Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

ΠΠολΘεσ 738/16 : Τράπεζες - Δάνειο σε ελβετικό φράγκο - Αλλαγή ισοτιμίας - Όροι σύμβασης. Σύναψη δανείου σε ελβετικό φράγκο. Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας της πράξης τροποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου. Για το ορισμένο της εν λόγω αγωγικής βάσης, θα πρέπει να προσβάλλονται με αυτήν συγκεκριμένα επιμέρους κονδύλια του τηρηθέντος λογαριασμού. Επίση, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η χορήγηση του δανείου αυτού ως επενδυτική υπηρεσία, αφού σκοπός της ένδικης σύμβασης, ήταν η λήψη δανείου σε ξένο νόμισμα με ευνοϊκούς όρους, και όχι η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου. Κρίση περί νομιμότητας των όρων της συμβάσεως. Ο όρος ξένου νομίσματος δεν προσκρούει a priori στα χρηστά ήθη, όπως απαιτεί το άρθρο 178 ΑΚ, ενώ δε συντρέχει ούτε η προϋπόθεση του άρθρου 179 ΑΚ περί δυσαναλογίας παροχής - αντιπαροχής, αφού η ρήτρα μετατροπής σε ξένο νόμισμα, στην ένδικη περίπτωση, δεν ήταν εξαρχής και per definitionem σε βάρος της ενάγουσας, αλλά η αύξηση της οφειλόμενης δόσης επήλθε μετά την ανατροπή της ισοτιμίας ευρώ - ελβετικού φράγκου.

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 738/2016

Πρόεδρος : Θεοκτή Νικολαίδου
Εισηγητής : Αντώνιος Βαθρακοκοίλης, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι : Απ. Λούβρος, Δέσπ. Χαραλαμπίδου


Με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα εκθέτει, ότι συνήψε στις 19 Σεπτεμβρίου 2005 με την εναγόμενη τράπεζα, στο υποκατάστημα αυτής στη Διαγώνιο Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό ........... σύμβαση στεγα­στικού δανείου, για την αγορά και επισκευή κατοικίας, ποσού 321.540,00 ευρώ, διάρκειας 360 μηνών από την ημερομηνία της εφάπαξ εκταμίευσης του δανειακού προϊόντος, στις 20.9.2005, με όρους που είχαν προδιατυπωθεί από την εναγομένη, κατά τους οποίους το ποσό του δανείου θα εκτοκιζόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως αναλυτικά αναφέρεται σε αυτή. Ότι, περί τα τέλη του έτους 2006, οι υπάλληλοι της εναγομένης προέτρε­ψαν αυτή να μετατρέψει το ανωτέρω δάνειο σε δάνειο με ελβετικό φράγκο, παρουσιάζοντάς της την προο­πτική αυτή ως πολύ συμφέρουσα για την ίδια, λόγω του χαμηλού επιτοκίου και της μικρότερης μηνιαίας δόσης, που θα συνεπαγόταν, τονίζοντας μάλιστα, ότι αυτή αφορούσε μόνο τους συνεπείς και ενήμερους πελάτες, χωρίς όμως να γίνει ουδεμία άλλη επισήμανση σχετικά με τους κινδύνους της μετατροπής αυτής και ιδίως ως προς τον κίνδυνο ανατροπής των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιπτώσεων αυτής στο ύψος της μηνιαίας δόσης και στο υπόλοιπο του άληκτου κεφα­λαίου και χωρίς να της προταθεί πρόγραμμα αντιστάθ­μισης του συναλλαγματικού κινδύνου. 
Ότι η προσφορά αυτή διαφημιζόταν από την εναγόμενη, ακόμα και με σύντομα τηλεοπτικά διαφημιστικά φιλμ. Ότι με τον τρόπο αυτόν η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη την απει­ρία της ως προς τις αγορές συναλλάγματος, την έπεισε με παραπειστικό τρόπο, και με αθέμιτη παρασιώπηση των σχετικών κινδύνων, να συμφωνήσει στη μετατροπή του νομίσματος της δανειακής σύμβασης. Ότι στις 15 Δεκεμβρίου 2006, στο ίδιο παραπάνω υποκατάστημα της εναγομένης, κατήρτισε με την τελευταία, η οποία εκπροσωπούνταν από τους υπαλλήλους της, ΑΘ.Χ. και Φ.Τ., οι οποίοι όμως δεν διέθεταν πιστοποιητικό τύπου Β1, τη με αριθμό ............ πράξη τρο­ποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου, με την οποία συμφωνήθηκε, ότι το υπόλοιπο του ληφθέντος δανείου, ποσού 314.000,00 ευρώ, θα μετατρεπόταν, στις 23.1.2007, στο ποσό των 509.500,94 ελβετικών φράγκων, με διάρκεια 308 μηνών, από την ημερομηνία μετατροπής, το οποίο θα εκτοκιζόταν, κατά τη διάρκεια της πρώτης τριετίας, με σταθερό επιτόκιο LIBOR, και μετά τις 23.1.2010 με κυμαινόμενο επιτόκιο LIBOR 360 ημερών. 
Ότι με τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης επι­θυμούσε να λάβει στεγαστικό δάνειο με ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής. Ότι δεν γνώριζε ότι με τη σύμ­βαση αυτή σε συνάλλαγμα, ήτοι σε ελβετικό φράγκο, αναλάμβανε τον κίνδυνο της διακύμανσης συναλλάγ­ματος. Ότι, μετά τη μετατροπή αυτή, το δάνειο δεν ήταν απλό στεγαστικό, αλλά όπως αντιλήφθηκε τον Απρίλιο του έτους 2014, μετά τη χορήγηση σχετικών εγγράφων από την εναγόμενη, επενδυτικό προϊόν με συναλλαγμα­τικό κίνδυνο, το οποίο απαιτούσε εξειδικευμένη ενημέρωσή της από πιστοποιημένους προς τούτο υπαλλήλους, πλην όμως οι υπάλληλοι, οι οποίοι υπέγραψαν για λογαριασμό της εναγομένης την ένδικη σύμβαση, δεν ήταν εξειδικευμένοι και δεν είχαν λάβει τη σχετική πιστοποίηση. 
Ότι η χορήγηση σε αυτήν, άνευ οποιοσ­δήποτε ενημέρωσής της, στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα και χωρίς την πρόβλεψη προστασίας της έναντι του συναλλαγματικού κινδύνου, έρχεται σε αντί­θεση με τη βασική υποχρέωση της εναγομένης για ενη­μέρωση και διαφώτιση αυτής της ίδιας ως πελάτη της και παροχή συμβουλών προς όφελος της. Ότι η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει στην εναγομένη για την αποπληρωμή του δανείου δεν ήταν σταθερή, αλλά μεταβαλλόταν κάθε μήνα, χωρίς να είναι σε θέση αυτή να γνωρίζει εκ των προτέρων το ποσό της εκάστοτε μηνιαίας δόσης, που όφειλε να καταβάλει στην εναγο­μένη. 
Ότι αν και αυτή προβαίνει με συνέπεια στις μηνι­αίες καταβολές έναντι του δανείου, εντούτοις το αρχικό κεφάλαιο αυτού δεν ελαττώνεται, λόγω της ανατροπής της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετι­κού φράγκου, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Ότι, εάν γνώριζε όλους τους κινδύνους, που εγκυμο­νούσε η μετατροπή του νομίσματος της δανειακής της σύμβασης, και κυρίως τη μετακύλιση του συναλλαγμα­τικού κινδύνου σε αυτή, δεν θα προέβαινε σε αυτή, αφού η σύμβαση αυτή φέρει τα χαρακτηριστικά της παροχής επενδυτικού προϊόντος, ενόψει του ότι συνδέει την οφειλή της με τη διεθνή αγορά συναλλάγματος, χωρίς να υφίστανται βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγμα­τος και χωρίς να δύναται αυτή να καταβάλει σε αυτού­σιο συνάλλαγμα τις οφειλόμενες δόσεις, οι οποίες, σύμ­φωνα με τους συμβατικούς όρους προσδιορίζονταν στο ισάξιο σε ευρώ ποσό με βάση την τρέχουσα συναλλαγ­ματική ισοτιμία αυτού προς το ελβετικό φράγκο. 

