με την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών» (βλ. αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το ν. 4281/2014). 
Ειδικότερα, στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 222 του ν. 4281/2014, ορίζονται τα εξής: «Δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, των συζύγων τους και των ανήλικων τέκνων τους υποβάλλουν: α. Ο Πρωθυπουργός. β. Οι Αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Εθνικό ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και όσων λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση. γ. Οι Υπουργοί, οι αναπληρωτές Υπουργοί και οι Υφυπουργοί. δ. Οι βουλευτές και οι ευρωβουλευτές. ε. Όσοι διαχειρίζονται τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων της περίπτωσης β΄. .… ιβ. Οι Δικαστικοί και οι Εισαγγελικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. ιγ. .... μη. Κάθε άλλο πρόσωπο για το οποίο προβλέπεται υποχρέωση υποβολής δήλωσης από ειδική διάταξη νόμου». Ακολούθως, στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (3213/2003), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 223 του ν. 4281/2014, ορίζονται τα εξής: «1. α. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους περιουσιακά στοιχεία στην ημεδαπή και την αλλοδαπή. .... 2. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης συντάσσονται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται, για μεν τους υπόχρεους των περιπτώσεων του άρθρου 3 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ με απόφαση του Προέδρου της Βουλής και για τους άλλους υπόχρεους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με όμοιες αποφάσεις, μπορεί να ορίζεται ότι η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας ειδικής εφαρμογής, οπότε προσδιορίζεται ο κατά περίπτωση υπεύθυνος διαχείρισης και καθορίζεται κάθε αναγκαία προς τούτο λεπτομέρεια, οι αναγκαίες διασφαλίσεις για τα πρόσωπα και τους όρους πρόσβασης στα στοιχεία τους και τυχόν ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα. .... 3. ….». Περαιτέρω, στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 224 του ν. 4281/2014), στην οποία περίπτωση παραπέμπει η παρ. 2 του άρθρου 2, ορίζεται ότι «Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υποβάλλονται και ελέγχονται ως ακολούθως: α) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως και κδ΄, κζ΄, λα΄ έως και μγ΄, με΄, μστ΄ και μζ΄ στην Επιτροπή του άρθρου 3Α» και στην παρ. 1 του άρθρου 3Α του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 225 του ν. 4281/2014, ορίζεται ότι «Ο έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των αναφερομένων στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 προσώπων ανατίθεται σε επιτροπή ελέγχου, η οποία ενεργεί ως ειδικό όργανο. Η Επιτροπή είναι ανεξάρτητη, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και αποτελείται από επτά (7) μέλη με ισάριθμους αναπληρωτές. …». Εξάλλου, με το άρθρο 229 του ν. 4281/2014 ορίσθηκαν τα εξής: «1. Οι υπόχρεοι σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης κατά το ν. 3213/2003, εκτός από την ετήσια δήλωση, υποβάλλουν, στην ίδια προθεσμία, δήλωση οικονομικών συμφερόντων των ιδίων και των συζύγων τους, .... 2. .… 3. Η δήλωση συντάσσεται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003. 4. .…». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 253 παρ. 1 του ως άνω ν. 4281/2014 «Η ισχύς των άρθρων 222 έως 230 του νόμου αυτού αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 2015».

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡ. 48/2016 - Χορήγηση δεδομένων υγείας για δικαστική χρήση και σύσταση σε νοσοκομείο για μη τήρηση αρχείου βάσει του άρθρου 14 ΚΙΔ, στο οποίο περιλαμβάνονται τα αποτελέσματα όλων των κλινικών και παρακλινικών εξετάσεων

