Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

ΑρΠάγος (Β2) 113/17 : ΔΕΥΑ - ΝΠΙΔ - Μνημόνιο - Μείωση αποδοχών. Μη αναδρομικότητα νόμων. Οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης συνιστούν ΝΠΙΔ και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγονται στην κατηγορία των ΟΤΑ, ούτε και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

ΑρΠάγος  (Β2) 113/17 : ΔΕΥΑ - ΝΠΙΔ - Μνημόνιο - Μείωση αποδοχών. Μη αναδρομικότητα νόμων. Οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης συνιστούν ΝΠΙΔ και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγονται στην κατηγορία των ΟΤΑ, ούτε και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Περικοπές αποδοχών των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ με το Μνημόνιο. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Η αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών από 31-12-2012 έως 31-12-2016, η οποία προβλέπεται από την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, καταλαμβάνει τόσο τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, στους οποίους η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμοζόταν ευθέως, όσο και τους ενάγοντες- εργαζόμενους της επιχείρησης, στους οποίους έως 31-12-2012 η ίδια διάταξη εφαρμοζόταν αναλόγως, ενώ από την 1-1-2013 εφαρμόζεται ευθέως, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί ήδη τις αντίστοιχες μειώσεις κατά 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους. Δεν μπορεί να τύχει αναδρομικής εφαρμογής η επίμαχη διάταξη, πρωτίστως διότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της κρινόμενης διαφοράς και ήδη αυτή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Απορρίπτει την αναίρεση.

Αριθμός 113/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... (...Ξ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σ Γ, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Κ., 2)Η. Α. τ......, όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΑΠυ.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των αναιρεσιβλήτων (91 εκ των 104): ... της Χώρας. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Π. Δ. και διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους της τον ΔΒ και τον Σ Μ, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (πλην των 29ου, 32ης, 36ης, 42ης, 44ης, 45ης, 48ης, 52ου, 53ης, 58, 75ου, 81ου και 86ου) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με τις προφορικά ασκηθείσες υπέρ των αναιρεσιβλήτων, πρόσθετες παρεμβάσεις α)Επιχειρηματικού Σωματείου Εργαζομένων ... και β)....
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση με την από 17/7/2015 αίτησή του.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 19/10/2016 παρέμβασή της προς το δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3 και 104 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα :α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και γ) αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην οποία προστέθηκε δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ‘‘ Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς’ ‘ . Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας όλοι οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Αθηνών Απόστολο Παπακωνσταντίνου, ως πληρεξούσιο αυτών, κατά τη δήλωσή του. Πλην, όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, δεν αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων Ν. Δ., Μ. Θ., Α. Μ., Β. Μ., Ε. Π., Γ. Σ., Α. Τ., Κ. Χ. και Σ. Χ. με κάποιο νόμιμο τρόπο, αφού δεν προσκομίζεται σχετική συμβολαιογραφική πράξη, ούτε έγινε παράσταση αυτών ενώπιον του ακροατηρίου και σχετική δήλωση στα πρακτικά, ώστε να προκύπτει ότι παρείχαν στον ως άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Συνακόλουθα, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι είναι δικονομικά απόντες. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως προς τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους της αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 23-2-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 25-10-2016, ή έστω κλήση αυτών για την τελευταία. Ούτε, τέλος, γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί όλων αυτών στα έγγραφα σημειώματα - προτάσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς.

Ημερίδα Δ.Σ.Πατρών "Μισθώσεις - Προβλήματα εφαρμογής του Ν. 4242/2014", 10/3/2017 (video)


Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

ΣτΕ (Γ') 2841/16 : Πρόσληψη δικηγόρου σε Δήμο - Διαδικασία επιλογής. Αίτηση ακυρώσεως - λόγοι. Αίτηση ακυρώσεως με την οποία ζητείται η ακύρωση πράξης της - επί πάγιας αντιμισθίας - πρόσληψης δικηγόρου σε Δήμο, από τον αιτούντα - συμμετέχοντα στη διαδικασία επιλογής.

ΣτΕ (Γ') 2841/16 : Πρόσληψη δικηγόρου σε Δήμο - Διαδικασία επιλογής. Αίτηση ακυρώσεως - λόγοι. Αίτηση ακυρώσεως με την οποία ζητείται η ακύρωση πράξης της - επί πάγιας αντιμισθίας - πρόσληψης δικηγόρου σε Δήμο, από τον αιτούντα - συμμετέχοντα στη διαδικασία επιλογής. Κατάταξη υποψηφίων από πενταμελή Επιτροπή που αρχικά κρίνει ποιοι από τους υποψηφίους έχουν τα τυπικά προσόντα κι έπειτα καλεί αυτούς που τα πληρούν σε προφορική συνέντευξη. Συνέκτιμηση οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης υποψηφίων. Κρίθηκε απορριπτέος λόγος ακυρώσεως ως προβαλλόμενος άνευ εννόμου συμφέροντος, περί παράλειψης στο κείμενο της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής των ονομάτων των μελών που πλειοψήφησαν και αυτών που μειοψήφησαν. Απορριπτέος ως αβάσιμος, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο ο αιτών προβάλλει παράλειψη της Επιτροπής ως προς τη διαδικασία σύγκρισης της παρεμβαίνουσας (η οποία και προσελήφθη στη θέση) και του αιτούντος βάσει του κριτηρίου της εξειδίκευσης στο αντικείμενο απασχόλησης. Επίσης απορριπτέος ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η Επιτροπή έλαβε υπ' όψιν στοιχεία που η παρεμβαίνουσα είχε υποβάλει ενώπιόν της εκπροθέσμως. Τέλος, η επίδικη κρίση περί επιλογής της παρεμβαίνουσας αιτιολογείται νομίμως, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Αντίθετη μειοψηφία. Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως.