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

ΣτΕ (Β') 1898/16 :ΕΝΦΙΑ - Αντικειμενικές αξίες - Αναπροσαρμογή - Παραλείψεις Διοικήσεως. Έννομο συμφέρον αιτουσών

ΣτΕ (Β') 1898/16 :ΕΝΦΙΑ - Αντικειμενικές αξίες - Αναπροσαρμογή - Παραλείψεις Διοικήσεως. Έννομο συμφέρον αιτουσών. Ζητείται η ακύρωση κανονιστικών πράξεων της Γεν. Γραμ. Δημοσίων Εσόδων, οι οποίες εξειδικεύουν τους ορισμούς του ν. 4223/2013 και ρυθμίζουν ειδικότερα ζητήματα επιβολής του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του 2015, ο οποίος παρανόμως , κατά τους ισχυρισμούς των αιτουσών, υπολογίζεται βάσει των αντικειμενικών αξιών που καθορίστηκαν με την πλέον ανεπίκαιρη 1020564/487/OOΤΥ/Δ/2007 υπουργική απόφαση. Κρίθηκε ως προς την α' αιτούσα ότι το στοιχείο που προσκόμισε (αντίγραφο της πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2014) είναι όλως απρόσφορο και ανεπαρκές για να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον της, με την ιδιότητα της κυρίας των ακινήτων. Επίσης, η β' αιτούσα, δεν επικαλείται αυτοτελή βλάβη,αλλά η προβαλλόμενη βλάβη της, προέρχεται κατ' ουσίαν από την εφαρμογή της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης του 2007, συνεπεία της παράλειψης της Διοίκησης να προβεί σε αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας. Η εν λόγω παράλειψη ακυρώθηκε με την απόφαση 4446/2015 της Ολ του ΣτΕ, όχι όμως αναδρομικά από το χρόνο της συντέλεσης της, που είναι οπωσδήποτε προγενέστερος της 1.1.2015. Κρίθηκε ότι απαραδέκτως, δίχως να έχει έννομο συμφέρον, ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση και από τη δεύτερη αιτούσα. Απορρίπτει την αίτηση.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β’
ΑΡΙΘΜΟΣ 1898/2016