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Αθήνα, 07-07-2016
Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3338-1/07-07-2016
Α Π Ο Φ Α Σ Η 48/2016
(Τµήµα)
Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της την Τετάρτη 6.7.2016 και ώρα 10.00 µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Πρόεδρος Πέτρος Χριστόφορος, και τα αναπληρωµατικά µέλη, Γρηγόριος Λαζαράκος, Χαράλαμπος Ανθόπουλος, ως εισηγητής, και Παναγιώτης Ροντογιάννης, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Αναστάσιου-Ιωάννη Μεταξά, ∆ηµητρίου Μπριόλα και Αντωνίου Συµβώνη, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Παρούσες χωρίς δικαίωµα ψήφου ήταν η Φερενίκη Παναγοπούλου, νοµική ελέγκτρια, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας.
Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω:
Με την υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/3338/26.5.2016 αίτηση του και κατ’ορθή εκτίμηση αυτής το Νοσοκοµείο Θείας Πρόνοιας «Η Παµµακάριστος» διαβιβάζει στην Αρχή αίτηση του A και κατ’ αυτόν τον τρόπο υποβάλλει ερώτηµα προς την Αρχή εάν ο αιτών δύναται να λάβει ιατρική γνωµάτευση για την κατάσταση της υγείας της Β για δικαστική χρήση. Από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι ο σκοπός επεξεργασίας συνίσταται α) στην αντίκρουση της αγωγής διατροφής ανηλίκου τέκνου ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έχει ασκήσει η Β κατά του Α (αρ. καταθ. δικογρ. …/2014 µε ορισθείσα δικάσιµο την ..-..-2018) και
β) στην υποστήριξη της αγωγής αναφορικά µε τη ρύθµιση του δικαιώματος επικοινωνίας που έχει ασκήσει ο ίδιος κατά της εν διαστάσει συζύγου του ενώπιοντου Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αρ. καταθ. δικογρ. …/2015 µε ορισμένα δικάσιµο την ..-..-2018). Σύµφωνα µε τους ισχυρισµούς του Α, η Β ψευδώνυμο επικαλείται µε την αγωγή της ότι ο ίδιος βιαιοπράγησε σε βάρος της. Ως εκ τούτου, ζητεί να λάβει δεδοµένα υγείας της Β και συγκεκριµένα αντίγραφο του βιβλίου κινήσεως ασθενών, αντίγραφο της διενεργηθείσης ακτινογραφίας και της εκδοθεί σας ακτινολογικής γνωµατεύσεως, τα ονόµατα των ιατρών που προέβησαν στην αρχική εκτίµηση καθώς κι εάν έγινε περαιτέρω έλεγχος µε αξονική θώρακος από το Νοσοκοµείο «Παµµακάριστος» κατά την ηµεροµηνία ..-..-2013, προκειµένου να αποδείξει το ψευδές των ισχυρισµών της αντιδίκου του.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

ΔιατΕισΕφΠατρών 5/2016: Προσφυγή κατά κλητηρίου θεσπίσματος - Παράβαση καθήκοντος -Κατʼ εξακολούθηση έγκλημα - Υπάλληλος - Μη επαρκείς ενδείξεις ενοχής

Ισχυρισμός του προσφεύγοντος για παντελή αοριστία του κλητηρίου θεσπίσματος, όσον αφορά στον καθορισμό της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται και ειδικότερα ως προς το υποκειμενικό στοιχείο αυτής, αφού, όπως είναι γνωστό, η παράβαση καθήκοντος είναι έγκλημα για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος πρώτου βαθμού, ήτοι απαιτείται ο δράστης να έχει σκοπό οφέλους του ιδίου ή άλλου ή πρόκληση βλάβης της υπηρεσίας του. Κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του προσφεύγοντος για την αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμφθηκε. Και τούτο διότι ενώ του αποδίδεται με το κλητήριο θέσπισμα ότι μαζί με τα άλλα μέλη του Δ.Σ. δεν εφάρμοζαν τον κανονισμό της υπηρεσίας για την έγκαιρη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων απολογισμού κλπ., με αποτέλεσμα να μην υποβάλλονται έγκαιρα για έλεγχο και έγκριση από την εποπτεύουσα αρχή, δεν αναφέρει με ποιό τρόπο εβλάπτετο ο Γενικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων (ΓΟΕΒ) ή ωφελούνταν οι τρίτοι (ποιοί τρίτοι;) καθώς και ο ίδιος από αυτή την μη έγκαιρη σύνταξη των ανωτέρω καταστάσεων. Επίσης δεν αναφέρει ποιά συγκεκριμένα προβλήματα υπηρεσιακής δυσλειτουργίας απέφερε η μη εφαρμογή διατάξεων του ανωτέρω κανονισμού  αναφορικά με τις αρμοδιότητες των υπαλλήλων, όταν ο ίδιος ο ελεγκτής στην σχετική του έκθεση αποδίδει αυτό το πρόβλημα στην υπολειτουργία του ΓΟΕΒ λόγω ελλείψεως προσωπικού. Τέλος, δεν ελήφθη υπόψιν ότι ο προσφεύγων ήταν απασχολημένος και με άλλα υπηρεσιακά καθήκοντα και συμμετείχε στα συμβούλια μετακινούμενος από την υπηρεσιακή του έδρα μόνο όταν εκαλείτο από τον πρόεδρο του Δ.Σ., όταν αυτός συγκαλούσε τα συμβούλια και συνεπώς δεν είχε άμεση γνώση του τρόπου λειτουργίας του οργανισμού ή της συμπεριφοράς των υπαλλήλων ή θεμάτων, όπως αυτών των καυσίμων ή των αναγκών για προμήθεια ειδών του οργανισμού.


