Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017

ΣυμβΕφΠατρών 120/2017 : "Υπάλληλοι νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως - Πλαστογραφία με χρήση - Απιστία στην υπηρεσία - Υπεξαίρεση στην υπηρεσία - Απάτη - Περιουσία νπδδ - Πλαστογράφηση επιταγών"

Εγκλήματα τελεσθέντα στην υπηρεσία από υπάλληλο της διευθύνσεως οικονομικών υπηρεσιών νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως. Κατάρτιση ψευδών εγγράφων και συγκεκριμένα επιταγών εκδόσεως της υπηρεσίας του, παράδοση σε ανύποπτους συναδέλφους του με την εντολή να τις εμφανίσουν στις συνεργαζόμενες με τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση τράπεζες και παράνομη ιδιοποίηση των αντίστοιχων ποσών. Πλαστογράφηση επιταγών και παράδοσή τους σε συναδέλφους που αγνοούσαν την αξιόποινη αυτή συμπεριφορά με την εντολή να τις εμφανίσουν σε συνεργαζόμενες με τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση τράπεζες. Παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων. Βλάβη της περιουσίας του νομικού προσώπου της νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως κατά ποσό που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ. Τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης κατ’ επάγγελμα. Παράνομη ιδιοποίηση ποσού από την είσπραξη επιταγών. Απόφαση περί μη απαγγελίας κατηγορίας σε βάρος των κατηγορουμένων συναδέλφων του ως άνω υπαλλήλου για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται. Παραπομπή για πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα με σκοπό οφέλους άνω των 150.000 ευρώ, για απάτη κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα με αντικείμενο αξίας άνω των 150.000, για υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση από κοινού με συγκατηγορούμενή του, που επίσης υπηρετούσε στην οικονομική διεύθυνση της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, χρημάτων, τα οποία έλαβαν στην κατοχή τους λόγω της υπαλληλικής ιδιότητάς τους, τα οποία υπερέβαιναν το χρηματικό ποσό των 120.000 ευρώ.

Αριθμός: 120/2017
(Αριθ. Ειδ. Βιβλίου: 120/2017)
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στεφανία Καρατζά, Πρόεδρο Εφετών, Μηλιά Καραγκιοζίδου Εισηγήτρια και Αγγελική ΔέτσηΕφέτες.
Συνεδρίασε στο γραφείο των διασκέψεων στις 14  Ιουνίου 2017 με παρουσία και του Γραμματέως Δημητρίου Παπαπάνου.
Το Συμβούλιο καλείται να αποφανθεί για την ποινική υπόθεση στην οποία o Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών Γεώργιος Μπισμπίκης, έχει υποβάλει την πρότασή του με αριθμό 87/2017 που έχει ως εξής:

«Εισάγω, ενώπιον του Συμβουλίου Σας, κατά το άρθρο 308 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την προκείμενη ποινική δικογραφία κατά των: 1) ... - 16) ..., οποίοι κατηγορούνται: α) Για πλαστογραφία με χρήση με σκοπό οφέλους άνω των 150.000 ευρώ, β) απιστία στην υπηρεσία με αντικείμενο αξίας άνω των 150.000 ευρώ, γ) υπεξαίρεση στην υπηρεσία με αντικείμενο αξίας άνω των 150.000 ευρώ και δ) απάτη με αντικείμενο αξίας άνω των 150.000 ευρώ, τις οποίες τέλεσαν από κοινού, κατά συνήθεια και κατ΄ επάγγελμα, κατ΄εξακολούθηση, όντες υπάλληλοι και μεταχειριζόμενοι ιδιαίτερα τεχνάσματα προς διευκόλυνση των υπό στοιχ. β, γ αξιόποινων πράξεων, άπασες δε οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις στρέφονται κατά της περιουσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, ο εκ των ανωτέρω κατηγορουμένων, ... κατηγορείται για δωροδοκία υπαλλήλου, ο δε ... για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, ήτοι για παράβαση των άρθρων: 1, 12, 13α και στ, 14, 27 παρ.1, 45, 51, 52, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 216 παρ.1, 3, 256 παρ.2 περ. γ στοιχ. β, 258 παρ.2 περ. γ στοιχ. β, 236 παρ.1 και 2, 386 παρ.1, 3 και 394 παρ.1, 4 του ΠΚ και άρθρ. 1 §§ 1 Ν. 1608/1950, ως η παρ. 1 του άρθρ. 1, που είχε αντικ. με άρθρ. 4 § 5 Ν. 1738/1987 και τροπ. με άρθρ. 2 Ν. 1877/1990, αντικ. εκ νέου με άρθρ. 36 § 1 Ν. 2172/1993 και στη συνέχεια τροπ. και συμπλ. με άρθρ. 24 § 3 Ν. 2298/1995 και τροπ. με άρθρ. 4 § 3α Ν. 2408/1996 και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 § 1 εδ. γ΄ και δ΄ Κ.Π.Δ., όπως η παρ.1 αντικ. με αρθρ. 15 του Ν. 3904/2010, στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του Ν. 1608/50, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο των Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα και κακουργήματα, ανεξαρτήτως της βαρύτητας των τελευταίων ή εάν γι΄ αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της κυρίας ανακρίσεως και όταν από την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950 έγκλημα. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ταχεία εισαγωγή των σχετικών υποθέσεων προς συζήτηση στο ακροατήριο και την δικαστική εκκαθάριση των προβλεπομένων στο Ν. 1608/1950 εγκλημάτων [ΟλΑΠ 390/1992, Ποιν. Χρ. ΜΒ΄ 522, Α.Π. 1186/2007, Ποιν. Χρ. ΝΗ΄ 410, Α.Π. 1384/2006, Ποιν. Χρ. ΝΖ΄ 619], προκύπτει ότι, ιδρύεται υλική αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών προς περάτωση της κύριας ανάκρισης, αποφαινομένου τούτου αμετακλήτως σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, σε κάθε περίπτωση που ασκήθηκε ποινική δίωξη και ενεργήθηκε ανάκριση για πράξη που προβλέπεται από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950 και ο Εισαγγελέας Εφετών, εφόσον ασκήθηκε ποινική δίωξη για πράξη που εμπίπτει στον άνω νόμο, μετά την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης, είναι υποχρεωμένος, εάν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, να απευθυνθεί προς το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο για την ουσιαστική περάτωση της ανάκρισης σε κάθε περίπτωση, υφισταμένης δηλαδή αρμοδιότητας τούτου, και όταν, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει, ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως, όταν κριθεί, ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή των άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1, οπότε, σ αυτή την περίπτωσηοφείλειαφού δώσειμε βάση τα περιστατικά που κατά την κυριαρχική του εκτίμηση προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον κατηγορούμενο, για να δικαστεί για την πράξη αυτή, όπως ορθά αυτή χαρακτηρίσθηκε από τούτο [Συμβούλιο Εφετών], το σχετικό δε βούλευμά του, δεν υπόκειται σε αναίρεση [Α.Π. 541/2008, αδημ., Α.Π. 1186/2007, Ποιν. Χρ. ΝΗ΄ 410, Α.Π. 1384/2006, Ποιν. Χρ. ΝΖ΄ 619, ΤρΕφΚακΑθ 2278/2008, Ποιν. Χρ. ΝΗ΄ 1002, ΣυμβΕφΑθ 1205/2009, αδημ.].