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 22 Ιουνίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Σύμβουλοι, Μ. Σταματοπούλου, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 14 Οκτωβρίου 2015 αίτηση:
των : 1) Α. κατοίκου Αθηνών (οδός ……….) και 2) Σ., συζ. Κ., κατοίκου Αθηνών (………), οι οποίες παρέστησαν με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (A.M. …….), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Πολύχρονη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες επιδιώκουν να ακυρωθούν : 1) η υπ' αριθμ. ΠΟΛ1163/23.7.2015, 2) η υπ' αριθμ. ΠΟΛ1212/24.9.2015, 3) η υπ' αριθμ. ΠΟΛ1216/1.10.2015, 4) η υπ' αριθμ. ΠΟΛ1114/2015 αποφάσεις της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και 5) κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτουσών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, ζητείται η ακύρωση των ακόλουθων αποφάσεων της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών: (α) ПОΛ. 1163/23.07.2015, με θέμα «Διαδικασία διορθώσεων και χορήγηση απαλλαγών από τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθορισμός του αρμόδιου οργάνου» (Β' 1711), (β) ΠΟΛ.1212/24.09.2015, με θέμα «Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.I.A.): Διαδικασία χορήγησης εκπτώσεων, μειώσεων και αναστολής πληρωμής» (Β' 2120), (γ) ПОΛ. 1216/01.10.2015, με θέμα «Τύπος και περιεχόμενο της δήλωσης - πράξης διοικητικού προσδιορι­σμού Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.I.A.) έτους 2015 και επομένων» (Β' 2143) και (δ) ΠΟΛ.1114/05.06.2015, με θέμα «Τροποποίηση της απόφασης ПОΛ 1004/2015 περί του πιστοποιητικού του άρθρου 54Α του Ν. 4174/2013» (Β' 1093). Η υπόθεση έχει εισαχθεί στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας (από 21.4.2016 πράξη της Προέδρου του Β' Τμήματος), μετά τη διαγραφή της από το πινάκιο της Ολομέλειας.
2. Επειδή, ο νόμος 4223/2013 Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων και άλλες διατάξεις" (Α' 287), ορίζει ότι από το έτος 2014 και για κάθε επόμενο έτος επιβάλλεται Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.I.A.), στα εμπράγματα δικαιώματα (πλήρους ή ψιλής) κυριότητας, επικαρπίας κ.λπ. ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή κάθε είδους νομικές οντότητες την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους (άρθρο 1 παρ. 1 και 2), ότι τα δικαιώματα επί των οποίων επιβάλλεται ο ΕΝ.Φ.I.A. ετησίως είναι αυτά που υπάρχουν την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας, ανεξάρτητα από μεταβολές που τυχόν επέρχονται κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και ανεξάρτητα από τη μεταγραφή του τίτλου κτήσης (άρθρο 1 παρ. 4), ότι ορισμένες περιπτώσεις δικαιωμάτων επί ακινήτων απαλλάσσονται του ΕΝ.Φ.Ι.Α. (άρθρο 3), ότι ο κύριος φόρος που αναλογεί στα δικαιώματα επί κτισμάτων υπολογίζεται, μεταξύ άλλων, με βάση τη γεωγραφική θέση του κτίσματος, που προσδιορίζει την τιμή ζώνης στην οποία υπάγεται αυτό, - σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του v. 1249/1982 (Α'43) και των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του και ότι ανάλογα με την τιμή ζώνης που ισχύει την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας, γίνεται κατάταξη του κτίσματος σε αντίστοιχη φορολογική-ζώνη (άρθρο 4, περ. Α παρ. 1), ότι για τον υπολογισμό του κύριου φόρου που αναλογεί στα δικαιώματα επί των γηπέδων εντός σχεδίου πόλης ή οικισμού (οικόπεδα), το οικόπεδο εντάσσεται σε φορολογική ζώνη και προσδιορίζεται συντελεστής φόρου με βάση τη μοναδιαία αξία του οικοπέδου, για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνεται υπόψη η φορολογητέα αξία του και ότι για τον υπολογισμό της αξίας αυτής ο συντελεστής οικοπέδου, η τιμή εκκίνησης του οικοπέδου, καθώς και ο συντελεστής αξιοποίησης οικοπέδου λαμβάνονται όπως ορίζονται κάθε φορά στις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδονται και εξουσιοδότηση του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (άρθρο 4 περ. Β’ παρ. 1). Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος, όπως ισχύει, (і) προβλέπει ότι ο ΕΝ.Φ.I.A. επιβάλλεται με πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου που εκδίδεται από τη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170), ότι για τον προσδιορισμό του ΕΝ.Φ.I.A. του έτους 2014 λαμβάνονται υπόψη οι δηλώσεις στοιχείων ακινήτων που προβλέπονται στο άρθρο 23 του ν. 3427/2005 (Α 312), ότι για τον προσδιορισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. κάθε επόμενου του 2014 έτους λαμβάνεται υπόψη η δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. με τα στοιχεία των ακινήτων του προηγούμενου έτους με τις μεταβολές που επήλθαν και ότι με απόφαση του Γενικού Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται η μηχανογραφική σύνθεση των δηλώσεων ΕΝ.Φ.Ι.Α., η διαδικασία και ο τρόπος αποκατάστασης λαθών και ελλείψεων σε στοιχεία ακινήτων των σχετικών δηλώσεων και σε δηλώσεις στοιχείων ακινήτων, τα έντυπα με τα οποία πραγματοποιούνται διορθώσεις, τα οποία επέχουν θέση τροποποιητικής δήλωσης, τα υποδείγματα χορήγησης απαλλαγών και ο τρόπος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία και λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων περί προσδιορισμού του φόρου (άρθρο 6), (ii) προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης έκπτωσης και αναστολής πληρωμής του ΕΝ.Φ.I.A. και εξουσιοδοτεί το Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να ορίσει τις σχετικές διαδικασίες και λεπτομέρειες (άρθρο 7), (iii) προβλέπει ότι με απόφαση του ίδιου οργάνου ορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο του εκκαθαριστικού ΕΝ.Φ.I.A., η διαδικασία και τα δικαιολογητικά χορήγησης των απαλλαγών, η διαδικασία σύνθεσης και διόρθωσης της δήλωσης ΕΝ.Φ.Ι.Α. καθώς και κάθε άλλη αναγκαία σχετική λεπτομέρεια (άρθρο 9 παρ. 1, με την οποία προστέθηκε περίπτωση ε' στο άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 4174/2013) και : (iv) προβλέπει την έκδοση από τη φορολογική Διοίκηση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., που πρέπει να επισυνάπτεται σε συμβόλαιο υποσχετικής ή εκποιητικής δικαιοπραξίας για το ακίνητο, επί ποινή ακυρότητας αυτής, και αναθέτει στο Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να καθορίσει τον τύπο και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., τη διαδικασία χορήγησης του και κάθε άλλη αναγκαία σχετική λεπτομέρεια (παράγραφος 2 του άρθρου 9 του ν. 4223/2013, με την οποία προστέθηκε νέο άρθρο 54Α στον ν. 4174/2013). Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση διατάξεων του ν. 4223/2013, ειδικότερα, δε, του άρθρου 6 παρ. 3 περίπτωση β' (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 52 παρ. 13 του ν. 4276/2014), του άρθρου 7 παρ. 4, του άρθρου 3 παρ. 5, καθώς και του άρθρου 9 παρ. 1 και 2.
3. Επειδή, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α' 43), όπως η παράγραφος 1 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1473/1984 (Α' 127) και 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990 (Α' 43 και διορθ. σφαλμ. Α' 51) και η παράγραφος 2 με τα άρθρα 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989 (Α' 2) και 14 παρ. 11 του ν. 1882/1990, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας, λαβαίνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ' είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα,
αγρόκτημα και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως για τα διαμερίσματα η παλαιότητα, η θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο της πολυκατοικίας, για τα καταστήματα η εμπορικότητα δρόμου, το πατάρι, το υπόγειο, για τα αγροκτήματα η καλλιεργητική αξία, η τουριστική ή παραθεριστική σημασία και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσης τους θα καθορίζονται με αποφάσεις -του Υπουργού των Οικονομικών, μετά από εισήγηση Επιτροπών που θα αποτελούνται από οικονομικούς υπαλλήλους, μηχανικούς του Υπουργείου Δημοσίων Έργων/εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπροσώπους τού Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλα πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία και θα συγκροτούνται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών. Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο, ανά διετία, με τις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών. 2. Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται: α) η καταχώρηση των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσης τους σε πίνακες και η συσχέτιση τους με διαγράμματα που καταρτίζονται με βάση χάρτες, β) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής, ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή για ορισμένη κατηγορία τούτων. [...]». Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 41 παρ. 2 του ν. 1249/1982 εκδόθηκε σειρά προεδρικών διαταγμάτων και, ακολούθως, μετά την τροποποίηση της διάταξης αυτής με το άρθρο 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989, υπουργικών αποφάσεων, βάσει των οποίων ορίστηκε η έναρξη ισχύος του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων σε διάφορες περιοχές της χώρας και καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης κατά ζώνες, καθώς και οι συντελεστές αυξομείωσης των τιμών. Από το έτος 1993 και εφεξής εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του ν. 1249/1982, όπως το .εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990, υπουργικές αποφάσεις αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών στις περιοχές όπου ίσχυε το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού. Μετά την αναπροσαρμογή του έτους 2005 που έγινε με την 1122435/363.4/00ΤΥ/Δ/2005 -απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (Β' 1982), οι αντικειμενικές αξίες αναπροσαρμόστηκαν (για τελευταία φορά, έως την έκδοση της υπ' αριθ. ПОΛ. 1009/18.1.2016 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, Β' 48) με την 1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Αναπροσαρμογή τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε - αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων που βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου όλων των περιφερειών της χώρας» (Β' 269), με ισχύ από 13.2007, εκτός από τις τιμές εκκίνησης για τις ζώνες της δημοτικής κοινότητας Ψυχικού του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού, οι οποίες, κατόπιν και σχετικών ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθορίστηκαν με μεταγενέστερες υπουργικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και (τελευταία όσον αφορά το χρόνο έκδοσης της) η ΠΟΑ. 1093/29.4.2013 (Β' 1068), περί ανακαθορισμού της τιμής της Β ζώνης της εν λόγω δημοτικής κοινότητας. Εξάλλου, με την 1175023/3752/00ΤΥ/Δ/ΠΟΛ. 1200/28.12.2010 (Β' 2038) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εντάχθηκαν το πρώτον στο αντικειμενικό σύστημα ορισμένες περιοχές, εντός 4.489 οικισμών της χώρας, και καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσης με ισχύ από 1.1.2011. Τέλος, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, για τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α., το άρθρο 4 του ν. 4223/2014 παραπέμπει στις τιμές ζώνης/εκκίνησης ακινήτων και στους συντελεστές οικοπέδου και αξιοποίησης οικοπέδου που έχουν οριστεί με τις εκδιδόμενες βάσει του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 υπουργικές αποφάσεις και ισχύουν την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας.