Αριθμός 2841/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Γ. Ποταμιάς, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Π. Τσούκας, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Νικ. Βασιλόπουλος.
Για να δικάσει την από 11 Φεβρουαρίου 2013 αίτηση:
του …….. του …….., κατοίκου …………(………….), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. …… Δ.Σ…….),
κατά των: 1) Δήμου …………, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. ……….), που τον διόρισε με απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του και 2) Υπουργού Εσωτερικών και ήδη Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ο οποίος παρέστη με την B., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
και κατά της παρεμβαίνουσας Π. του Γ., κατοίκου …….. (……….), η οποία παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. …… Δ.Σ……….).
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν οι υπ' αριθ.: α) από 8 και 10 Νοεμβρίου 2012 απόφαση (πρακτικό 2ο) της κατ' άρθρον 18 του Ν. 1868/1989 Επιτροπής και β) ........... πράξη του Δημάρχου …… και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Π. Τσούκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αιτούντα ως δικηγόρο, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο του καθ' ου Δήμου, την παρεμβαίνουσα ως δικηγόρο και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ον  Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως καταβλήθηκε το κατά νόμον παράβολο (υπ' αριθ. ………… ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση α) της από 8 και 10 Νοεμβρίου 2012 αποφάσεως (πρακτικό 2ο) της κατ' άρθρον 18 του Ν. 1868/1989 Επιτροπής, με την οποία αποφασίσθηκε η επί παγία αντιμισθία πρόσληψη της δικηγόρου ……………. σε θέση δικηγόρου του Δήμου ………….., η πλήρωση της οποίας είχε προκηρυχθεί με την ………….2006 πράξη του Δημάρχου ……………., και β) της ………… πράξεως του Δημάρχου ………… με την οποία η .……. προσλήφθηκε στην προμνησθείσα θέση.
3. Επειδή, στην παρούσα δίκη μετ' εννόμου συμφέροντος παρεμβαίνει η δικηγόρος ………., η οποία προσελήφθη στην επίδικη θέση.
4. Επειδή, η προμνησθείσα ……...2012 πράξη του Δημάρχου ……….. με την οποία η παρεμβαίνουσα δικηγόρος …….. προσελήφθη στην επίδικη θέση, συνιστά την τελική πράξη της σύνθετης διοικητικής ενέργειας που κατατείνει στην πρόσληψη δικηγόρου κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 11 του Ν. 1649/1968. Ως εκ τούτου, η πράξη αυτή είναι η μόνη παραδεκτώς προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση, η οποία απαραδέκτως στρέφεται και κατά της από 8 και 19 Νοεμβρίου 2012 αποφάσεως της Επιτροπής που διενήργησε την επίδικη επιλογή.
5. Επειδή, στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986 με τον τίτλο "Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων και άλλες διατάξεις" (Α΄ 149) ορίζονται τα εξής: «Η πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία … από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα … γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη… Η προκήρυξη πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της απασχόλησης του δικηγόρου, τις τυχόν ειδικές ανάγκες του νομικού προσώπου, την έδρα και τους όρους αμοιβής, υπηρεσιακής εξέλιξης και ασφάλισης του δικηγόρου. Η προκήρυξη καθορίζει προθεσμία για την υποβολή υποψηφιοτήτων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 30 ούτε μεγαλύτερη από 60 ημέρες από την τελευταία δημοσίευση της προκήρυξης». Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί από την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του Ν. 1868/1989, ορίζεται η σύνθεση της πενταμελούς Επιτροπής η οποία κάνει την σχετική επιλογή. Περαιτέρω στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Οι υποψήφιοι υποβάλλουν στο ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο, μέσα στην προθεσμία που ορίζει η προκήρυξη, αίτηση συνοδευόμενη από α) πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, β) πιστοποιητικό του οικείου δικηγορικού συλλόγου από το οποίο να προκύπτει ότι ο υποψήφιος δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και ότι δεν έχει άλλη έμμισθη θέση, γ) υπεύθυνη δήλωση ότι ο υποψήφιος δεν παρέχει τις υπηρεσίες του με αμοιβή κατά υπόθεση σε άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα…, δ) βιογραφικό σημείωμα με τα στοιχεία της επιστημονικής και επαγγελματικής του δράσης». Εξ άλλου στις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως η πρώτη διαμορφώθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του Ν. 1868/1989, ορίζεται ότι «6. Με την αίτησή τους οι υποψήφιοι υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόδειξη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους. Για την πρόσληψη λαμβάνονται υπόψη η προσωπικότητα του υποψήφιου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευσή του στο αντικείμενο της απασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα και επάρκεια και η γνώση ξένων γλωσσών, που συνεκτιμώνται με την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, τις βιοτικές του ανάγκες, την ηλικία του και την πρόβλεψη της εξέλιξής του. Κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της συνδρομής των τυπικών προσόντων είναι ο χρόνος λήξης της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων. ... 7. Η Επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις και τα δικαιολογητικά των υποψηφίων και τους καλεί σε ατομική συνέντευξη. Μέσα σε ένα μήνα το πολύ από την τελευταία ατομική συνέντευξη εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με τη σειρά αξιολόγησης των υποψηφίων. Η απόφαση της Επιτροπής είναι υποχρεωτική και ισχύει μόνο για την κατάληψη των θέσεων που προκηρύχθηκαν…».
6. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η πενταμελής Επιτροπή κρίνει πρώτα πόσοι από τους υποψήφιους έχουν τα απαιτούμενα από τον νόμο τυπικά προσόντα και στη συνέχεια καλεί όσους τα έχουν σε προφορική συνέντευξη ενώπιόν της. Μετά την συνέντευξη η Επιτροπή κατατάσσει τους υποψήφιους κατά αξιολογική σειρά με βάση τα κριτήρια που προβλέπονται από τον νόμο. Στο πρακτικό της Επιτροπής πρέπει να εκτίθενται τα κριτήρια και τα πραγματικά δεδομένα, που αφορούν τους προτεινόμενους για την κατάληψη της θέσεως, τα οποία, ύστερα από συνεκτίμηση της σπουδαιότητάς τους, οδήγησαν στην κρίση για την επιλογή του καταλληλότερου. Εξ άλλου, είναι δυνατόν να συνεκτιμηθούν και κοινωνικά κριτήρια αναφερόμενα στο πρόσωπο των υποψηφίων, όπως είναι η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση των υποψήφιων, με βάση συγκεκριμένα στοιχεία (ΣτΕ 2365/2014, 791/2012, 625/2011, 1412/2010, 2717/2005, 1787/2004, 1835/2001 κ.ά.), τούτο όμως μόνον επικουρικώς προς τα κύρια, κατά νόμον, κριτήρια επιλογής (ΣτΕ 2365/2014, 2683/2013, 1735/2006, 3502/2007, 1019/2010, 1782/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, η στάθμιση της προσωπικότητας των υποψηφίων αποτελεί νόμιμο στοιχείο κρίσεως, το οποίο συνεκτιμάται με τα λοιπά νόμιμα κριτήρια. Η Επιτροπή, όμως, πρέπει, προκειμένου να αποδεικνύεται ότι έγινε η χρήση του εν λόγω κριτηρίου με τρόπο αντικειμενικό, να μην αρκείται στην επίκληση του κριτηρίου αυτού κατά τρόπο γενικό και αόριστο, αλλά να εξειδικεύει την σχετική αναφορά της με σκέψεις και κρίσεις που τεκμηριώνουν την συνδρομή του, ώστε να καθίσταται εφικτός με την παρατιθέμενη αιτιολογία ο δικαστικός έλεγχος της κρίσεως αυτής (ΣτΕ 2365/2014, 783/2012, 483/2011, 2306/2007, 1734/2006, 3386/2005, 1251-2/2005, 758/2002 7μ. κ.ά.).
7. Επειδή, με την ……….2006 πράξη του ο Δήμαρχος ………. προκήρυξε την πλήρωση της επίδικης θέσης, το αντικείμενο απασχόλησης στην οποία ορίσθηκε ως ακολούθως: «Το αντικείμενο απασχόλησης είναι αυτό που περιγράφεται στο άρθρο 3 του Ο.Ε.Υ. του Δήμου, που έχει ψηφιστεί με την ……. απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, εγκρίθηκε με την ………απόφαση του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και δημοσιεύτηκε στο αριθμ. ……….ΦΕΚ τ. Β΄, που έχει ως εξής: Παροχή Νομικής υποστήριξης προς τα αιρετά όργανα του Δήμου για την προώθηση των επιδιώξεων/στόχων/συμφερόντων του Δήμου (παρίσταται στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου και της Δημαρχιακής Επιτροπής, όταν καλείται). Παροχή νομικών συμβουλών προς τις Υπηρεσίες, στα Νομικά Πρόσωπα και στα άλλα ιδρύματα του Δήμου για οποιοδήποτε θέμα. Νομική επεξεργασία και γνωμοδότηση για πράξεις της Δημόσιας Διοίκησης που αφορούν το Δήμο. Νομική επεξεργασία προγραμματικών συμβάσεων του Δήμου, συμβολαίων, συμβάσεων εργασίας και έργου, διακηρύξεων, δημοπρασιών κ.λ.π. Παραστάσεις σ' όλα τα Δικαστήρια για υποθέσεις του Δήμου. Παραστάσεις στις Διοικητικές Αρχές για την προάσπιση των συμφερόντων του Δήμου. Συντήρηση της αναγκαίας υποδομής του γραφείου για να ανταποκριθεί στις προηγούμενες δραστηριότητες. Συγκέντρωση νόμων, διαταγμάτων, γνωμοδοτήσεων, αποφάσεων και νομολογίας, που αφορούν τα θέματα που απασχολούν το Δήμο. Το ανωτέρω αντικείμενο δεν είναι στατικό, προσαρμόζεται κάθε φορά με τα οριζόμενα από τον εκάστοτε ισχύοντα Ο.Ε.Υ., τις ανάγκες που δημιουργούνται από την ανάθεση νέων αρμοδιοτήτων στους Ο.Τ.Α., αλλά και τις καθημερινές ανάγκες του Δήμου στην αντιμετώπιση των οποίων η νομική σκέψη και επιστήμη συμβάλλει θετικά». Με την Προκήρυξη ορίσθηκε, επίσης, ότι οι δηλώσεις υποψηφιότητας και τα δικαιολογητικά που αφορούν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα πρέπει να υποβληθούν «εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών που αρχίζει από την ημέρα της τελευταίας δημοσίευσης [της προκηρύξεως]», ήτοι στις 31.7.2006.
8. Επειδή, υποψηφιότητα προς πλήρωση της θέσεως δικηγόρου, η πλήρωση της οποίας προκηρύχθηκε με την προμνησθείσα πράξη του Δημάρχου ………. έθεσαν, μεταξύ άλλων, ο ήδη αιτών, η ήδη παρεμβαίνουσα καθώς επίσης οι δικηγόροι Μ……..… , …………. και …………. Η αρμόδια για τη διενέργεια της επιλογής Επιτροπή επέλεξε, με την από 29.12.2006 απόφασή της, τον …………., με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι διαθέτει αποδεδειγμένως επαγγελματική εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης, στήριξε δε την κρίση της αυτή στο ότι «από το έτος 1999 έχει ασχοληθεί με αρκετές υποθέσεις του Δήμου ……… (κυρίως Διοικητικού Δικαίου), καθώς και της Δ.Ε.Υ.Α. (προσκομίζει σχετικώς τις υπ' αριθ. ……….., ……….., …………, ……………, …………….. τετραπλότυπες αποδείξεις του Δικηγορικού Συλλόγου ………., επίσης την υπ' αριθ. ………… απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ………., με την οποία προτείνεται ως δικηγόρος του Δήμου ………… επί της προσφυγής του ………… ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ……….. κατά της υπ' αριθ. ………….απόφασης του Δημάρχου …………)». Ακολούθως εκδόθηκε η …………2007 πράξη του Δημάρχου …………., με την οποία ο επιλεγείς …………… προσελήφθη στη θέση, προς πλήρωση της οποίας επελέγη. Κατά της πράξεως αυτής ο ήδη αιτών, η ήδη παρεμβαίνουσα καθώς και οι συνυποψήφιοί τους ………και ……….. άσκησαν, για ίδιον λογαριασμό ο καθένας, αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τις αιτήσεις αυτές προβλήθηκε, μεταξύ άλλων, λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο αμφισβητήθηκε η επαγγελματική εξειδίκευση του επιλεγέντος …………. στο αντικείμενο της απασχόλησης. Προκειμένου να αποφανθεί επί του λόγου τούτου, το Δικαστήριο εξέδωσε τις υπ' αριθ. 362-365/2010 αποφάσεις, με τις οποίες ζήτησε από τον Δήμο …………. και το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (στο οποίο υπήγετο η διενεργήσασα την επιλογή Επιτροπή) α) να διευκρινίσουν αν τα στοιχεία επί των οποίων στήριξε την κρίση της η Επιτροπή ως προς την επαγγελματική εξειδίκευση του επιλεγέντος …………. είχαν κατατεθεί μαζί με την αίτηση συμμετοχής αυτού ή αν προσκομίσθηκαν μεταγενεστέρως ενώπιον της Επιτροπής, β) να διαβιβάσουν ό,τι απεδείκνυε τον ακριβή χρόνο καταθέσεως των στοιχείων αυτών και γ) να αποστείλουν τα στοιχεία που ο επιλεγείς υπέβαλε προς απόδειξη των προσόντων του. Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών ο Δήμος ………. απέστειλε στο Δικαστήριο το ………..2010 έγγραφό του, στο οποίο ανέφερε ότι από το φάκελο της υποθέσεως δεν προέκυπτε ο ακριβής χρόνος καταθέσεως των στοιχείων που η Επιτροπή έλαβε υπ' όψιν κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς της περί επαγγελματικής εξειδικεύσεως του εκλεγέντος ………… στο αντικείμενο της απασχόλησης. Εν όψει τούτου, το Δικαστήριο έκρινε με τις 3572-3575/2011 αποφάσεις του (εκ των οποίων οι 3575/2011 και 3572/2011 αφορούσαν τον ήδη αιτούντα και την παρεμβαίνουσα, αντιστοίχως) ότι τα στοιχεία επί των οποίων η Επιτροπή στήριξε την εν λόγω κρίση της δεν είχαν υποβληθεί, από τον επιλεγέντα, εντός της ταχθείσης από την Προκήρυξη προθεσμίας, αλλά μετά την εκπνοή αυτής και ως εκ τούτου ανεπιτρέπτως η Επιτροπή τα έλαβε υπ' όψιν της. Σε συμμόρφωση προς τις προμνησθείσες ακυρωτικές αποφάσεις η Επιτροπή επελήφθη εκ νέου της υποθέσεως. 