ΑΡΙΘΜΟΣ 5/2016
ΔΙΑΤΑΞΗ
Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ

Αφού λάβαμε υπόψη την εμπροθέσμως και νομοτύπως ασκηθείσα, κατ' αρθρ. 322παρ.1 ΚΠΔ, υπ' αριθμ. 1/ 12-5-2016 προσφυγή του ...... του …, κατοίκου Πατρών, κατά του αριθμ. 541/2016 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ηλείας, εκθέτουμε τα εξής:

Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα, ο προσφεύγων κατηγορούμενος παραπέμπεται με απευθείας κλήση ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας κατά την δικάσιμο της 16-6-2016, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στον Πύργο Ηλείας κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 έως το έτος 2014, και συγκεκριμένα ότι κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο έχοντας την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. του Γενικού Οργανισμού εγγείων βελτιώσεων (ΓΟΕΒ) Πηνειού-Αλφειού Ηλείας, μετά από ορισμό του στην θέση αυτή με την αριθμ. 102859/1236/5-11-2112 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίων Νήσων, από κοινού με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ του ανωτέρω οργανισμού, όντας και ο ίδιος υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13α του ΠΚ, παρέβη εξακολουθητικά το υπηρεσιακό του καθήκον με σκοπό να προσπορίσει όφελος στον ίδιο και λοιπούς τρίτους προς βλάβην του ανωτέρω δημοσίου οργανισμού στις παρακάτω εκτιθέμενες περιπτώσεις: 1) Δεν φρόντιζε, μαζί με τα λοιπά μέλη του ΔΣ και σύμφωνα με τον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας, να λαμβάνουν τις απαραίτητες αποφάσεις για την έγκαιρη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων απολογισμού, ισολογισμού και αποτελεσμάτων χρήσης με αποτέλεσμα να μην υποβάλλονται εγκαίρως για έλεγχο και έγκριση από την εποπτεύουσα αρχή, β) δεν φρόντιζε να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας και του ιδρυτικού νόμου του ΓΟΕΒ, όσον αφορά στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του υπαλληλικού προσωπικού με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού, γ) δεν εφάρμοζε τις προβλεπόμενες από τον εσωτερικό ως άνω κανονισμό διατάξεις αυτού σχετικά με την πραγματοποίηση δαπανών για την προμήθεια διαφόρων ειδών ή των διατάξεων περί δαπανών με τακτικό μειοδοτικό διαγωνισμό για την προμήθεια καυσίμων, δ) δεν πραγματοποιούσε, μαζί πάντα με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ., διοικητικά συμβούλια προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις σε διάφορα θέματα, όπως η παροχή εγκρίσεων συμψηφιστικών πράξεων των ΤΟΕΒ με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να οριστικοποιηθούν οι εγγραφές στα βιβλία, ενώ από την χρήση του 2012 και εντεύθεν δεν συνετάγησανοι προβλεπόμενες οικονομικές καταστάσεις και ε) ενώ διαπίστωνε, από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους από μέρους των υπαλλήλων του ΓΟΕΒ, παρέλειψαν να ασκήσουν την κατά περίπτωση πειθαρχική τους δικαιοδοσία, με αποτέλεσμα να μην προφυλάξουν τον οργανισμό από τις πλημμέλειες των ίδιων υπαλλήλων, οι οποίοι συνέχιζαν να εργάζονται απρόσκοπτα. Κατά του ανωτέρωκλητηρίου θεσπίσματος στρέφεται ο προσφεύγων με την υπό κρίσιν