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως τροποποιηθείσα και συμπληρωθείσα, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, ισχύει σήμερα και ίσχυε και κατά τους χρόνους που φέρεται ότι ενήργησε ο κατηγορούμενος, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, 256, 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατ’ άλλου νομικού προσώπου απόεκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών [ήδη 150.000 ευρώ], επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης, και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από την άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο νόμος 1608, δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία των αναφερομένων στο άρθρο 1 αυτού εγκλημάτων, αλλά απλώς επαυξάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή [βλ. τον χαρακτηριστικό τίτλο του: «Περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου»] και καθιστά την πράξη κακούργημα. Δηλαδή ο νόμος (1608/50) δεν διαπλάσσει νέα εγκλήματα, αφού είναι τα αυτά εγκλήματα του Π.Κ., απλώς σε διακεκριμένη μορφή [βλ. ΟλΑΠ 3/2008, Ποιν. Χρ. ΝΗ΄ 404, Α.Π. 222/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ΄ 43, Α.Π. 298/2008, αδημ.]. Εξ΄άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανάται κάποιος και πείθεται να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος [Α.Π. 471/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ΄ 153, Α.Π. 407/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ΄139, Α.Π. 211/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ΄38, Α.Π. 1636/2006, Ποιν. Χρ. ΝΖ΄ 734, Α.Π. 1394/2006, Ποιν. Χρ. ΝΖ΄ 621, Α.Π. 1167/2006, Ποιν. Χρ. ΝΖ΄ 428, Α.Π. 2203/2006, Ποιν. Χρ. ΝΖ΄ 209]. Υποκειμενικώς απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής, δηλαδή τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και να θέλει να τα παραγάγει. ]. Η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000  και ήδη των 120.000 ευρώ [παρ. 3 άρθρου 386 του Π.Κ.]. Περαιτέρωγια τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίαςκατ άρθρο 216§ΠΚπου αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, απαιτείται αντικειμενικά είτε η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο), ηθελημένη ενέργεια να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ενώ είναι αδιάφορο αν η παραπλάνηση και ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ειδικότερα ως κατάρτιση πλαστού νοείται η από την αρχή σύνθεση εγγράφου, που δεν υπήρχε προηγουμένως, από τον δράστη, που με την πράξη του αυτή εμφανίζει το έγγραφο ως προερχόμενο από άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί να είναι και φανταστικό, ανύπαρκτο ή πεθαμένο, αρκεί από το περιεχόμενο του εγγράφου να προκύπτει το πρόσωπο του φερόμενου ως εκδότη του, είτε άμεσα, είτε έμμεσα βάσει του νόμου, της συνήθειας ή της συμφωνίας των μερών, και ως χρήση του νοείται το να καταστήσει ο δράστης αυτό προσιτό σε τρίτον του οποίου σκοπείται η παραπλάνηση (ΑΠ 3/2008 (Ολομ) ΠΧ ΝΗ 404, 35/2008(Σ) ΠΧ ΝΗ 835, 2247/2008(Σ) Πρξ&ΛογΠΔ 2008 764, 1306/2010 Πρξ&ΛογΠΔ 2010 396, 1141/2011 ΠΧ ΞΒ 421, 1712/2011(Σ) ΠΧ ΞΒ 515, 172/2012 ΤΝΠ Νόμος, 1380/2012 ΠΧ ΞΓ 465, 652/2013 ΠΧ 2014 113, 738/2013 ΤΝΠ Νόμος, 64/2014 ΤΝΠ Νόμος, 128/2015 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω για τη θεμελίωση της, κατ' άρθρο 