ΕιρΑθ 664/2017 Αντιποίηση Δικηγορικού Λειτουργήματος

Αστική Ετερόρρυθμη Εμπορική Εταιρεία, με καταστατικό σκοπό την εκτίμηση ακινήτων, είχε συνάψει σύμβαση με πολίτη, δυνάμει της οποίας είχε, μεταξύ άλλων, συνομολογηθεί να οργανώνει τους νομικούς αυτής συμβούλους, οι οποίοι θα αναλάμβαναν τη σύνταξη και κατάθεση δικογράφων και την παράσταση ενώπιον των Δικαστηρίων όλων των βαθμών σε δίκες απαλλοτριώσεων, λαμβάνοντας η Ετερόρρυθμη Εταιρεία ως αμοιβή, ποσοστό (10%) επί της επιδικασθείσας αποζημίωσης (Εργολαβικό Δίκης). Η συγκεκριμένη δραστηριότητα της ανωτέρω Ετερόρρυθμης Εταιρείας συνιστά μη νόμιμη και απαγορευμένη δραστηριότητα, η οποία έχει ανατεθεί αποκλειστικά στους Δικηγόρους και εντεύθεν απορρίπτεται η αγωγή της ενάγουσας Ετερόρρυθμης Εταιρείας, ως μη νόμιμη, καθώς εδραζόταν σε απολύτως άκυρη δικαιοπραξία, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δικηγόρων Κώδικος.

 Αριθμός Απόφασης 664/2017
 (Τακτική Διαδικασία)
 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών Ελένη Παφίλη, την οποίαν όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ειρήνη Κόττα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 05 Οκτωβρίου 2016 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΌΥΣΑΣ: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «………… ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «………… Ε.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού ……… αρ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, έχουσα Α.Φ.Μ. ..., η οποία στο δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο ……………………….
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ……………, κατοίκου τ.κ. Περάσματος Δήμου Φλώρινας, με Α.Φ.Μ. …………, ο οποίος στο Δικαστήριο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου Ε Ρ.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή, ως νόμιμη και βάσιμη, η από 27-05-2014 και με αριθμό κατάθεσης ………/02-06-2014 αγωγή της, η οποία απευθύνεται στο παρόν Δικαστήριο και στρέφεται κατά του εναγομένου, προσδιορίσθηκε δεπρος συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 08-06-2015, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά τη δημόσια συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, οπότε και η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το Δικαστήριο, αφού άκουσε αφενός τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που αμφότεροι κατέθεσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφετέρου όσα περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39 παρ. 1 του προΐσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργηση από το Ν. 4194/2013), «Έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι' αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις. Η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στον δικηγόρο...», ενώ στις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου ως άνω άρθρου προβλέπονταν οι περιπτώσεις που κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 40 παρ. 1 και 2 του ιδίου ως άνω ν. διατ/τος «1. Πρόσωπο, το οποίο, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, παρέχει τις υπηρεσίες που προβλέπονται στα άρθρα 39 και 42 (παράσταση σε συμβολαιογραφικές πράξεις) ή προβαίνει στην έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων κατά παράβαση του άρθρου 41, διώκεται και τιμωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 175 του Ποινικού Κώδικα... 2. Κάθε ιδιώτης που αναλαμβάνει, χωρίς δικηγόρο ή με δικηγόρο της εκλογής του, ή εμφανίζεται ή διαφημίζει ότι αποδέχεται την επιμέλεια υποθέσεων ή άσκηση έργων για τα οποία είναι αποκλειστικά αρμόδιος ο δικηγόρος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39, 41 και 42, και αν στην περίπτωση του άρθρου 42 δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου, τιμωρείται ύστερα από έγκληση δικηγόρου ή δικηγορικού συλλόγου με τις ποινές που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο. Αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, την ίδια ποινική ευθύνη έχει ο εκπρόσωπος του»; Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 2, 93, 100-157 του ιδίου ως άνω ν. διατ/τος, οι οποίες αποσκοπούν στην περιφρούρηση των επαγγελματικών συμφερόντων των δικηγόρων και στην καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό. την ευρεία έννοια του όρου, προκύπτει ότι η επιμέλεια των υποθέσεων των πολιτών όχι μόνο στα δικαστήρια, αλλά και στις διοικητικές αρχές, είναι έργο αποκλειστικά των δικηγόρων, δεδομένου ότι αυτοί, λόγω της ειδικής επιστημονικής και επαγγελματικής τους κατάρτισης, είναι ικανοί και κατάλληλοι προς πληρέστερη κατανόηση και ευστοχότερη διεξαγωγή των υποθέσεων των ανωτέρω. Σημειωτέον ότι, για τους προαναφερόμενους λόγους δημοσίου συμφέροντος, η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 40, που ορίζει τα της αντιποίησης του δικηγορικού λειτουργήματος, επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 9 του νέου Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. 4194/2013). Και, ναι μεν επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η αυτοπρόσωπη παράσταση των πολιτών προς επιμέλεια των υποθέσεων τους στις ειδικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 39 ν.δ. 3026/1954, οσάκις, όμως, δεν παρίστανται αυτοπροσώπως, αλλ' ενεργούν δια πληρεξουσίου, ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι άλλος, παρά μόνο δικηγόρος. Επομένως, δεν μπορεί να διορισθεί ως πληρεξούσιος μη δικηγόρος για να επιμεληθεί επ' αμοιβή υπόθεση τρίτου ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής, με την έννοια της παρακολούθησης αυτής σε κάθε στάδιο μέχρι την τελική διεκπεραίωση της, και με το δεδομένο αυτό, δεν είναι και επιτρεπτή και ειδική συμφωνία με πληρεξούσιο μη δικηγόρο, που εξαρτά την αμοιβή αυτού ή το είδος της αμοιβής από την έκβαση μιας υπόθεσης, την οποία αναλαμβάνει αυτός να επιμεληθεί και να προωθήσει ενώπιον διοικητικών ή δικαστικών αρχών, καθώς και συμφωνία περί αμοιβής με εκχώρηση ή μεταβίβαση μέρους του αντικειμένου της υποθέσεως, καθόσον πρόκειται περί έργου που έχει ανατεθεί αποκλειστικά σε δικηγόρους, και μάλιστα μόνο σ' αυτούς, κατ' αποκλεισμό των δικολάβων (βλ. άρθρο 92 παρ. 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954). Μια τέτοια συμφωνία είναι απολύτως άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, οι οποίες είναι απαγορευτικές, δε διασώζεται δε το κύρος της συμφωνίας αυτής ούτε και στην περίπτωση κατά την οποία είχε προβλεφθεί ο διορισμός δικηγόρου από πληρεξούσιο μη δικηγόρο, εκεί όπου ο νόμος το απαιτεί, αφού την επιμέλεια διεξαγωγής και έκβασης της όλης υπόθεσης την έχει ο πληρεξούσιος μη δικηγόρος και όχι ο διοριζόμενος απ’ αυτόν προς επιχείρηση μεμονωμένων πράξεων, δικηγόρος (βλ. ΑΠ 328/2001 Δ/νη 2001.1295, ΑΠ 1403/1992 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΕφΑθ Δνη 1998.623, ΕφΑΘ 1191/1991 Αρμ1991.330). Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΑΚ 181, δικαιοπραξία, της οποίας ένα μέρος είναι άκυρο, παραμένει ισχυρή κατά το υπόλοιπο και μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί να συνάγεται ή να αποδεικνύεται ότι, κατά τη βούληση των μερών, η ακυρότητα καταλαμβάνει όλη τη δικαιοπραξία, δηλαδή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας υπέρ της μερικής ακυρότητας (ΑΠ 1194/2000 ΕλλΔνη 2000.1600, ΑΠ 804/1980 ΝοΒ 1981.72, ΑΠ 305/1979 ΝοΒ 1979.1296, ΑΠ 1492/1977 ΝοΒ 1981.1990, ΕφΑΘ 9518/1999 ΕλλΔνη 2001.1659). Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του ΑΚ 181 είναι: 1. δικαιοπραξία της οποίας κάποιο μέρος είναι άκυρο, 2. διαιρετότητα της δικαιοπραξίας, ώστε να κατανέμεται σε περισσότερα μέρη, 3. η ακυρότητα να πλήττει μέρος μόνο της δικαιοπραξίας, ώστε το υπόλοιπο να παραμένει άθικτο (ΑΠ 305/1979 ΝοΒ 1979.1296, ΠΠΑΘ 3517/1983 ΕλλΔνη 1984/216, Καράκωστας/Τριάντος/Βαρελά, ΑΚ, άρθρο 181 αρ. 621). Η ακυρότητα του μέρους συμπαρασύρει όλη τη δικαιοπραξία, αν συνάγεται ότι τα μέρη δε θα την επιχειρούσαν χωρίς το άκυρο μέρος. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να αναζητηθεί ερμηνευτικά όχι η πραγματική, αλλά η υποθετική ή η εικαζόμενη θέληση που θα είχαν οι δικαιοπρακτούντες κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, αν γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, με βάση και τις 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή το δικαστήριο συμπληρώνει με νομικό πλάσμα τη θέληση των μερών. Η εξακρίβωση της θέλησης των μερών θα γίνει με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και με κριτήρια αντικειμενικά, όπως η φύση της δικαιοπραξίας και ο επιδιωκόμενος σκοπός και υποκειμενικά, όπως τα ελατήρια, οι συνήθειες και τα συμφέροντα των δικαιοπρακτούντων (βλ. Νικολόπουλο σε Σ.Ε.ΑΚ Γεωργιάδη, υπό το άρθρο 181, αρ. 1, 4, σελ. 322-323 με τις εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Τέλος, εάν η σύμβαση κριθεί άκυρη στο σύνολο της, τότε ο πλουτισμός του αντισυμβαλλομένου στερείται νομίμου αιτίας και ο βλαπτόμενος από την ακυρότητα της συμβάσεως δύναται να αναζητήσει την παροχή που κατέβαλε σε εκτέλεση της ακύρου συμβάσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ (ΠΠΠειρ 2881/2004 ΑρχΝ 2006.214).