προσφυγή του αντιμαχόμενος την παραπομπή του με αυτό στο δικαστήριο υποστηρίζοντας, καταρχήν, ότι το κλητήριο θέσπισμα είναι παντελώς αόριστο, όσον αφορά στον καθορισμό της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται και ειδικότερα ως προς το υποκειμενικό στοιχείο αυτής, αφού, όπως είναι γνωστό, η παράβαση καθήκοντος είναι έγκλημα για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος πρώτου βαθμού, ήτοι απαιτείται ο δράστης να έχει σκοπό οφέλους του ιδίου ή άλλου ή πρόκληση βλάβης της υπηρεσίας του. Στην προκειμένου περίπτωση ουδέν περιστατικό αναφέρεται στο παραπεμπτικό γι' αυτόν κλητήριο θέσπισμα, από το οποίο να συνάγεται ο σκοπός αυτού να βλάψει τον οργανισμό, όπως η οποιαδήποτε σχέση αυτού με τρίτον, τον οποίο ήθελε να ωφελήσει ή κάποιο συμφέρον του ιδίου, το οποίο θα ικανοποιούσε παραβαίνοντας το καθήκον του σε κάποια εκ των ανωτέρω περιπτώσεων. Επίσης εκθέτει ότι το κλητήριο θέσπισμα δεν αναγράφει οποιαδήποτε διάταξη του κανονισμού της εσωτερικής υπηρεσίας του οργανισμού ή του ιδρυτικού νόμου αυτού, που να προβλέπει τα καθήκοντα, που φέρεται ότι παραβίασε. Πέραν όμως αυτών, εκθέτει στην προσφυγή του, ότι ο ίδιος είναι γεωπόνος και πριν οριστεί ως μέλος του Δ.Σ του ανωτέρω οργανισμού κατείχε την θέση του προϊσταμένου της διευθύνσεως του περιφερειακού κέντρου προστασίας των φυτών και ποιοτικού ελέγχου Αχαΐας και ότι είχε αντιταχθεί στον ορισμό του στην θέση του μέλους του Δ.Σ. του ΓΟΕΒ, διότι επιφορτιζόταν με πρόσθετα καθήκοντα, τα οποία, μάλιστα, ήταν εκτός του αντικειμένου του. Εν πάσει όμως περιπτώσει από της αναλήψεως και αυτών των καθηκόντων του ζήτησε να ενημερώνεται πριν για κάθε θέμα, το οποίο φερόταν προς συζήτηση, με την συνοδεία της εισηγήσεως του αρμοδίου υπαλλήλου και την φυσική παρουσία του τελευταίου. Επί πλέον ζήτησε με το από 12-12-2012 έγγραφο του να αποστέλλονται σ' αυτόν τα προς συζήτηση θέματα τουλάχιστο δέκα ημέρες πριν, ώστε να προετοιμάζεται καταλλήλως, πράγμα που ουδέποτε συνέβη. Ακόμη, είχε ζητήσει, αναφορικά με το ζήτημα των ανείσπρακτων οφειλών των ΤΟΕΒ προς τον ΓΟΕΒ, την περικοπή των δαπανών και την παράλληλη είσπραξη των τελών, προκειμένου να μειωθεί τυχόν τραπεζική δανειοδότηση του οργανισμού. Τέλος, και αναφορικά με την φερόμενη παράλειψη άσκησης πειθαρχικού ελέγχου και εκ μέρους του ως μέλους του Δ.Σ αναφέρει, ότι κατά την συνεδρίαση της 21-3-2013, κατά την οποία αυτός δικαιολογημένα απουσίαζε, διότι διενεργούσε, κατ' εντολήντου Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίων Νήσων Γραμματέα, πειθαρχική διαδικασία σε βάρος υπαλλήλων στις κεντρικές υπηρεσίες  του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, όπως τούτο αποδεικνύεται από τα συνημμένα έγγραφα εγκρίσεως της μετακινήσεως του για το επίμαχο χρονικό διάστημα της 21-3-2013, έγινε εκτός ημερησίας διατάξεως ενημέρωση των μελών του Δ.Σ. από τον πρόεδρο του οργανισμού για την συμπεριφορά της υπαλλήλου, ......, κι όχι του ......, της οποίας ενημέρωσης αυτός έλαβε γνώση την επομένη ημέρα. Τέλος αναφέρει ότι τα θέματα, τα οποία ο διενεργήσας τον διαχειριστικό έλεγχο για τον ΓΟΕΒ υπάλληλος, ...... επισημαίνει ως παθολογίες του οργανισμού, που επηρεάζουν την εύρυθμη λειτουργία του και τα οποία απετέλεσαν την βάση της περιλαμβανομένης στο κλητήριο θέσπισμα κατηγορίας δεν συγκαταλεγόταν στα προς συζήτηση θέματα της ημερήσιας διάταξης κατά την διάρκεια της θητείας αυτού ως μη αιρετού μέλους. Όπως ειδικότερα επεσήμανε και ο ανωτέρω ελεγκτής, τα μέλη του Δ.