216§§3α-1 ΠΚ, κακουργηματικής λόγω ποσού (άνω των 120.000με τοάρθρο 25§1β Ν. 4055/2012) πλαστογραφίας που στοιχειοθετείταιεφόσον σκοπείται ή επέρχεται σε τρίτον περιουσιακή βλάβη ή όφελος με την τέλεση της πλαστογραφίας, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως διά μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεπε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο έχει αυτή καθ` εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης. Σχετικά, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία με οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, διαμέσου της συστηματικής ένταξής της στο κεφάλαιο του ΠΚ που περιέχει το εγκλήματα περί τα υπομνήματα, σκοπείται η ασφάλεια και η ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 120.000 ή τα 150.000 σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1§Ν. 1608/1950. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του (ΑΠ 1034/2007 ΠΧ ΝΖ 694, 3/2008 (Ολομ) ΠΧ ΝΖ 404, 2247/2008(Σ) ΠΧ ΝΘ 128, 1913/2010(Σ) ΤΝΠ Νόμος, 2075/2010 Πρξ&ΛογΠΔ 2011 78, 461/2011 ΠΧ ΞΒ 102, 817/2011 ΤΝΠ Νόμος, 1627/2011(Σ) ΠοινΔικ 2013 488, 1712/2011(Σ) ΠΧ ΞΒ 515, 131/2013 ΠΧ ΞΔ 185, 303/2013 ΠΧ ΞΔ 30, 41/2014 ΠΧ ΞΕ 129) . Εξάλλου για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικά ενέργεια του δράστη με την οποία αυτός επιτυγχάνει να καταστήσει το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο προσιτό σε τρίτον, του οποίου και επιδιώκει την παραπλάνηση και υποκειμενικά δόλος, που συνίσταται στο ηθελημένο της ενέργειας αυτής του δράστη και στη γνώση του ότι το χρησιμοποιηθέν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο, καθώς και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 415/2007 ΠΧ ΝΗ 66, 1541/2007 Πρξ&ΛογΠΔ 2007 674, 1536/2008 Πρξ&ΛογΠΔ 2009 138, 269/2010 Πρξ&ΛογΠΔ 2010 399, 2041/2010 Πρξ&ΛογΠΔ 2011 73, 172/2012 ΤΝΠ Νόμος, 393/2013 ΠΧ ΞΔ 375) Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 256 Π.Κ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς: ελάττωση της δημόσιας, δημοτικής κ.λ.π. περιουσίας, η διαχείριση της οποίας είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο, η ελάττωση να λαμβάνει χώρα κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή κατά την διαχείριση των φόρων, των δασμών, των τελών ή άλλων φορολογημάτων ή των οιωνδήποτε εσόδων και άμεσος δόλος του υπαλλήλου, ο οποίος συνίσταται στη θέλησή του να ελαττώσει τη δημόσια κ.λ.π. περιουσία και τη γνώση του, ότι με την πράξη ή την παράλειψή του επέρχεται ελάττωση, ως και σκοπός του να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεώς του.
 Από την ίδια διάταξη περαιτέρω προκύπτει ότι από τις τρείς αναφερόμενες σ΄ αυτή δραστηριότητες του υπαλλήλου προηγείται ο προσδιορισμός, έπεται η είσπραξη και ακολουθεί η διαχείριση των εσόδων, που αφενός εναρμονίζονται μεταξύ τους και συνδέονται κατά χρονική ακολουθία. Έτσι είναι προφανές ότι ο προσδιορισμός και η είσπραξη των εσόδων αναφέρονται στη εισροή αυτών στα δημόσια ταμεία, οπότε από τον χρόνο της εισροής τους αποτελούν το «δημόσιο χρήμα» και μέρος της δημόσιας περιουσίας στην οποία ενσωματώθηκαν, η δε «διαχείρισή τους» αναφέρεται λογικά στις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που λαμβάνουν χώρα μετά την εισροή των εσόδων στα δημόσια ταμεία και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή τους