4. Επειδή, με την 4003/2014 (εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική) απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η Διοίκηση είχε παραλείψει- παρανόμως να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση πράξης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, έκρινε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3α και 3β του π.δ. 18/1989, ότι έπρεπε, αντί να ακυρώσει την εν λόγω παράλειψη της Διοίκησης αναδρομικά από τη συντέλεση της, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να χορηγήσει στη Διοίκηση προθεσμία έξι μηνών, προκειμένου να της δοθεί η δυνατότητα να προβεί στην άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Ακολούθως και δεδομένου ότι δεν εκδόθηκε από τη Διοίκηση, εντός της ταχθείσας (και λήξασας την 215.2015) προθεσμίας, απόφαση περί αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, η Ολομέλεια, με την 4446/2015 απόφαση της, ακύρωσε την ως άνω παράλειψη της Διοίκησης και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, εκτιμώντας τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίζοντας τα συμφέροντα των διαδίκων, ιδίως δε την ύπαρξη έντονου δημόσιου συμφέροντος, συνισταμένου στην, κατά το δυνατόν, αποφυγή αιφνίδιας διακύμανσης των φορολογικών εσόδων του Κράτους υπό τις παρούσες δυσμενείς δημοσιονομικές συνθήκες, όρισε την 21.5.2015 ως χρονικό σημείο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος και της ουσιαστικής ισχύος της πράξης που έπρεπε να εκδώσει η Διοίκηση. Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθ. ΠΟΛ. 1009/18.1.2016 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, περί αναπροσαρμογής, από 21.5.2015, των τιμών ζώνης και των συντελεστών των ακινήτων που είχαν καθοριστεί με τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ.1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007, 1175023/3752/00ΤΎ/Δ/ΠΟΛ.1200/28.12.201 και ΠΟΛ. 1093/29.4.2013 υπουργικές αποφάσεις.
5. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α' 8) ορίζεται: «1. Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και τη σύννομη άσκηση της. διοικητικής λειτουργίας. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας γι' αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, από το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία ο αιτών έχει και επικαλείται (ΣτΕ Ολομ. 2855-56/1985, Ολομ. 3337/2014, 4041/2013, 1039/2014, 2077/2014 κ.ά.), με σκοπό την προστασία των σχετικών ελευθεριών ή δικαιωμάτων του, μέσω της έκδοσης ακυρωτικής απόφασης (πρβλ. ΣτΕ 1256/2006 επταμ.).
6. Επειδή, το π.δ. 18/1989 ορίζει, επιπλέον, στο εδάφιο β' του άρθρου 33, ότι «Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προσαχθεί προαποδεικτικώς», στο εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου 25, ότι «Υπομνήματα των διαδίκων κατατίθενται στη Γραμματεία έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση» και, στο άρθρο 40, ότι «Κατά τα λοιπά [...] εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [...]», σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1 εδαφ. β' του οποίου «Μαζί με τις προτάσεις, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και [...] όλα τα αποδεικτικά [...] έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.» Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ο ασκών αίτηση ακυρώσεως οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου της αίτησης του, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει με δικόγραφο, συγκεκριμένα δε, με το εισαγωγικό δικόγραφο, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ή με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση (ώστε, με βάση την αρχή της αντιμωλίας, να χορηγείται και στον αντίδικο επαρκής δυνατότητα ελέγχου και αντίκρουσης), τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ιδιότητα (λ.χ. του κυρίου ακινήτου) στην οποία στηρίζει το έννομο συμφέρον του (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 4312/2015, 4731/2012, 1393/2003, 3802/2000 επταμ., Ολομ. 3452/1998, καθώς και ΑΠ 1404/1996, 1229/2002 κ.ά.), εφόσον βέβαια η ιδιότητα αυτή δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Συναφώς, δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από το άρθρο 20 του εσωτερικού Κανονισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας (απόφαση 19/2013 της Ολομέλειας σε συμβούλιο, Β' 2462/2013), περί της πρωτοκόλλησης των δικογράφων και άλλων εγγράφων, όπως αιτήσεων, που κατατίθενται στο Δικαστήριο, αφενός διότι πρόκειται για διάταξη αφορώσα σε ενέργεια του Δικαστηρίου (πρωτοκόλληση εγγράφων που του υποβάλλονται) και όχι στις δικονομικές υποχρεώσεις των διαδίκων και, αφετέρου, διότι η κατά τα ανωτέρω τεκμηρίωση από τον αιτούντα της ιδιότητας στην οποία θεμελιώνει το έννομο συμφέρον του, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης που έχει ασκήσει, διέπεται από τη δικονομία περί του Συμβουλίου της Επικρατείας (π.δ. 18/1989) και δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης του εν λόγω Κανονισμού, σύμφωνα με τις σχετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις των άρθρων 71 (παρ. 1) του π.δ. 18/1989 και 82 (παρ. Α περ. 9) του ν. 1756/1988. Εξάλλου, ο διάδικος πρέπει να επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο (πρβλ. ΑΠ Ολομ. 9/2000, 1808/2005, 658/2011 κ,α), η δε επίκληση και προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων με υπόμνημα είναι απαράδεκτη, αν το υπόμνημα υπογράφεται όχι από δικηγόρο αλλά από τον διάδικο (βλ. λ.χ. ΣτΕ 1222/2016, 3063/2013) ή αν δεν κατατεθεί σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 (παρ. 1, 2 και 4) του ν. 4194/2013 (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1858/2015).
7. Επειδή, εν προκειμένω, καθεμία από τις δύο αιτούσες ασκεί την υπό κρίση αίτηση κατ' επίκληση της ιδιότητας της ως κυρίας ακινήτων σε διάφορες περιοχές της χώρας (συμπεριλαμβανομένης της Αττικής), στις οποίες ισχύει το κατ' αρθρ. 41 του ν. 1249/1982 σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, και, περαιτέρω, ως βαρυνόμενης με ΕΝ.Φ.I.A. για το έτος 2015. Προκειμένου να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους, οι αιτούσες προσκόμισαν στο Δικαστήριο ορισμένα στοιχεία, με απλή αίτηση που υπέβαλε η δεύτερη εξ αυτών στη Γραμματεία, την 21.6.2016. Σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, τα εν λόγω στοιχεία προσκομίσθηκαν απαραδέκτως, δίχως σχετικό υπόμνημα και, δη, υποβληθέν έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, αλλά με απλή αίτηση. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για τον παραπάνω λόγο. Ωστόσο, ενόψει του ότι ο αντίστοιχος περιορισμός του δικαιώματος των αιτουσών για παροχή ένδικης προστασίας, ο οποίος ανάγεται στην τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντος τους, δεν προέκυπτε με σαφήνεια από τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 18/1989, όπως έχουν εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο, το οποίο, αφενός, έχει ανεχθεί στην πράξη την κατάθεση τέτοιων στοιχείων από το διάδικο, χωρίς δικόγραφο (αλλά με απλή αίτηση ή εγχείριση τους στον εισηγητή δικαστή, πριν από την ημέρα της συζήτησης) και, αφετέρου, έχει δεχθεί ότι μπορούν να υποβληθούν τέτοια στοιχεία το αργότερο μέχρι την προτεραία της συζήτησης (βλ. ΣτΕ 3335/2015, 3051/2015,- 3833/2014 επταμ., 1878/2014, 1039/2014, 4961/2012), η μη λήψη υπόψη των ανωτέρω στοιχείων (και, περαιτέρω, η απόρριψη, για το λόγο αυτό, της παρούσας αίτησης ως απαράδεκτης) δεν θα ήταν συμβατή με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 3705/2015, 2131/2015, Ολομ. 1619/2012, 2436/2012 επταμ., ΕΑ 737/2012 πενταμ.). Εξάλλου, τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν σε σχέση με τη δεύτερη αιτούσα (εκτύπωση της ηλεκτρονικής δήλωσης και της από 20.10.2015 πράξης διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.I.A., έτους 2015) είναι πρόσφορα και επαρκή για την τεκμηρίωση της ως άνω ιδιότητας της, την οποία επικαλείται προς στήριξη του εννόμου συμφέροντος της. Αντίθετα, το στοιχείο που προσκομίσθηκε σε σχέση με την πρώτη αιτούσα (εκτύπωση/αντίγραφο της από 5.8.2015 πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2014) είναι όλως απρόσφορο και ανεπαρκές για την απόδειξη της ως άνω προβαλλόμενης ιδιότητας της, στην οποία επιχειρεί να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον της. Κατά συνέπεια, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη αιτούσα (πρβλ. ΣτΕ 2017/2012 επταμ., 3833/2014 επταμ. κ.ά.), προεχόντως για τον τελευταίο αυτό λόγο.
8. Επειδή, η δεύτερη αιτούσα ισχυρίζεται ότι, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα της, έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση των προσβαλλόμενων κανονιστικών πράξεων της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, διότι αυτές εξειδικεύουν τους ορισμούς του ν. 4223/2013 και ρυθμίζουν ειδικότερα ζητήματα επιβολής του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του 2015, ο οποίος, παρανόμως, υπολογίζεται βάσει των αντικειμενικών αξιών που καθορίστηκαν με την πλέον ανεπίκαιρη 1020564/487/OOΤΥ/Δ/2007 απόφαση του Υπουργού οικονομίας και Οικονομικών, με αποτέλεσμα να της επιβάλλεται φόρος πολύ μεγαλύτερος από εκείνον που αναλογεί στην πραγματική αξία των ακινήτων της κατά το 2015. Ωστόσο, η δεύτερη αιτούσα δεν επικαλείται αυτοτελή βλάβη από ορισμένη ρύθμιση των προσβαλλόμενων κανονιστικών αποφάσεων (ή των εξουσιοδοτικών διατάξεων στις- οποίες αυτές ερείδονται), αλλά η ως άνω προβαλλόμενη βλάβη της, προέρχεται κατ' ουσίαν από την εφαρμογή της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης του 2007, συνεπεία της παράλειψης της Διοίκησης να προβεί στην προβλεπόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση πράξης αναπροσαρμογής/επικαιροποίησης των αντικειμε­νικών αξιών των ακινήτων της χώρας. Η εν λόγω παράλειψη ακυρώθηκε με την απόφαση 4446/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όχι όμως αναδρομικά από το χρόνο της συντέλεσης της, που είναι οπωσδήποτε προγενέστερος της 1.1.2015, αλλά, για λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (αναγόμενους στην αποτροπή του κινδύνου αιφνίδιας διακύμανσης των φορολογικών εσόδων του Κράτους), από την 21.5.2015, ημερομηνία την οποία η Ολομέλεια όρισε και ως χρόνο έναρξης της ουσιαστικής ισχύος της απόφασης περί αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών που η Διοίκηση είχε την υποχρέωση να εκδώσει. Το ως άνω ακυρωτικό διατακτικό της απόφασης του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένου του χρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της ακύρωσης της επίμαχης παράλειψης, ισχύει έναντι όλων (ήτοι, και όσων δεν ήταν διάδικοι στη σχετική δίκη), επομένως και της δεύτερης αιτούσας. Τούτων έπεται ότι την 1η Ιανουαρίου 2015, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο για την επιβολή και τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του φορολογικού έτους 2015 (βλ. άρθρα 1 και 4 του ν. 4223/2013), είχε ισχύ και εφαρμογή η 1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, παρά τον ανεπίκαιρο χαρακτήρα τον οποίο η δεύτερη αιτούσα δεν μπορεί να επικαλεσθεί λυσιτελώς για να, δικαιολογήσει την προσβολή επί ακυρώσει των επίδικων κανονιστικών πράξεων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν προκύπτει η ύπαρξη επαρκούς αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των προσβαλλόμενων πράξεων (ή έστω, κάποιας από αυτές) και της προβαλλόμενης βλάβης των δικαιωμάτων της δεύτερης αιτούσας. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ασκούμενη απαραδέκτως, δίχως έννομο συμφέρον, και από τη δεύτερη αιτούσα. 9. Επειδή, κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί. ως απαράδεκτη στο σύνολο της.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στις αιτούσες, συμμέτρως, τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2016

Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ε. Σάρπ                                          Α. Ζυγουρίτσα
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Οκτωβρίου 2016.

Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος     Ο Γραμματέας του Β' Τμήματος
Ε. Σάρπ                                          Α. Μητροτάσιος



Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

ΔΕΕ - Απόφαση στην υπόθεση C-554/14, Atanas Ognyanov κατά Sofiyska gradska prokuratura: "Η ποινή φυλακίσεως ενός καταδικασθέντος δεν μπορεί να μειωθεί, στο πλαίσιο της μεταφοράς του από ένα κράτος μέλος σε άλλο, σε συνάρτηση με τον χρόνο εργασίας του στη φυλακή εντός του πρώτου κράτους μέλους αν το κράτος αυτό δεν έχει χορηγήσει μια τέτοια μείωση ποινής κατ’ εφαρμογήν του εθνικού του δικαίου"

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 117/16 
Λουξεμβούργο, 8 Νοεμβρίου 2016

Απόφαση στην υπόθεση C-554/14, Atanas Ognyanov κατά Sofiyska gradska prokuratura 

Η ποινή φυλακίσεως ενός καταδικασθέντος δεν μπορεί να μειωθεί, στο πλαίσιο της μεταφοράς του από ένα κράτος μέλος σε άλλο, σε συνάρτηση με τον χρόνο εργασίας του στη φυλακή εντός του πρώτου κράτους μέλους αν το κράτος αυτό δεν έχει χορηγήσει μια τέτοια μείωση ποινής κατ’ εφαρμογήν του εθνικού του δικαίου.

Η απόφαση-πλαίσιο που διέπει το ζήτημα της μεταφοράς μεταξύ δύο κρατών μελών ατόμου καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα 

Με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2012 ο Atanas Ognyanov, βουλγαρικής ιθαγενείας, καταδικάστηκε στη Δανία σε κάθειρξη 15 ετών για ανθρωποκτονία και διακεκριμένη κλοπή. 

Ο A. Ognyanov προφυλακίστηκε στη Δανία από τις 10 Ιανουαρίου μέχρι τις 28 Νοεμβρίου 2012, ημερομηνία κατά την οποία η καταδίκη του απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου. Από τις 28 Νοεμβρίου 2012 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 2013 εξέτισε στη Δανία ένα μέρος της ποινής του. Κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του στη Δανία, ο A. Ognyanov εργάστηκε από τις 23 Ιανουαρίου 2012 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2013. Την 1η Οκτωβρίου 2013 ο A. Ognyanov μεταφέρθηκε σε φυλακή στη Βουλγαρία. 

Η απόφαση-πλαίσιο που διέπει το ζήτημα της μεταφοράς μεταξύ δύο κρατών μελών ατόμου που έχει καταδικασθεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή1 ορίζει ως γενικό κανόνα ότι η έκτιση της ποινής διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως. Έτσι, οι αρχές του εν λόγω κράτους είναι αρμόδιες να αποφασίζουν για τον τρόπο εκτίσεως της ποινής και για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται σχετικά, περιλαμβανομένων των λόγων πρόωρης ή υπό όρους αποφυλακίσεως. Επιπλέον, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως πρέπει να συνυπολογίζει στο σύνολό του το διάστημα φυλακίσεως που έχει ήδη εκτίσει ο ενδιαφερόμενος εντός του άλλου κράτους μέλους («κράτος μέλος εκδόσεως»). 

Το βουλγαρικό δίκαιο προβλέπει ότι η εργασία του καταδικασθέντος λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της διάρκειας της ποινής, δύο δε ημέρες εργασίας προσμετρώνται ως τρείς ημέρες στερήσεως της ελευθερίας2 . Κατά την ερμηνευτική απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2013 του Varhoven kasatsionen sad (βουλγαρικού ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου), ο εν λόγω κανόνας του βουλγαρικού δικαίου έχει εφαρμογή επίσης στην κατάσταση στην οποία ο καταδικασθείς εργάστηκε κατά την κράτησή του σε άλλο κράτος μέλος πέραν της Βουλγαρίας πριν μεταφερθεί στη Βουλγαρία για να εκτίσει εκεί το απομένον μέρος της ποινής του. 