Σ αποφασίζουν, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 2 του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας, μόνο επί θεμάτων εγγεγραμμένων στην ημερήσια διάταξη. Η συζήτηση δε για θέματα εκτός ημερησίας διατάξεως προϋπέθεταν ομόφωνη απόφαση όλων των μελών. Το τελευταίο όμως κατά την διάρκεια της θητείας του, αναφέρει ο προσφεύγων, ουδέποτε έλαβε χώρα για τον λόγο ότι ο εκπρόσωπος της αγροτικής τράπεζας στην διοίκηση του ΓΟΕΒ, ουδέποτε εμφανίσθηκε, αν και επανειλημμένως εκλήθη, ώστε να ληφθεί ομόφωνη απόφαση προς συζήτηση και θεμάτων εκτός ημερησίας διατάξεως. Όλα λοιπόν τα ανωτέρω ισχυρίζεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψιν και εσφαλμένως οδήγησαν στην σύνταξη του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος σε βάρος του, κατά του οποίου ήδη προσφεύγει. Τα ανωτέρω ισχυριζόμενα από τον προσφεύγοντα πράγματι είναι βάσιμα. Η ένδεια στοιχείων συγκεκριμένων σε βάρος του προσφεύγοντος για παράβαση καθήκοντος αποτυπώνεται ανάγλυφα στο προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα. Ειδικότερα, ενώ του αποδίδεται με αυτό ότι μαζί με τα άλλα μέλη του Δ.Σ. δεν  εφάρμοζαν τον κανονισμό της υπηρεσίας  για την έγκαιρη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων απολογισμού κλπ., με αποτέλεσμα να μην υποβάλλονται έγκαιρα για έλεγχο και έγκριση από την εποπτεύουσα αρχή, δεν αναφέρει με ποιό τρόπο εβλάπτετο ο ΓΟΕΒ ή ωφελούνταν οι τρίτοι (ποιοί τρίτοι;) καθώς και ο ίδιος από αυτή την μη έγκαιρη σύνταξη των ανωτέρω καταστάσεων. Επίσης δεν αναφέρει ποια συγκεκριμένα προβλήματα υπηρεσιακής δυσλειτουργίας απέφερε η μη εφαρμογή διατάξεων του ανωτέρω κανονισμού  αναφορικά με τις αρμοδιότητες των υπαλλήλων, όταν ο ίδιος ο ελεγκτής στην σχετική του έκθεση αποδίδει αυτό το πρόβλημα στην υπολειτουργία του ΓΟΕΒ λόγω ελλείψεως προσωπικού, αφού από τις 59 προβλεπόμενες οργανικές θέσεις προσωπικού καλύπτονται μόνο οι 15. Επίσης δεν ελήφθη υπόψιν ότι ο προσφεύγων ήταν απασχολημένος και με άλλα υπηρεσιακά καθήκοντα και συμμετείχε στα συμβούλια μετακινούμενος από την υπηρεσιακή του έδρα μόνο όταν εκαλείτο από τον πρόεδρο του Δ.Σ., όταν αυτός συγκαλούσε τα συμβούλια και συνεπώς δεν είχε άμεση γνώση του τρόπου λειτουργίας του οργανισμού ή της συμπεριφοράς των υπαλλήλων ή θεμάτων, όπως αυτών των καυσίμων ή των αναγκών για προμήθεια ειδών του οργανισμού. Συνεπώς, κατόπιν των ανωτέρω, φρονούμε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του προσφεύγοντος για την αξιόποινη πράξη  της παραβάσεως καθήκοντος για την οποία παραπέμφθηκε, και θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίσιν προσφυγή, να εισαχθεί η υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημ/κων Ηλείας ως προς τον προσφεύγοντα και να επιστραφεί στον ίδιο το κατατεθέν από αυτόν παράβολο.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


