ΑρΠάγος (Β2) 113/17 : ΔΕΥΑ - ΝΠΙΔ - Μνημόνιο - Μείωση αποδοχών. Μη αναδρομικότητα νόμων. Οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης συνιστούν ΝΠΙΔ και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγονται στην κατηγορία των ΟΤΑ, ούτε και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Περικοπές αποδοχών των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ με το Μνημόνιο. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Η αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών από 31-12-2012 έως 31-12-2016, η οποία προβλέπεται από την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, καταλαμβάνει τόσο τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, στους οποίους η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμοζόταν ευθέως, όσο και τους ενάγοντες- εργαζόμενους της επιχείρησης, στους οποίους έως 31-12-2012 η ίδια διάταξη εφαρμοζόταν αναλόγως, ενώ από την 1-1-2013 εφαρμόζεται ευθέως, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί ήδη τις αντίστοιχες μειώσεις κατά 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους. Δεν μπορεί να τύχει αναδρομικής εφαρμογής η επίμαχη διάταξη, πρωτίστως διότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της κρινόμενης διαφοράς και ήδη αυτή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αριθμός 113/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... (...Ξ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σ Γ, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Κ., 2)Η. Α. τ......, όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΑΠυ.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των αναιρεσιβλήτων (91 εκ των 104): ... της Χώρας. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Π. Δ. και διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους της τον ΔΒ και τον Σ Μ, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (πλην των 29ου, 32ης, 36ης, 42ης, 44ης, 45ης, 48ης, 52ου, 53ης, 58, 75ου, 81ου και 86ου) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με τις προφορικά ασκηθείσες υπέρ των αναιρεσιβλήτων, πρόσθετες παρεμβάσεις α)Επιχειρηματικού Σωματείου Εργαζομένων ... και β)....
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση με την από 17/7/2015 αίτησή του.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 19/10/2016 παρέμβασή της προς το δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3 και 104 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα :α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και γ) αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην οποία προστέθηκε δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ‘‘ Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς’ ‘ . Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας όλοι οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Αθηνών Απόστολο Παπακωνσταντίνου, ως πληρεξούσιο αυτών, κατά τη δήλωσή του. Πλην, όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, δεν αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων Ν. Δ., Μ. Θ., Α. Μ., Β. Μ., Ε. Π., Γ. Σ., Α. Τ., Κ. Χ. και Σ. Χ. με κάποιο νόμιμο τρόπο, αφού δεν προσκομίζεται σχετική συμβολαιογραφική πράξη, ούτε έγινε παράσταση αυτών ενώπιον του ακροατηρίου και σχετική δήλωση στα πρακτικά, ώστε να προκύπτει ότι παρείχαν στον ως άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Συνακόλουθα, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι είναι δικονομικά απόντες. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως προς τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους της αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 23-2-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 25-10-2016, ή έστω κλήση αυτών για την τελευταία. Ούτε, τέλος, γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί όλων αυτών στα έγγραφα σημειώματα - προτάσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς.