Για τους σκοπούς της μεταφοράς του A. Ognyanov στη Βουλγαρία, οι δανικές αρχές ρητώς ανέφεραν ότι η δανική νομοθεσία δεν παρείχε τη δυνατότητα μειώσεως της ποινής φυλακίσεως λόγω της εργασίας του ενδιαφερομένου κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του. 

Το Sofiyski gradski sad (δικαστήριο της Σόφιας, Βουλγαρία) ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν είναι σύμφωνος προς το δίκαιο της Ένωσης ο εθνικός κανόνας που προβλέπει τη δυνατότητα του κράτους μέλους εκτελέσεως (εν προκειμένω, της Βουλγαρίας) να χορηγήσει στον καταδικασθέντα μείωση ποινής λόγω της εργασίας του κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του εντός του κράτους εκδόσεως (εν προκειμένω, της Δανίας), ενώ οι αρμόδιες αρχές του τελευταίου αυτού κράτους, κατ’ εφαρμογήν του εθνικού τους δικαίου, δεν έχουν χορηγήσει μια τέτοια μείωση ποινής.

Με τη σημερινή απόφασή του το Δικαστήριο εξετάζει το γενικό πλαίσιο και τους σκοπούς που επιδιώκει το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα της μεταφοράς κρατουμένων και κρίνει ότι, όσον αφορά το μέρος της ποινής φυλακίσεως που εξέτισε ο καταδικασθείς στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως μέχρι τη μεταφορά του στο κράτος μέλος εκτελέσεως, έχει εφαρμογή μόνον το δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως, περιλαμβανομένου του ζητήματος της χορηγήσεως ενδεχόμενης μειώσεως της ποινής. Το δε δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως προορίζεται να έχει εφαρμογή μόνο στο απομένον προς έκτιση μέρος της ποινής, μετά την ως άνω μεταφορά. 

Κατά το Δικαστήριο, εναπόκειται στο κράτος μέλος εκδόσεως να προσδιορίσει τις μειώσεις ποινής που συνδέονται με το χρονικό διάστημα κρατήσεως που συμπληρώθηκε στο έδαφός του. Μόνον το κράτος αυτό είναι αρμόδιο για να χορηγήσει μείωση ποινής λόγω της εργασίας του ενδιαφερομένου πριν από τη μεταφορά. Έτσι, το κράτος μέλος εκτελέσεως δεν μπορεί να υποκαθιστά αναδρομικώς με τους δικούς του κανόνες (ειδικότερα με τους αφορώντες τη μείωση της ποινής) τους κανόνες του κράτους μέλους εκδόσεως όσον αφορά το μέρος της ποινής που έχει ήδη εκτίσει ο ενδιαφερόμενος στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως.

Εν προκειμένω, οι δανικές αρχές ρητώς εξέθεσαν ότι η δανική νομοθεσία δεν παρέχει τη δυνατότητα μειώσεως της ποινής φυλακίσεως λόγω της εργασίας κατά τη διάρκεια κρατήσεως του ενδιαφερομένου. Κατά συνέπεια, οι βουλγαρικές αρχές δεν μπορούν να χορηγήσουν μείωση ποινής για το μέρος της ποινής που έχει εκτιθεί στη Δανία. Κάθε ερμηνεία αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης υπάρχει κίνδυνος να θίξει τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει το εν λόγω δίκαιο (ιδίως την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως) και, με τον τρόπο αυτόν, την αμοιβαία εμπιστοσύνη κάθε κράτους μέλους στα δικαστικά συστήματα των λοιπών κρατών μελών. 

Το Δικαστήριο κρίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε εθνικό κανόνα ο οποίος επιτρέπει στο κράτος μέλος εκτελέσεως να χορηγεί στον καταδικασθέντα μείωση ποινής λόγω της εργασίας του κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του εντός του κράτους εκδόσεως, ενώ οι αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού, σύμφωνα με το δίκαιό του, δεν έχουν χορηγήσει μια τέτοια μείωση ποινής. 

Στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, το Δικαστήριο ερωτήθηκε επίσης επί του ζητήματος των εννόμων αποτελεσμάτων των αποφάσεων-πλαίσιο. 

Συναφώς, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η εφαρμοστέα εν προκειμένω απόφαση-πλαίσιο εκδόθηκε βάσει του πρώην τρίτου πυλώνα της Ένωσης, ιδίως του άρθρου 34, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΕ. Κατά τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη βάσει του πρωτοκόλλου περί των μεταβατικών διατάξεων που θεσπίστηκε με την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, οι αποφάσεις-πλαίσιο δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα εφόσον δεν έχουν καταργηθεί, ακυρωθεί ή τροποποιηθεί κατ’ εφαρμογήν της Συνθήκης της Λισσαβώνας Η εφαρμοστέα εν προκειμένω απόφαση-πλαίσιο δεν έχει ούτε καταργηθεί, ούτε ακυρωθεί, ούτε τροποποιηθεί. Κατά συνέπεια, δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα. 

Το Δικαστήριο υπογραμμίζει επίσης ότι το εθνικό δικαστήριο που καλείται να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο οφείλει να το ερμηνεύει κατά το μέτρο του δυνατού με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της αποφάσεως-πλαισίου, προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με αυτήν. Επιπλέον, η εν λόγω απαίτηση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας συνεπάγεται την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων, περιλαμβανομένων εκείνων που αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό, να μεταβάλλουν, ενδεχομένως, μια πάγια νομολογία αν αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εθνικού δικαίου ασυμβίβαστη προς τους σκοπούς μιας αποφάσεως- πλαισίου. 

Λαμβανομένων υπόψη των αρχών αυτών, το Δικαστήριο συνάγει ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της αποφάσεως-πλαισίου, αποφασίζοντας αυτεπαγγέλτως να μην ακολουθήσει, εφόσον απαιτείται, την ερμηνεία που δέχεται το Varhoven kasatsionen sad (ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο), εφόσον η ερμηνεία αυτή δεν είναι σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης. 
------------------------------------------------------
1 Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008 σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2008, L 327, σ. 27), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24). 

2 Έτσι, στην περίπτωση του A. Ognyanov, το διάστημα ενός έτους και εννέα μηνών περίπου που πέρασε στη φυλακή στη Δανία ισοδυναμεί με διάστημα σχεδόν δύο ετών και επτά μηνών, πράγμα το οποίο θα του παρείχε τη δυνατότητα ισοδύναμης μειώσεως της ποινής του των δεκαπέντε ετών, ώστε ο A. Ognyanov να αφεθεί ελεύθερος νωρίτερα.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος. 

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. 
Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της 

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη (+352) 4303 2582

πηγή : curia.europa.eu/

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ΔΣΛ – Σφράγιση των γραφείων εταιρίας ARMY SOLUTIONS

Δεκτή έγινε από το Ειρηνοδικείο Λάρισας η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ΔΣΛ κατά φυσικού και νομικού προσώπου που ασκούσαν παραδικηγορική δραστηριότητα. Ακολουθεί σε εικόνες το διατακτικό και σε pdf το πλήρες κείμενο της εν λόγω (υπ' αριθμ. 184/2016) απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας.

Δείτε την απόφαση: εδώ

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

ΜΠρΑθ 725/2015 Δημόσια υιοθεσία ανηλίκου

Απαιτείται η συναίνεση των φυσικών γονέων. Η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, εάν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της επιμέλειας και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν. Η στείρα άρνηση του φυσικού γονέα, δίχως να προβάλλονται βάσιμοι λόγοι για την άρνηση του, ή δίχως να παρέχει τα εχέγγυα ότι είναι ικανός να αναθρέψει το παιδί του, τουλάχιστον υπό καλές συνθήκες διαβίωσης, πρέπει να οδηγεί αναμφίβολα στην κατάφαση της καταχρηστικότητας. Οι πλησιέστεροι συγγενείς των θετών γονέων εξετάζονται μόνο στην περίπτωση που η ακρόασή τους  είναι εφικτή. Το δικαστήριο αναπληρώνει την άρνηση της φυσικής μητέρας να συναινέσει στην υιοθεσία. Δεκτή η αίτηση υιοθεσίας.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

Αριθμός Απόφασης 725/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


            Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Φωτεινή Αλεκοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μαρίνου.

            Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 17η Νοεμβρίου 2014 για να δικάσει την υπόθεση των διαδίκων:

Των αιτούντων: 1. …… …… του …. και 2. …. …. του …., συζύγου …. ….., κατοίκων αμφοτέρων …., οδός …. αρ. …, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους ΑΤ

            Οι αιτούντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 3.11.2014 αίτησή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης 123224/2014 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 3245/4.11.2014 και η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη δημόσια συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι αιτούντες παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και η πληρεξούσια δικηγόρος τους ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησε να γίνουν αυτοί δεκτοί και αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


            I. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1549, 1550, 1552 του ΑΚ και 800 του ΚΠολΔ για την υιοθεσία ανηλίκου, η οποία τελείται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση του υποψήφιου θετού γονέα, απαιτείται να συναινέσουν αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου οι φυσικοί γονείς του. Η συναίνεση αυτή αναπληρώνεται από το δικαστήριο, μόνο εάν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1552 του ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1552 παρ. 1 περ. δ' του ΑΚ, η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, εάν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της επιμέλειας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1532 και 1533 του ΑΚ και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την αναπλήρωση της συναίνεσης του φυσικού γονέα με δικαστική απόφαση είναι η σωρευτική ύπαρξη άρνησης συναίνεσης καικαταχρηστικότητα αυτής (Βλ. ΠΠρΘεσ 6446/2013, δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2021/2000, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο). Η καταχρηστικότητα κρίνεται με βάση το σύνολο των ειδικών συνθηκών κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, αλλά και με συνεκτίμηση του συμφέροντος των φυσικών γονέων, που παρά την προηγηθείσα από μέρους τους κακή άσκηση της επιμέλειας, που είχε σαν συνέπεια την αφαίρεσή της με δικαστική απόφαση, μπορεί να αρνούνται δικαιολογημένα να συναινέσουν στην υιοθεσία του τέκνου τους (βλ. Θ. Παπαχρίστου σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, υπό άρθρα 1550 - 1553, αρ. 30 και Κ. Παντελίδου, Οι τελευταίες αλλαγές στο δίκαιο της υιοθεσίας που επέφερε ο Ν. 2915/2001, Αρμ. 2002, σελ 833 επ). Η στείρα άρνηση του φυσικού γονέα, δίχως να προβάλλονται βάσιμοι λόγοι για την άρνηση του, ή δίχως να παρέχει τα εχέγγυα ότι είναι ικανός να αναθρέψει το παιδί του, τουλάχιστον υπό καλές συνθήκες διαβίωσης, πρέπει να οδηγεί αναμφίβολα στην κατάφαση της καταχρηστικότητας (βλ. Σχ. Πανταζόπουλου, Σκέψεις για την αναπλήρωση της συναίνεσης του φυσικού  γονέα με δικαστική απόφαση, λόγω καταχρηστικής άρνησης παροχής, ΈλλΔνη 1990, 738). Στην περίπτωση που εξετάζεται αίτημα αναπλήρωσης συναίνεσης φυσικού γονέα κατά το άρθρο 1552 παρ. 1 περ. δ' του ΑΚ, το δικαστήριο αποφασίζει, αφού ακούσει τους πλησιέστερους συγγενείς, αν η ακρόασή τους είναι εφικτή κατ’ άρθρο 1553 του ΑΚ (βλ. ΠΠρΘεσ 2572/2010, δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).


II. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή τους, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου της από το Δικαστήριο, οι αιτούντες σύζυγοι, αμφότεροι ελληνικής ιθαγένειας, ζητούν να κηρυχθεί θετό τέκνο τους το ανήλικο αβάπτιστο άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε στο Διδυμότειχο, στις 15.6.2012, από την ελληνικής ιθαγενείας … …., χωρίς γάμο της μητέρας του, με την αναπλήρωση της συναίνεσης της φυσικής μητέρας του τέκνου, όπως παραδεκτά διόρθωσαν κατ’ άρθρο 224 του ΚΠολΔ την αίτησή τους, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και με τις νομότυπα κατατεθείσες στο ακροατήριο έγγραφες προτάσεις τους, ισχυριζόμενοι ότι με δικαστική απόφαση αφαιρέθηκε η άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου από τη φυσική μητέρα του και ανατέθηκε στο κέντρο παιδικής προστασίας με την επωνυμία «Η ΜΗΤΕΡΑ», από το οποίο και προστατεύεται, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση κατά τρόπο παραδεκτό εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον χου Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να τη δικάσει κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 121 χου ΕισΝΑΚ, 3, 739, 740 παρ. 1 περ. α' και 800 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 του ΚΠολΔ νόμιμη προδικασία με την επίδοση αντιγράφου της αίτησης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (βλ. τη με αριθμό 9089Ε/7.11.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 23, 1542, 1543, 1544, 1545, 1546, 1549, 1550, 1551, 1552, 1557 και 1558 του ΑΚ, 4, 7 παρ. 1, 3 του Ν. 2447/1996, 2 παρ. 3 του Π.Δ. 226/1999. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δοθέντος ότι προσκομίζεται εμπρόθεσμα η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1557 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 1 και 3 του Ν. 2447/1996, από 11.7.2014 έκθεση κοινωνικής έρευνας, η οποία διενεργήθηκε από την αρμόδια κοινωνική λειτουργό …  της Διεύθυνσης Κοινωνικής Μέριμνας της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, για τους υποψήφιους θετούς γονείς, καθώς και η από 14.11.2014 αντίστοιχη έκθεση κοινωνικής έρευνας για τη φυσική μητέρα του προς υιοθεσία τέκνου, που διενεργήθηκε από την αρμόδια κοινωνική λειτουργό ... του Παραρτήματος Προστασίας Παιδιού Αττικής «Η ΜΗΤΕΡΑ» του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Εξάλλου, οι αιτούντες σύζυγοι - υποψήφιοι θετοί γονείς, συναίνεσαν αυτοπροσώπως, ο καθένας για τον εαυτό του και για τον άλλο, για την προκείμενη υιοθεσία ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σε ιδιαίτερο γραφείο και χωρίς δημοσιότητα, κατ’ άρθρα 800 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 1549 του ΑΚ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα με αριθμό 48/2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η φυσική μητέρα του προς υιοθεσία ανήλικου τέκνου, προσερχόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 6.10.2014, αρνήθηκε να παράσχει τη συναίνεσή της για την υιοθεσία του τέκνου της κατ’ άρθρα 1550 και 1551 του ΑΚ. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει, κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αν η συναίνεση της φυσικής μητέρας του τέκνου θα πρέπει να αναπληρωθεί. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι το προς υιοθεσία ανήλικο, όπως φέρεται, γεννήθηκε χωρίς γάμο των φυσικών του γονέων, το οποίο δεν έχει αναγνωρισθεί από τον πατέρα του, δεν απαιτείται η συναίνεση του φυσικού του πατέρα και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα συναίνεσής του στην αιτούμενη υιοθεσία (Βλ. ΠΠρΚοζ 186/2012, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, ΠΠρΘεσ 10204/2010, Αρμ 2010, 1833, ΠΠρθεσ 1453/2007, Αρμ 2008, 231, ΠΠρθεσ 8320/2007, Αρμ 2008, 61, ΠΠρθεσ9852/2001, Αρμ 2001, 965, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τ. II, τευχ. Β', εκδ 1998, σελ. 287, Β. Βαθρακοκοίλη, Τo νέο Οικογενειακό Δίκαιο, εκδ. 2000, σελ. 1099). Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

III. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα των αιτούντων, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι αιτούντες, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες εκθέσεις κοινωνικής έρευνας, καθώς και από όλα τα έγγραφα του φακέλου της Κοινωνικής Υπηρεσίας, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της παρούσας διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αιτούντες, αμφότεροι ελληνικής ιθαγένειας, ηλικίας 53 και 46 ετών, αντίστοιχα, τέλεσαν νόμιμο γάμο στο Δήμο……, στις 3.8.2005 (βλ. το ακριβές φωτοαντίγραφο του με αριθμό …./3.11.2014 αποσπάσματος ληξιαρχικής πράξης γάμου, που συνέταξε η Ληξίαρχος του Δήμου ….). 