- Δεχόμεθα τυπικά και κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 1/ 12-5-2016 προσφυγή του …... του …, κατοίκου Πατρών, κατά του αριθμ. 541/2016 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ηλείας 5/2014, με το οποίο αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ. Ηλείας κατά την δικάσιμο της 16-6-2016, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ εξακολούθηση που φέρεται ότι τέλεσε στον Πύργο Ηλείας, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 έως το έτος 2014, και διατάσσουμε την εισαγωγή της κατηγορίας που αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα στο Συμβούλιο Πλημ/κων Ηλείας.

- Διατάσσουμε την επιστροφή του κατατεθέντος υπ αυτής παραβόλου.

Πάτρα 23 Μαΐου 2016

Ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών

Γεώργιος Μπισμπίκης

Αντεισαγγελέας Εφετών

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

"In Greece, Constitutional Changes Without Constitutional Revision" [Antonis Manitakis, Emeritus Professor of Law School, Aristotel University of Thessaloniki, Former Minister, Dean Emeritus “Neapolis” Law School, Pafos, Cyprus]


The last thing that the country currently needs is the start of the process for the revision of the Constitution. At a very critical moment for the country’s economy, with the state’s existence being under threat and with the political system collapsing and becoming more and more unreliable, any discussion over constitutional revision is, in my opinion, untimely, absurd, pointless and misleading. Such a kind of constitutional change will neither respond to any of the immediate and profound problems that have been brought about by the crisis, nor tackle the chronic and structural ills of Greek political life: political and administrative corruption, tax evasion, paralysis of the state and the administration, wrecking of education, party corruption and clientelism.
The Constitution was not the one responsible for scandals and corruption or for public deficits and the excessive public debt. Besides, you do not need constitutional amendment in order to quell bureaucracy and tax evasion, to speed up the operation of the judicial system, and to acquire a flexible and effective public administration that will be respected by citizens and companies alike. Let us not use the Constitution and its revision as an alibi for political power to conceal its inability to tackle a political problem on political terms. And it is sad to see constitutional changes being used as a firework.
This is the first reason why I am cautious vis-à-vis all calls for any kind of constitutional amendment.
However, there is also a second reason. Constitutional revision is a time-consuming process. It requires increased parliamentary majorities. It takes time — at least two years — to be realized. Thus, it is about the future, not the present. And the most important aspect of all is that it needs respective decisions by two Parliamentary terms. In the current, profoundly polarizing political atmosphere that we have been experiencing throughout the crisis, such a climate of consensus is nowhere to be seen.
Nevertheless, it is true that the issue of constitutional changes makes a constant appearance in the political agenda. In fact, the new leader of the opposition, Kyriakos Mitsotakis, revived this discussion in his very first public statement after his election as leader of New Democracy: According to him, constitutional revision was to be the only issue that could become a fertile ground for common understanding with Syriza.
If indeed there is a prospect for national understanding and political consensus — which we all desire and should all seek — on issues pertaining to the function of the political system and, especially, to the rules of the political and electoral game, then I believe that certain important institutional changes can be agreed on immediately, here and now, by the current Parliament, with a simple law, without the process of constitutional revision. These are changes that are indeed of a constitutional character but concern the substantial and not the formal Constitution.
There are four such changes: Firstly, the total number of MPs can be reduced from 300 to 200 or 220 with a simple law, as explicitly provided by article 51 of the Constitution, and this change can be instituted immediately by the Parliament. The change entails a reduction of parliamentary seats by 1/3 in the respective electoral districts, and their partial redistribution.
Secondly, such a measure must be combined with the legislation — in accordance with the article 81, paragraph 4 of the Constitution — of the incompatibility of the function of the minister with that of the MP. Any MP who will be appointed as minister will have to resign from his/her parliamentary post and will not be able to exercise his/her parliamentary tasks. MPs are elected in order to represent the nation and legislate together with the government, and not in order to rule while having constantly in their minds how to serve their electoral clientele to secure their reelection.

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Noμολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες ευμενείς πράξεις και με το αντικείμενο της αγωγής (ΣτΕ 7/2016)