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

ΕφΠατρ 33/2017 : Αγωγή διανομής - Κοινωνία - Προσεπίκληση - Έφεση - Μη κλήτευση πρωτοδίκως προσεπικαλούμενου ενυπόθηκου δανειστή - Απαράδεκτη συζήτηση υπόθεσης

Η άσκηση των ενδίκων μέσων της εφέσεως (και της αναιρέσεως) από έναν κοινωνό, σχετικώς προς την διανομή, επιφέρει αποτελέσματα και για τον ενυπόθηκο ή ενεχυρούχο δανειστή, με συνέπεια να θεωρείται από τον νόμο ότι τα άσκησε και αυτός, μολονότι αδράνησε, χωρίς να είναι απαραίτητο να στρέφονται και εναντίον του, αρκεί μόνον ο εν λόγω δανειστής να καλείται, με ποινή απαραδέκτου, στην αντίστοιχη δίκη (δευτεροβάθμια ή αναιρετική) στην οποία, αν δεν εμφανισθεί, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τους λοιπούς παριστάμενους διαδίκους (κοινωνούς). Στην προκειμένη περίπτωση, επί εφέσεως σε δίκη διανομής, δεν αποδείχθηκε η κλήτευση της πρωτοδίκως προσεπικληθείσας διαδίκου (τραπεζικής εταιρείας), αφού τόσο οι νυν εκκαλούντες (εναγόμενοι), όσο και η νυν εφεσίβλητη (ενάγουσα) με επιμέλεια της οποίας επισπεύδεται η συζήτηση της εφέσεως, ουδόλως επικαλούνται και αποδεικνύουν ότι κάλεσαν την ως άνω προσεπικληθείσα Τράπεζα για να παραστεί στη προκειμένη (δευτεροβάθμια) δίκη και η τελευταία δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση υποθέσεως και διατάσσεται η κλήτευση της πρωτοδίκως προσεπικληθείσας Τράπεζας κατά την δικάσιμο που θα ορισθεί.
ΑΡΙΘΜΟΣ 33/2017
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Εμμανουήλ Καλεντάκη, Πρόεδρο Εφετών. Ελένη Κατσούλη, Εφέτη, Μαρία Μπαντουβά Εισηγήτρια - Εφέτη, και από τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 22 Σεπτεμβρίου 2016, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: ..., κατοίκου Πειραιώς (οδός ...), 2) Μαρίας ..., κατοίκου Πύργου Ηλείας (οδός ...), 3) ..., κατοίκου Πύργου Ηλείας (οδός ...), οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου ΔΤ. -
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ..., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, (οδός ...), η παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου ΝΘ, 2) Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "................. ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία δε παραστάθηκε στο Δικαστήριο.-
Η πρώτη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας την από 11/07/2008 και υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 18/2009, αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 130/2010 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που δέχθηκε την αγωγή.-
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες. με την από 3-04-2011 έφεση τους η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 15/04-04-2011 και προσδιορίστηκε με την υπ' αριθμόν 408/1-06-2011 πράξη της Γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 16ης -05-2013, κατόπιν πρώτης αναβολής για τη δικάσιμο της 15ης -01-2015 και ακολούθως για τη δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω.-
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της υποθέσεως, η οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.-
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 491 ΚΠολΔ, «στη δίκη διανομής προσεπικαλούνται υποχρεωτικά, με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, όσοι έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσοι έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς» (παρ. 1). «Αν δεν έγινε η προσεπίκληση που αναφέρεται στην παρ. 1 το δικαστήριο με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως αναβάλλει τη συζήτηση και ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να προσεπικληθεί εκείνος που έχει δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας ή εκείνος που έχει επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση. Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη» (παρ. 2). Η διάταξη αυτή θεσπίσθηκε γιατί ο νομοθέτης, εν όψει των σοβαρών συνεπειών που επιφέρει η διανομή πράγματος, στο οποίο τρίτοι έχουν δικαιώματα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας ή έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στην ιδανική μερίδα ενός από τους συγκυρίους, θέλησε οι προαναφερόμενοι τρίτοι, όχι να λαμβάνουν απλώς γνώση της δίκης διανομής, αλλά και να συμμετέχουν υποχρεωτικώς σ' αυτή, αφού από την τελεσιδικία της σχετικής αποφάσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 492 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εισήγαγε νέα ρύθμιση, διαφορετική από εκείνη του ΑΚ (άρθρο 803), η υποθήκη ή το ενέχυρο περιορίζονται εφεξής μόνο στα μέρη που περιήλθαν στον οφειλέτη. Ακόμη ο νόμος (άρθρο 492 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να εξασφαλίσει πληρέστερα τα συμφέροντα του εν λόγω υποχρεωτικώς προσεπικαλουμένου ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, του παρέχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο που διατάσσει την διανομή να διατάξει υπέρ αυτού τα πρόσθετα εξασφαλιστικά μέτρα: α) της συστάσεως υποθήκης ή ενεχύρου σε αντικείμενα που με την διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη του. στα οποία δεν είχε συσταθεί υποθήκη ή ενέχυρο, και β) της εξοφλήσεως (εν όλω ή εν μέρει), ύστερα από αίτηση του ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, της ασφαλισμένης με την υποθήκη ή το ενέχυρο απαιτήσεως του, έστω και αν αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο της διανομής, με την καταβολή εκ μέρους κάποιου άλλου κοινωνού ολόκληρου ή μέρους του ποσού στον κοινωνό που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο, προκειμένου έτσι να εξισωθούν οι μερίδες τους. Με δεδομένα αυτά και το περαιτέρω γεγονός ότι η άσκηση της προσεπικλήσεως έχει. κατά το άρθρο 89 εδάφ. τελευταίο του ΚΠολΔ, τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής, ο ενυπόθηκος ή ενεχυρούχος δανειστής από την επίδοση σ' αυτόν της προσεπικλήσεως καθίσταται αναγκαίος ομόδικος των συγκυρίων ανάμεσα στους οποίους διεξάγεται η δίκη της διανομής του κοινού πράγματος υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα. Έτσι αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, έστω και αν δεν άσκησε παρέμβαση Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καλείται σε κάθε μεταγενέστερη διαδικαστική πράξη σε όλα τα στάδια της προαναφερομένης δίκης. Αν το εν λόγω υποχρεωτικώς προσεπικαλούμενο πρόσωπο δεν εμφανισθεί στην δίκη της διανομής κοινού πράγματος θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται κατά το άρθρο 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, από τους λοιπούς παριστάμενους διαδίκους (κοινωνούς) και δεσμεύεται από το δεδικασμένο που πηγάζει από την απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής διανομής, διότι διευρύνονται και ως προς αυτό τα υποκειμενικά όρια της δίκης. Εξ άλλου, η δίκη διανομής είναι, όχι μόνο διαπλαστική, αλλά και διπλού χαρακτήρα σε όλη την πορεία της, ως προς το επίκοινοδικαίωμα, αφού τόσον στον πρώτο, όσον και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δημιουργείται, για όλους τους κοινωνούς, διπλή δίκη, στην οποία, ανεξαρτήτως από το ποιος κοινωνός  άσκησε την αγωγή, ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος, καθώς και κάθε εναγόμενος είναι συνάμα αντίδικος του συνεναγομένου του, εφ' όσον οποιοσδήποτε από τους εναγομένους κοινωνούς μπορεί να υποβάλει αίτηση η οποία θεμελιώνεται σε διαφορετικούς πραγματικούς ισχυρισμούς από εκείνους του ενάγοντος ως προς το δικαίωμα του στο κοινό πράγμα και την διάπλαση του, χωρίς όμως η αίτηση αυτή να έχει χαρακτήρα ανταγωγής. Αν η εν λόγω αίτηση γίνει δεκτή, η δίκη αποβαίνει εις βάρος των λοιπών, όχι με την απόρριψη της αγωγής, αλλά με την διάπλαση της έννομης σχέσεως κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον του ενάγοντος ή των εναγομένων που, κατά τούτο, είναι αντίδικοι μεταξύ τους, δεσμευόμενοι από την διαπλαστική ενέργεια της κατά τον τρόπο αυτό εκδιδόμενης αποφάσεως. Η ιδιομορφία αυτής της δίκης διανομής έχει ως αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται εδώ η διάταξη του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔ. σύμφωνα με την οποία, «η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους», αλλά ο εναγόμενος αν ασκήσει έφεση, οφείλει, με ποινή απαραδέκτου, να την απευθύνει και εναντίον του αναγκαίου ομοδίκου του (συνεναγομένου) στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρο 517 εδ. β' ΚΠολΔ). Πράγματι, ο τελευταίος, στο μέτρο που έχει αντίθετα συμφέροντα, εξ αιτίας δε του διπλού χαρακτήρα της δίκης αυτής, έχει και την ιδιότητα του αντιδίκου. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι στην άσκηση της εφέσεως θεωρείται αντιπροσωπευόμενος από τον εκκαλούντα αναγκαίο ομόδικο του (βλ. ΟλΑΠ 321/1983). Αντιθέτως, τα πρόσωπα που έχουν μόνον δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου σε μερίδα κάποιου ή κάποιων από τους κοινωνούς, ο νόμος (άρθρο 491 ΚΠολΔ) δεν θέλησε να συμμετέχουν στην δίκη διανομής, ως ενάγοντες ή εναγόμενοι (πρβλ. άρθρο 478 ΚΠολΔ), αλλά εν όψει του προαναφερομένου διαπλαστικού αποτελέσματος που συνεπάγεται γι' αυτά η δίκη, ως προς τα προεκτιθέμενα δικαιώματα τους, απαιτεί απλώς να προσεπικαλούνται σ' αυτήν υποχρεωτικώς, προκειμένου, αν θέλουν, να ασκήσουν με παρέμβαση τους, τα προβλεπόμενα από το άρθρο 492 ΚΠολΔ δικαιώματα τους. Συνεπώς, ως προς τα πρόσωπα αυτά, η δίκη της διανομής σε όλη την διαδρομή της δεν μπορεί να θεωρηθεί διπλή, υπό την έννοια ότι οι προσεπικαλούμενοι ενυπόθηκοι ή ενεχυρούχοι δανειστές έχουν ταυτοχρόνως και την ιδιότητα του προσεπικαλούντος κοινωνού. Έτσι, στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ. Τούτο σημαίνει ότι η άσκηση των ενδίκων μέσων της εφέσεως (και της αναιρέσεως) από έναν κοινωνό, σχετικώς προς την διανομή, επιφέρει αποτελέσματα και για τον ενυπόθηκο ή ενεχυρούχο δανειστή, με συνέπεια να θεωρείται από τον νόμο ότι τα άσκησε και αυτός, μολονότι αδράνησε, χωρίς να είναι απαραίτητο να στρέφονται και εναντίον του, αρκεί μόνον ο εν λόγω δανειστής να καλείται, με ποινή απαραδέκτου, στην αντίστοιχη δίκη (δευτεροβάθμια ή αναιρετική) στην οποία, αν δεν εμφανισθεί, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τους λοιπούς παριστάμενους διαδίκους (κοινωνούς) (βλ. ΟλΑΠ 20/1995 ΕλΔ 1995 1534, ΕΠειρ 58/2014 Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 408/2010 έφεση των εναγομένων κατά της υπ' αριθμ. 130/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου, της ενάγουσας - προσεπικαλούσας (στον πρώτο βαθμό) την τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ», ως ενυπόθηκη δανείστρια της μερίδας της ενάγουσας επί του κοινού ακινήτου, η οποία έτσι έγινε διάδικος στην σχετική δίκη. Εν όψει όμως του γεγονότος ότι δεν αποδεικνύεται η κλήτευση της ανωτέρω πρωτοδίκως προσεπικληθείσας διαδίκου (τραπεζικής εταιρείας), αφού τόσο οι νυν εκκαλούντες (εναγόμενοι), όσο και η νυν εφεσίβλητη (ενάγουσα) με επιμέλεια της οποίας επισπεύδεται η συζήτηση της εφέσεως, ουδόλως επικαλούνται και αποδεικνύουν ότι κάλεσαν την ως άνω προσεπικληθείσα Τράπεζα για να παραστεί στην προκείμενη (δευτεροβάθμια) δίκη και η τελευταία δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση της υποθέσεως, θα πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτενώς εκτίθενται στην προηγούμενη νομική σκέψη, η συζήτηση της υπό κρίση υποθέσεως, να κηρυχθεί απαράδεκτη, και να διαταχθεί η κλήτευση αυτής για την μεταγενέστερη δικάσιμο που θα ορισθεί νομίμως.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την συζήτηση της υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1159/8.10.2010 εφέσεως κατά της υπ αριθμ. 130/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.-
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την κλήτευση της πρωτοδίκως προσεπικληθείσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος» κατά την δικάσιμο που θα ορισθεί.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στην Πάτρα στις 19 Δεκεμβρίου 2016 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις  26 Ιανουαρίου 2017, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