στη δημόσια περιουσία, η οποία «διαχείριση» τους διαρκεί εφεξής χρονικά μέχρι την εκπλήρωση του συγκεκριμένου κάθε φορά κρατικού σκοπού. Επομένως η κατά το άρθρο τούτο «διαχείριση των εσόδων» αναφέρεται και καταλαμβάνει αναγκαίως τις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που έπονται της εισροής, αφού αυτή (εισροή) έχει ήδη επιτευχθεί και σκοπό έχουν (τα έσοδα) την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών με διάθεση ή δαπάνη αυτών. Ετσι λοιπόν και, ενόψει του ότι ο σκοπός του κράτους παραμένει στο διηνεκές ο ίδιος (είσπραξη των εσόδων  διάθεσή τους προς ικανοποίηση των αναγκών του), επιτυγχάνεται δε δια μέσου διαφορετικής κατηγορίας υπαλλήλωνάλλων κατά τον προσδιορισμό και άλλων κατά την είσπραξηπρέπει να γίνει αναγκαίως δεκτό, ότι με τον όρο «διαχείριση των εσόδων» ο νόμος καταλαμβάνει και τις διαχειριστικές πράξεις των υπαλλήλων εκείνων, που διενεργούνται προς ολοκλήρωση του τελικού σκοπού του κράτους, οποίος είναι, όπως προεκτέθηκε, η ικανοποίηση των αναγκών του, που επιτυγχάνεται με διάθεση ή δαπάνη των εσόδων του. Συνεπώς ο νόμος (256 ΠΚ) ποινικοποιεί την συμπεριφορά των υπαλλήλων που προσδιορίζουν τα έσοδα, των υπαλλήλων που εισπράττουν αυτά και των υπαλλήλων που διαχειρίζονται τα ήδη εισπραχθέντα από το κράτος έσοδα, προς ικανοποίηση των αναγκών του, με νόμιμες διαθέσεις και δαπάνες, όπως εκείνο επιλέγει.
 Άλλως, στην περίπτωση που η εισροή έχει επιτευχθεί, η διάταξη «διαχείριση των εσόδων» θα ήταν περιττή, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, εφόσον ο κρατικός σκοπός δεν έχει ακόμη τελειωθεί με την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών, η ως άνω διάταξη του άρθρου 256 ΠΚ λειτουργεί μέχρι την ικανοποίηση του κρατικού σκοπού και απαιτεί την ίδια χρηστή διαχείριση και από τους τελευταίους υπαλλήλους που διαχειρίζονται τα ήδη αποκτηθέντα από το κράτος έσοδα. Άλλωστε, ο όρος διαχείριση εμπεριέχει αυτού την επιμέλεια, τόσο των εισπράξεων, όσο και των πληρωμών. Η ανωτέρω άποψη ενισχύεται και από το ότι θα αποτελούσε νομικό παράδοξο το άρθρο αυτό (256 ΠΚ) να έχει θεσπιστεί μόνο για τους υπαλλήλους που προσδιορίζουν και εισπράττουν τα έσοδα, όχι όμως και για εκείνους που διαχειρίζονται τα ήδη αποκτηθέντα από το δημόσιο έσοδα ή να εννοεί, ότι οι τελευταίοι απειλούνται από άλλη διάταξη, αφού, άλλωστε, δε γίνεται τέτοια παραπομπή (βλ. σχετΟλ.ΑΠ αριθμ.2/2009, Π.Χ/2009, σελ.504 επ.). Εξ΄ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ΄ αντικαταστάθηκε με το άρ. 14 παρ. 5β του Ν. 2721/1999, «Υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι’ αυτότιμωρείταιαμε φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών· βαν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίαςμε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών· γμε κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: (α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ». Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρ. 