της Ευγενίας Β. Πρεβεδούρου, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Noμολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες ευμενείς πράξεις και με το αντικείμενο της αγωγής (ΣτΕ 7/2016)
1. H απόφαση ΣτΕ 7/2016 [7_2016] επαναλαμβάνει, συστηματοποιεί και διευκρινίζει περαιτέρω τις βασικές πτυχές της θεματικής σχετικά τόσο με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες πράξεις όσο και με το αντικείμενο της αγωγής αποζημίωσης. Κατ’αρχάς, υπενθυμίζει τις προϋποθέσεις θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των νπδδ, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, ενώ αναλύει την έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ πράξης και ζημίας. Στη συνέχεια, εξειδικεύει το περιεχόμενο της αποζημίωσης, διευκρινίζοντας ότι όταν ο λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή νπδδ είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξης παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων έκδοσής της (όπως παράνομη οικοδομική άδεια), στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς ανυπαιτίως πίστεψε, η ευθύνη του Δημοσίου ή του νπδδ προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης), το οποίο περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στη θέση, στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της μη νόμιμης πράξης (θετική ζημία), όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε εξ άλλης αιτίας, αν αυτός δεν είχε πιστέψει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξης (αποθετική ζημία). Στην περίπτωση αυτή δεν νοείται αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη και, επομένως, στην εν λόγω περίπτωση ευθύνης του Δημοσίου δεν νοείται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη (ΣτΕ 866/2011 7μ). Εν προκειμένω, η ευθύνη είναι ανάλογη προς την κατά τον Αστικό Κώδικα ευθύνη επί αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ.), την προσυμβατική ευθύνη (άρθρα 197 επ.) και την ευθύνη λόγω διάψευσης εμπιστοσύνης στο ότι καταρτίσθηκε έγκυρη δικαιοπραξία (άρθρα 132, 145, 153, 171 παρ. 2, 225, 231 παρ. 2, 234 κτλ).
2. Στη συνέχεια, η απόφαση αναλύει το ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημίωσης, αναδεικνύοντας εμμέσως τη διάκρισή του από το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ουσίας. Αντικείμενο της αγωγής μπορεί να είναι η αναγνώριση ή η καταψήφιση χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Επομένως, με την αγωγή δεν μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εννόμων σχέσεων ή δικαιωμάτων αλλά μόνον η αναγνώριση ή καταψήφιση χρηματικής αξίωσης (ΣτΕ 2112/1995, 1468/2008 σκ. 4, ΣτΕ 3872/2009 σκ. 3, 615/2012 7μ. Βλ. συναφώς Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Θέμις, 2014, αρ. περ. 651, ο οποίος επισημαίνει ότι υπό το διαπλαστικό ένδυμα της προσβολής διοικητικής πράξης με προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης υποκρύπτονται θετικά ή αρνητικά αναγνωριστικά αιτήματα, αλλά τονίζει ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος de lege lata στο ελληνικό διοικητικό δίκαιο για την ύπαρξη γενικής αναγνωριστικής αγωγής έννομης σχέσης διοικητικού δικαίου υπό την τυπική έννοια). Η πράξη ή παράλειψη, την οποία έχει ως βάση η χρηματική αυτή αξίωση, ελέγχεται, ως προς την νομιμότητά της, σύμφωνα με το άρθρο 80 παρ. 2 του ΚΔΔ, μόνο παρεμπιπτόντως, εφόσον δεν υφίσταται δεδικασμένο (ΣτΕ 615/2012 7μ). Περαιτέρω, δεν είναι νοητή η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας, η οποία να προέρχεται από έννομες σχέσεις ή δικαιώματα των οποίων ζητείται η αναγνώριση, παρά μόνον η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας η οποία είναι απότοκος συγκεκριμένης παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης με την οποία εκδηλώνεται άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει συγκεκριμένο αίτημα του διοικουμένου, το οποίο προβλέπεται από διάταξη νόμου. Εν προκειμένω, όταν κατεδαφίζεται διατηρητέο κτήριο ύστερα από άδεια των αρμόδιων αρχών, αγωγή αποζημίωσης κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που αντιστοιχεί στις δαπάνες αποκατάστασης του διατηρητέου κτίσματος, ασκείται παραδεκτώς μόνον εφόσον έχει προηγηθεί άρνηση ή έχει στοιχειοθετηθεί παράλειψη της Διοίκησης να ικανοποιήσει εν όλω ή εν μέρει σχετικό αίτημα του διοικουμένου, αίτημα, δηλαδή, για απόδοση της σχετικής δαπάνης, ύστερα από τον υπολογισμό της. Αντιθέτως, δεν είναι παραδεκτή η άσκηση ευθείας αγωγής με αίτημα την απόδοση των σχετικών δαπανών αποκατάστασης του διατηρητέου κτίσματος χωρίς να έχει προηγηθεί η υποβολή σχετικού αιτήματος ενώπιον της Διοίκησης.