"Συνταγματική επικαιρότητα ευρωπαϊκού τουριστικού δικαίου" [Αντώνιος Μανιάτης, Επιστημονικός Συνεργάτης ΤΕΙ Αθήνας, Δικηγόρος]

Τον Αύγουστο 2016 η γαλλική Δικαιοσύνη ανέστειλε προσωρινά την απαγόρευση της περιβολής με μπουρκίνι, η οποία είχε προκαλέσει αλυσιδωτή αντίδραση με  εκδρομές μουσουλμάνων γυναικών από την Κυανή Ακτή στην ιταλική Ριβιέρα, η οποία πληττόταν από συστηματική παραβατικότητα κατασκήνωσης στις παραλίες. Πάντως, η Γαλλία έχει γίνει το πρώτο Κράτος που απαγορεύει την αμφίεση σε δημόσιους χώρους με ρούχα προορισμένα να αποκρύπτουν το πρόσωπο, σαν την μπούρκα, η χρήση της οποίας ερμηνεύεται ότι κατ’ αρχάς δεν απαγορεύεται στην ιταλική έννομη τάξη. Εξάλλου, στη Γαλλία διχογνωμίες έχει προκαλέσει το σχετικό με την προστασία των προσωπικών δεδομένων ζήτημα της υποχρέωσης των εργοδοτών να παρέχουν αντισταθμίσματα στους μισθωτούς, για το χρόνο ένδυσης και έκδυσης της στολής τους εφόσον αυτός δεν εξομοιώνεται με τον πραγματικό χρόνο εργασίας. Το Τουριστικό Δίκαιο όχι απλώς υπάρχει αλλά το ευρωπαϊκό αποτελεί συνισταμένη νομοθετικών συγκριτικών δεδομένων κυρίως των ευρωπαϊκών χωρών που διαθέτουν μεγάλη παράδοση στην τουριστική ανάπτυξη, όπως η Γαλλία και η Ιταλία.

Διαβάστε την μελέτη εδώ

πηγή :   http://www.constitutionalism.gr/

Αποφάσεις Ολομέλειας Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος: Αιτήσεις ακυρώσεως κατά του ασφαλιστικού νόμου-Συναινετικά διαζύγια-POS