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του. Αν πρόκειται για χρήματα, η απόκτηση της κατοχής τους, υπό την παραπάνω έννοια, δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοσή τους στο δράστη, αλλά και με τη λογιστική τους μεταφορά στον προσωπικό λογαριασμό του δράστη ή, καθ’ υπόδειξη του τελευταίουσε λογαριασμό τρίτου σε τράπεζαοπότε γίνεται δικαιούχος αυτός (δράστης ή τρίτοςκαι αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς τους κατά τις διατάξεις που διέπουν το τραπεζικό σύστημαβΙδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρ. 13 στοιχ. α του ΠΚόπως αυτή διευρύνεται με το άρ. 263α του ίδιου ΚώδικαΚαι γο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητααδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι’ αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Τέτοια βούληση υφίσταται και όταν εκμεταλλεύεται το πράγμα προς ίδιο όφελος και αντίθετα με τις δοθείσες οδηγίες του κυρίου του πράγματος. Εξάλλου, στοιχειοθετείται υπεξαίρεση και όταν πρόκειται για παραστατικά αξίας έγγραφα, όπως είναι οι πιστωτικοί τίτλοι, καθόσον αντικείμενο ιδιοποιήσεως εδώ είναι η ενσωματωμένη σε αυτά αξία. Περαιτέρω, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Έτσι, και ο εντολοδόχος που διαχειρίζεται χρήματα για λογαριασμό του εντολέα του δεν αποκτά κυριότητα επ’ αυτώνΑπό τη διάταξη δε του άρ. 719 ΑΚ προκύπτει ότιαν ο εντολοδόχος απέκτησε από την εκτέλεσητης εντολής χρήματα και αρνείται να τα διαθέσει προς περαιτέρω τυχόν εκτέλεση της εντολής ή να τα αποδώσει στον εντολέα, ιδιοποιούμενος αυτά, δεν αθετεί μόνο την υποχρέωσή του από το νόμο ή τη σύμβαση της εντολής, αλλά διαπράττει και την παράνομη πράξη της υπεξαιρέσεως. Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί που μπορεί κανείς να μην έχει in concreto” αρμοδιότητατο πράγμα όμως δίνεται σ αυτόν ως υπάλληλο.
Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ και ήδη 120.000 ευρώ(ΑΠ 50/2011, ΠΧ/2012 σελ. 30). Περαιτέρω κατά το άρθρο 236 του Π 1.<<Όποιος προσφέρει, υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή μέσω τρίτου, «οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα», για τον εαυτό του ή για άλλον, για ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 50.000 ευρώ.
*** Οι μέσα σε «» λέξεις της παραγράφου 1 αντικαταστάθηκαν ως άνω με το άρθρο 32 παρ.1 Ν.4258/2014, ΦΕΚ Α 94/14.4.2014.
 2. Αν η ως άνω ενέργεια ή παράλειψη αντίκειται στα καθήκοντα του υπαλλήλου, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή 15.000 έως 150.000 ευρώ.
*** Το άρθρο 236, το οποίο είχε τροποποιηθεί διαδοχικά με το άρθρο δεύτερο Ν.3666/2008 (ΦΕΚ Α΄ 105), άρθρο 22 Ν. 3849/2010, την παρ.1 άρθρου 2 Ν.4055/2012, ΦΕΚ Α 51, και αντικατασταθεί με το άρθρο 69 Ν.4139/2013 ΦΕΚ Α 74, αντικαταστάθηκε ως άνω με την υποπαράγραφο ΙΕ.7. άρθρου
 πρώτου Ν.4254/2014, ΦΕΚ Α 85/7.4.2014. Τέλος κατ΄ άρθρο 394.
 1. Οποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με Φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος από τον οποίον προέρχεται το πράγμα.
 2. Αν το αντικείμενο της πράξης της προηγούμενης παραγράφου είναι ευτελούς αξίας, ο δράστης τιμωρείται με Φυλάκιση μέχρι έξι μηνών και η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση.
 3. Με τα πράγματα που προέρχονται από αξιόποινη πράξη εξομοιώνεται και το τίμημά τους, καθώς επίσης και τα αντικείμενα που αποκτήθηκαν μέσω αυτών.
 4. Αν ο υπαίτιος επιχειρεί τέτοιες πράξεις κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή ενήργησε από ιδιοτέλεια ή αν πρόκειται για πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται Φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.
 Το άρθρο 72 για την παραπομπή σε κατάστημα εργασίας εφαρμόζεται και στην προκείμενη περίπτωση.