3. Δεδομένου ότι η υπόθεση αφορά οικοδομή η οποία χαρακτηρίσθηκε διαδοχικά ως επικινδύνως ετοιμόρροπη και ως διατηρητέα, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε για το ακίνητο στο οποίο βρίσκεται η οικοδομή οικοδομική άδεια, το Δικαστήριο αναλύει τις αυτοτελείς διαδικασίες χαρακτηρισμού οικοδομών ως διατηρητέων κατά τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (ΓΟΚ) και κατ’ επιταγή των άρθρων 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, αφενός, και χαρακτηρισμού οικοδομών ως επικινδύνως ετοιμόρροπων, αφετέρου, και τη μεταξύ τους σχέση. Εν προκειμένω, για το ίδιο ακίνητο εκδόθηκε στις 9.2.1995 «πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπης οικοδομής» από υπαλλήλους του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Αχαΐας, με συνέπεια την υποχρέωση κατεδάφισής του εντός 3 ημερών, στις 31.3.1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν ως διατηρητέα κτήρια που βρίσκονταν εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Πατρέων, μεταξύ δε αυτών και το επίμαχο κτήριο, και στις 5.3.1998 χορηγήθηκε από τη Διεύθυνση ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας άδεια οικοδομής(κατόπιν της από 22.12.1997 αίτησής του) για την ανέγερση στο ως άνω ακίνητο νέας τετραώροφης οικοδομής. Η άδεια αυτή δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί, εφόσον διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών, η οποία καταλήγει σε ανάκληση της οικοδομικής άδειας (βλ. ΣτΕ 3824/2007: η διακοπή οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση οικοδομής πλησίον κτηρίου χαρακτηρισθέντος ως μνημείου συνιστά, ενόψει της αιτιολογίας της, ανάκληση της οικοδομικής αδείας). Πρόκειται για αντιφατική συμπεριφορά συναρμοδίων οργάνων, η οποία καταλήγει, αρχικά, στην έκδοση ευμενούς παράνομης πράξης, δηλαδή της οικοδομικής άδειας, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσής της, πράγμα που καλοπίστως αγνοεί ο ενδιαφερόμενος, και εν συνεχεία στην οιονεί ανάκλησή της. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους ως αποζημίωση το ποσό των 13.808,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκαν για την έκδοση της παράνομης οικοδομικής άδειας η οποία, στη συνέχεια, ανακλήθηκε (βλ. συναφώς ΣτΕ 980/2002: η μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου έκδοση της παράνομης πράξης διορισμού του και η ανάκληση της πράξης αυτής αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα, η οποία περιέχει τα στοιχεία του παρανόμου και του ζημιογόνου και, επομένως, δύναται κατ’ αρχήν να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ).
4. Τέλος, η απόφαση παρέχει διευκρινίσεις για ορισμένα δικονομικά ζητήματα σχετικά με την έφεση και την αναίρεση. Ως προς το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης κρίθηκε ότι, εφόσον, με το δικόγραφο της έφεσης οι αναιρεσείοντες δεν προσέβαλαν το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης περί μη επιδίκασης αποζημίωσης για την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσείοντος και δεν αμφισβήτησαν τη σχετική με το κεφάλαιο αυτό κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το ως άνω αίτημα της αγωγής, απαραδέκτως αμφισβήτησαν τη σχετική κρίση του ως άνω δικαστηρίου το πρώτον με το υπόμνημα που κατέθεσαν ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου. Με το υπόμνημα μπορούν μόνο να αναπτύξουν τους προβληθέντες λόγους έφεσης και όχι να προβάλουν νέα παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης. Όσον αφορά την αναίρεση, κρίθηκε ότι το δικόγραφο της αγωγής, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται ευθέως από το αναιρετικό δικαστήριο και ότι το αίτημα της αγωγής είναι σαφώς καθορισμένο, εφόσον σε αυτό αναφέρεται το αιτούμενο ποσό και η αιτία για την οποία το ποσό αυτό οφείλεται (ΣτΕ 201/2014 σκ. 8, 1468/2008 σκ. 4, 215/2008 σκ. 4). Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι λόγος αναίρεσης αναγόμενος στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προβαλλόμενος (ΣτΕ 3362/2013 σκ. 7, 117/2011 σκ. 6). Τέλος είναι ανέλεγκτη η περί πραγμάτων κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, όπως η κρίση ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εγνώριζαν ότι το ακίνητό τους είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο.
Διάγραμμα της απόφασης 
….
1.… με την κρινόμενη αίτηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας (πρώτη αίτηση), για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 – Α΄ 31), καταβολή παραβόλου, η αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, ήδη Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας (άρθρα 3 παρ. 1 και 3 περιπτ. ζ΄, 283 παρ. 2 και 286 του ν. 3852/2010 – Α΄87, – ΣτΕ 3809, 2899, 2896/2013), ζητεί την αναίρεση της 242/2009 αποφάσεως του ΔΕφΠατρών, με την οποία, αφού έγινε εν μέρει δεκτή έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίστηκε εν μέρει η 9/2006 απόφαση του ΔΠρΠατρών, περαιτέρω δε, αφού εκδικάστηκε η αγωγή τους και έγινε εν μέρει δεκτή, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σ’ αυτούς ως αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, το ποσό των 13.808,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αποκατάσταση της ζημίας από τη δαπάνη στην οποία αυτοί υποβλήθηκαν προκειμένου να εκδοθεί άδεια οικοδομής στο όνομα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη με έγγραφο της Προϊσταμένης της Διευθύνσεως Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή των αναιρεσιβλήτων είχε απορριφθεί στο σύνολό της.