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ οικ. 39487/16 ΦΕΚ Β 2930/14.09.2016 Σύσταση Εθνικού Μητρώου ελληνικών και ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) που δραστηριοποιούνται σε θέματα διεθνούς προστασίας, μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης.

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

   Έχοντας υπόψη:

   1. Τις διατάξεις των άρθρου 31 και 32 παρ. 2 του Ν. 4375/2016 για την «Οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Ασύλου, Αρχής Προσφυγών, Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης σύσταση Γενικής Γραμματείας Υποδοχής, προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας(αναδιατύπωση)» (L 180/29.06.2013), διατάξεις για την εργασία δικαιούχων διεθνούς προστασίας και άλλες διατάξεις».

   2. Το Π.δ. 105/2014 «Οργανισμός του Υπουργείου Εσωτερικών» (Α' 172), όπως ισχύει.

   3. Το Π.δ. 24/2015 «Σύσταση και μετονομασία Υπουργείων, μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Α' 20).

   4. Το Π.δ. 11/2010 (ΦΕΚ 15/τ.Α'/16-02-2010) «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Μεταναστευτικής Πολιτικής στο Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης», όπως ισχύει.

   5. Το Π.δ. 73/2015 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α' 116).

   6. Την με αριθμ. Υ10/2015 (ΦΕΚ Β' 2109/29-09-2015) Απόφαση Ανάθεσης αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Ιωάννη Μουζάλα.

   7. Το γεγονός ότι, από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

ΕφΑθ 1701/2016 : "Συγγενικά δικαιώματα ηθοποιών - Ανάρτηση ταινιών στο διαδίκτυο"

Δεν εφαρμόζονται αναλογικά στα συγγενικά δικαιώματα όλες οι διατάξεις, που αφορούν στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως οι μελλοντικοί τρόποι εκμετάλλευσης, μπορούν όμως να εφαρμοσθούν ως προς το κύρος των συναφών όρων τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ. Η τεχνική διαδικασία της ψηφιοποίησης δεν υπάγεται καθεαυτή στην έννοια της αναπαραγωγής, αλλά πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με κάθε μορφή χρήσης. Η αντιγραφή σε σκληρό δίσκο Η/Υ και η ανάρτηση σε ιστότοπο του διαδικτύου ψηφιοποιημένης εισφοράς εμπίπτουν στην έννοια της αναπαραγωγής. Η ακεραιότητα της ερμηνείας ή εκτέλεσης προσβάλλεται μόνο από άμεσες μεταβολές και όχι ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα ή τον υποβιβασμό της αξίας της εισφοράς. Η αναπαραγωγή της ερμηνείας ηθοποιού δεν συνεπάγεται προσβολή της προσωπικότητάς του, εκτός αν πρόκειται για εμπορική εκμετάλλευση της εικόνας του ή για προσβολή της τιμής, της φήμης και της υπόληψής του. Οι κληρονόμοι δικαιούχου συγγενικού δικαιώματος κατά την άσκηση του ηθικού δικαιώματος έχουν τις ίδιες αξιώσεις με τον κληρονομούμενο ως προς την απαγόρευση πράξεων, που αφορούν παρουσίαση της ερμηνείας κατά τρόπο, που προσβάλει την υστεροφημία του καλλιτέχνη. Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης δικαιούνται να ενεργούν στο όνομά τους, αρκεί μία δειγματοληπτική αναφορά των εισφορών, που έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης και τεκμαίρεται ότι έχουν αρμοδιότητα για τη διαχείριση και προστασία όλων των εισφορών των δικαιούχων, για τους οποίους δηλώνουν ότι τους μεταβιβάσθηκαν οι σχετικές άδειες. 
Η αντιγραφή ή ανάρτηση στο διαδίκτυο ήδη ψηφιοποιημένων κινηματογραφικών ταινιών χωρίς άδεια των ηθοποιών συνιστά προσβολή του περιουσιακού τους δικαιώματος και της εξουσίας διάθεσης κατ’ αίτηση στα ηλεκτρονικά δίκτυα, η δε παραμόρφωση της ερμηνείας τους συνιστά προσβολή του ηθικού δικαιώματος. Απόρριψη ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, επειδή η παραγωγός εταιρία υποβλήθηκε σε υπέρογκες δαπάνες για την ψηφιοποίηση των ταινιών, διότι δεν αποδείχθηκε ότι δεν άντλησε οικονομικό όφελος και οι ενάγοντες άσκησαν τα δικαιώματά τους. Παραίτηση των εναγόντων από τον διπλασιασμό της συνήθους αμοιβής. Κρίθηκε πλήρως ορισμένη η αγωγή και επικυρώθηκε η επιδίκαση αμοιβής υπέρ του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης και χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, επειδή υποβλήθηκε σε χρονοβόρα διαδικασία για να επιτύχει τη διακοπή εκ μέρους του παρόχου της λειτουργίας του ιστότοπου, στον οποίο προβάλλονταν οι ταινίες.

ΕφΑθ 1701/2016
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Χρυσούλα Φλώρου, Πρόεδρος Εφετών
Μαρία Φιλακουρίδου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου
(...) Σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και τη συνεκδίκαση περισσότερων δικών, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με την απορρέουσα από τα άρθρα 107, 232, 245, 246 και 247 ΚΠολΔ, αρχή της οικονομίας των διαδικαστικών ενεργειών. Στη προκειμένη και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη και προσδιορισθείσα αρμοδίως δικάσιμο εκφωνήθηκαν με την εναρίθμωςπροβλεπόμενη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν κατά την τακτική διαγνωστική διαδικασία και με παρόντες όλους τους διαδίκους α) η από 17-10-2014 και με αρ.εκθ.κατ. 6863/2014 έφεση των 1ου έως και 261ου εναγόντων με την από 5-11-2013 και με αρ.εκθ.κατ. 147033/4252/2013 αγωγή και β) η από 10-10-2014 έφεση της πρώτης των εναγόμενων με την ως άνω αγωγή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, κατά της υπ' αρ. 3089/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη των εναγόμενων και απορρίφθηκε καθ' ολοκληρίαν ως προς τη δεύτερη των εναγόμενων, επίσης, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, κατ' ουσίαν. Πρόκειται για συναφή δικόγραφα των οποίων επιβάλλεται η συνεκδίκαση, αφού, έτσι, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης. Οι υπό κρίση εφέσεις φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 18 αρ. 2, 19, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρα 495, 499, 511, 513, 516 παρ. 1, 517, 518 ΚΠολΔ).