(ΑΠ 1583/94 ΠΧ ΜΔ 1371, 754/98(Σ) ΠΧ ΜΘ 338, 1757/2001 ΠοινΔικ 2002 332, 1688/2002 Πρξ&ΛογΠΔ 2002 582, 1242/2005(Σ) ΠΧ ΝΣΤ 220, 887/2008 ΠοινΔικ 2008 1414, 110/2013 ΠΧ ΞΓ 511, 550/2014 ΠΧ ΞΕ 192) . Το περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών πρέπει να αναφέρεται σε γεγονός που αφορά τον συντάκτη της υπεύθυνης δήλωσης και όχι τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 610/86 Αρχ Ν 38 362, 314/89 ΠΧ ΛΘ 887, 1886/89 ΠΧ Μ 888, 517/93 ΠΧ ΜΓ 293, ΑΠ 1070/1996 ΝοΒ 45/488, 754/98(Σ) ΠΧ ΜΘ 338, 419/99 ΠΧ Ν 42, Ν. Ανδρουλάκης: ΠΧ ΚΘ 833 επ, Λ. Μαργαρίτης: Τα εγκλήματα περί την απονομή της δικαιοσύνης 99-100).

Από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα πορίσματα του πειθαρχικού και διοικητικού ελέγχου, το πόρισμα του ορκωτού λογιστή και τα λοιπά έγγραφα καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν παρακάτω : Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, πλην των αιρετών, ..., που είναι υπάλληλοι με την λειτουργική έννοια του όρου (άρθρ. 263Α ΠΚ), καθώς και του ιδιώτη, ..., είναι υπάλληλοι με την οργανική έννοια του άρθρου 13α του ΠΚ της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Κεφ/νιας κ΄ Ιθάκης, η οποία στην συνέχεια με την εφαρμογή του Ν.3852/2010 «Πρόγραμμα Καλλικράτης» καταργήθηκε και καθολικός διάδοχος αυτής κατέστη η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων με τις Περιφερειακές της Ενότητες και δη την Περιφερειακή Ενότητα Κεφαλληνίας & την Περιφερειακή Ενότητα Ιθάκης.

Κατά το πρώτο χρονικό διάστημα λειτουργίας του νέου θεσμού υπέπεσαν στην αντίληψη του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Κεφαλληνίας & Π.Ε. Ιθάκης κ. ... στοιχεία που δημιουργούσαν αμφιβολίες για την σωστή και νόμιμη λειτουργία της τέως Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας & Ιθάκης. Συγκεκριμένα προέκυψαν ασυμφωνίες και έλλειψη οικονομικών στοιχείων που θα έπρεπε να είναι διαθέσιμα και προσβάσιμα στα αρχεία της παραπάνω Οικονομικής Υπηρεσίας και επιπλέον παρατηρούνταν αναντιστοιχίες στα υπόλοιπα των λογαριασμών που δημιούργησαν εύλογα ερωτήματα περί πιθανής άτακτης οικονομικής διαχείρισης.

Προς τούτο ο Αντιπεριφερειάρχης ζήτησε με το αριθ. ΕΜΠ 124/24-05-2011 έγγραφό του τον ορισμό Ορκωτού Λογιστή για να διενεργήσει σχετικό οικονομικό έλεγχο στην ως άνω Οικονομική Υπηρεσία προκειμένου να υπάρξει μία ξεκάθαρη, πραγματική και πλήρη αποτύπωση των οικονομικών στοιχείων της Π.Ε. Κεφαλληνίας, ώστε με τεκμηριωμένο τρόπο να διαπιστωθεί αν υπήρξε στην ανωτέρω υπηρεσία κακοδιαχείριση με ζημιώδεις συνέπειες στην περιουσία του φορέα.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω ο Περιφερειάρχης, που κατέστη εν τω μεταξύ αποδέκτης των ανωτέρω ανησυχιών του Αντιπεριφερειάρχη, με το αριθ. 24207/8804/08-06-2011 έγγραφό του, που συνόδευε και την αριθ. 130-10/2011 σχετική απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, διέταξε την διενέργεια οικονομικού ελέγχου από Ορκωτούς Λογιστές, ο οποίος, πράγματι, ξεκίνησε την 14/06/2011.