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ - Αθήνα, 4/2/2017

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ 4.2.2017

Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, που συνεδρίασε το Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017 στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, έλαβε τις παρακάτω αποφάσεις:
1. Ασφαλιστικό
α) Η Ολομέλεια των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, στη συνεδρίαση της 4.2.2017, αποφάσισε να ασκηθεί από όλους τους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας κατά των διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου, και συγκεκριμένα κατά των εξής διοικητικών πράξεων:
Α) της με αριθμ. 61502/3399/30-12-2016 Υπουργικής απόφασης για τον υπολογισμό της βάσης υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών από 1-1-2017,
Β) της με αριθμ. 60298/1472/23-12-2016 Υπουργικής απόφασης για την προθεσμία καταβολής από 1-1-2017 των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένων, ελεύθερων επαγγελματιών κλπ. οι οποίοι έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ,
Γ) της υπ’ αριθ. 59522/2205/30-12-2016 (ΦΕΚ Β 4486) απόφασης της Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Κανονισμός Οικονομικής Οργάνωσης και Λογιστικής Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)»,
Δ) της με αριθμ. Δ9/56379/14950/28-12-2016 Υπουργικής απόφασης για τον διορισμό Δ/ντή , Υποδ/ντων, Προέδρου και μελών στο Δ.Σ του ΕΦΚΑ.
Με τις αιτήσεις ακυρώσεως θα προβληθεί η αντισυνταγματικότητα του ασφαλιστικού νόμου ν. 4387/2016, σε ό,τι αφορά την εισφοροδοτική επιβάρυνση των δικηγόρων.
Στην σχετική ομάδα εργασίας που θα εκπονήσει το δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως συμμετέχουν ο Πρόεδρος της Ολομέλειας των Προέδρων των  Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας και Πρόεδρος του ΔΣΑ, Βασίλης Αλεξανδρής, η  Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, Αναστασία Γιογλή, οι Καθηγητές Πανεπιστημίου και δικηγόροι, Φίλιππος Σπυρόπουλος, Ξενοφώντας Κοντιάδης,  Γιώργος Γεραπετρίτης, Πατρίνα Παπαρρηγόπουλου  καθώς και οι δικηγόροι Σωτήρης Αθανασίου, Αθηνά Πετρόγλου και Διονύσης Ρίζος.
Η Επιτροπή θα συντάξει παράλληλα υπόδειγμα ατομικών προσφυγών, που θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι συνάδελφοι.
β) Επειδή η τυχόν καταβολή ασφαλιστικών εισφορών χωρίς επιφύλαξη των ασφαλισμένων θα μπορούσε να εκληφθεί  ως σιωπηρή αποδοχή  της ασφαλιστικής οφειλής, έχει καταρτιστεί σχέδιο δήλωσης επιφύλαξης, η οποία πρέπει να κοινοποιείται προ της καταβολής, επί αποδείξει, στον ΕΦΚΑ .
Το περιεχόμενο της δηλώσεως έχει ως εξής:
«Προς τον Ε.Φ.Κ.Α.
Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, ασφαλισμένος στον ΕΦΚΑ, με ΑΜΚΑ …….…, δια της παρούσης δηλώνω ότι οι προκαταβολές ασφαλιστικών εισφορών, στις οποίες προβαίνω από 1.1.2017 και εφεξής, δια της παρακράτησης 20% επί των γραμματίων προείσπραξης των Δικηγορικών Συλλόγων, καθώς και οι μηνιαίες καταβολές ασφαλιστικών εισφορών, στις οποίες προβαίνω από 1.1.2017 και εφεξής, δυνάμει των ατομικών ειδοποιήσεων που μου κοινοποιούνται, γίνονται με τη ρητή επιφύλαξη ασκήσεως κάθε νομίμου δικαιώματός μου, και ιδίως της διοικητικής ή/και δικαστικής αμφισβήτησης και προσβολής όλων των σχετικών πράξεων, είτε προσωρινών, είτε οριστικών. Σε καμία περίπτωση η όποια καταβολή εκ μέρους μου, με οποιοδήποτε τρόπο και αν γίνεται, δεν συνιστά αναγνώριση χρέους ή αποδοχή των εκδοθεισών πράξεων και οφειλών.
Τόπος, Ημερομηνία
Ο Δηλών»
2. Συναινετικά Διαζύγια
Σε ό,τι αφορά την δημόσια δεδηλωμένη πρόθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης να αφαιρέσει από την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων την έκδοση των συναινετικών διαζυγίων η  Ολομέλεια των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας δηλώνει την ομόθυμη και απερίφραστη αντίθεσή της στον ως άνω κυβερνητικό σχεδιασμό για τους ακόλουθους λόγους:
Παρά το γεγονός ότι προβλέπεται υποχρεωτική παράσταση δικηγόρων και επομένως δεν τίθεται θέμα αφαίρεσης δικηγορικής ύλης, η προωθούμενη από το Υπουργείο Δικαιοσύνης τροποποίηση των διατάξεων για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, ώστε να εκδίδεται από τους συμβολαιογράφους, δημιουργεί τα εξής κρίσιμα νομικά ζητήματα:
1.    Δογματικά ο γάμος δεν είναι απλή σύμβαση. Πρόκειται για ιδιαίτερη σύμβαση, και για το λόγο αυτό η λύση του δεν μπορεί να είναι προσαρμοσμένη σε ένα απλώς συμβατικό πρότυπο.
2.     Η λύση του γάμου με συμβολαιογραφική πράξη καταλήγει σε σύγχυση και πλήρη  σύμπτωση του γάμου με το σύμφωνο συμβίωσης ετεροφύλων. Μάλιστα, το σύμφωνο συμβίωσης καθίσταται ελκυστικότερο διότι επιτρέπει την συμβατική ρύθμιση των συνεπειών,  ιδίως σε ό,τι αφορά τα αποκτήματα. Για το λόγο αυτό γεννάται ζήτημα συνταγματικότητας,  εν σχέσει προς το άρθρο 21 του Συντάγματος.
3.    Η συμβολαιογραφική λύση του γάμου δεν περιβάλλεται από τις εγγυήσεις της δικαστικής απόφασης, όπως η δημοσιότητα. Εξάλλου, ο αμιγής συμβατικός χαρακτήρας της λύσης  δίνει την ευκαιρία ύπαρξης και επίκλησης ελαττωμάτων της βούλησης, όπως η απειλή ή και η εικονικότητα,  η οποία δεν χωρεί ενώπιον δικαστηρίου.
4.    Αν εκδίδεται το συναινετικό διαζύγιο από συμβολαιογράφο, γεννάται ο κίνδυνος να μην αναγνωρίζεται αυτόματα από άλλες χώρες μέλη της Ε.Ε. ενόψει των διατάξεων του Κανονισμού 2201/2003, στα άρθρα 1§ 1, 2 § 1, 3 § 1, 4, 21 § 1 και την αιτιολογική σκέψη 7 του οποίου αναφέρονται οι όροι «δικαστήριο» και «απόφαση».
5.    Η έκδοση συναινετικού διαζυγίου από συμβολαιογράφο, και όχι από Δικαστήριο, θέτει ζήτημα μη συμβατότητας με τα άρθρα 26 § 3, 94 § 1,2 και 96 § 1 του Συντάγματος
6.    Παραμένει αδιευκρίνιστη η δυνατότητα προσβολής της συμβολαιογραφικής πράξης όταν υπάρχουν ελαττώματα στη βούληση των συζύγων. Αντιθέτως, στην περίπτωση δικαστικής απόφασης είναι σαφές ότι μπορεί να ανατραπεί με την άσκηση έφεσης.
7.    Δεν είναι σαφές σε ποια αρχή και με ποια διαδικασία θα γίνεται παραίτηση από τα ένδικα μέσα και θα εκδίδεται πιστοποιητικό τελεσιδικίας ή αμετακλήτου ή πιστοποιητικό ότι λύθηκε ή ότι δεν λύθηκε ένας γάμος.
8.    Επισημαίνεται, τέλος, ότι η διεθνής τάση είναι η συγκρότηση ειδικών οικογενειακών δικαστηρίων με αρμοδιότητα για όλα τα θέματα της οικογένειας και όχι η αφαίρεση των οικογενειακών διαφορών από τα δικαστήρια.
Κατόπιν αυτών είναι εμφανές ότι τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας της προωθούμενης ρύθμισης, αντίθεσης με το ενωσιακό κεκτημένο ενώ, επιπροσθέτως, εγείρονται σοβαρά δικαιοπολιτικά, ουσιαστικά και διαδικαστικά ζητήματα, που δεν επιτρέπουν τη νομοθέτηση στην κατεύθυνση που εξαγγέλθηκε.