Από τον διενεργηθέντα έλεγχο από τους Ορκωτούς Λογιστές αλλά και από αυτεπάγγελτο έλεγχο που διεξήγαγε παράλληλα η Διεύθυνση Διοικητικού  Οικονομικού της Π.ΕΚεφαλληνίαςστα πλαίσια των οποίων έγινε διασταύρωση των οικονομικών στοιχείωνπου υπήρχαν στο ηλεκτρονικό λογιστικό αρχείο της υπηρεσίας και τα extrait εξόφλησης των επιταγών που χορήγησαν οι συνεργαζόμενες με το φορέα τράπεζες (ALPHA BANK, EUROBANK και ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ) , προέκυψε ότι είχε εκδοθεί και εξοφληθεί σημαντικός αριθμός επιταγών που δεν αντιστοιχούσαν σε νόμιμες οικονομικές ή εμπορικές συναλλαγές της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας & Ιθάκης.

Ακολούθως με την αριθ. ΕΜΠ 150/20-07-2011 Έκθεση Αξιόποινων Πράξεων της Διεύθυνσης Διοικητικού Οικονομικού της Π.Ε. Κεφαλληνίας ενημερώθηκε ο Περιφερειάρχης Ιονίων Νήσων για τα ως άνω συγκεντρωθέντα από τους διενεργήσαντες τους ελέγχους δεδομένα, από τα οποία προέκυπταν βάσιμα στοιχεία και γεγονότα που συνιστούσαν πειθαρχικά παραπτώματα κατ’’ άρθρα 106, 107 και 108 του Ν.3528/2007 και ποινικά κολάσιμες πράξεις κατά τον Ποινικό Κώδικα διαπραχθείσες από υπαλλήλους της Οικονομικής Υπηρεσίας της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας & Ιθάκης. Προς περαιτέρω λοιπόν διερεύνησή τους για μεν τα πειθαρχικά παραπτώματα ο Περιφερειάρχης Ιονίων Νήσων διέταξε την διενέργεια πειθαρχικού ελέγχου, για δε την διερεύνηση τυχόν ποινικής ευθύνης των εμπλεκομένων υπαλλήλων ενημέρωσε εγγράφως την εισαγγελική αρχή της Κεφ/νιας. Πράγματι τόσο ο πειθαρχικός έλεγχος όσο και η ποινική διερεύνηση της υποθέσεως αυτής εντόπισαν στοιχεία αποκαλυπτικά μιας σε βάθος χρόνου οργανωμένης και επαναληπτικά εκδηλούμενης εγκληματικής δραστηριότητας με στόχο την περιουσιακή ζημία του ανωτέρω δημοσίου φορέα και ανέδειξαν σε ρόλο πρωταγωνιστή αυτής τον κατέχοντα νευραλγική θέση, ως υπόλογος  διαχειριστήςτων οικονομικών υποθέσεων στην οικονομική υπηρεσία της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Κεφ/νιας και Ιθάκης, υπάλληλο, ... (πρώτο κατηγορούμενο) και δευτερευόντως την έχουσα την αυτή ιδιότητα υπάλληλο, ...(Δευτέρα κατηγορουμένη), τους οποίους, ας σημειωθεί, η υπηρεσία τους τούς έθεσε σε αργία μετά την παραπομπή τους στο πειθαρχικό συμβούλιο και καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα που θα διεξαγόταν η πειθαρχική ανακριτική διαδικασία από την υπάλληλο, ..., προϊσταμένη της Διεύθυνσης Διοικητικού Οικονομικού της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων (Π.Ι.Ν.), (Περιφερειακή Ενότητα Κεφαλληνίας).

Ειδικότερα, και κατά το πραγματολογικό μέρος της υποθέσεως αυτής, ο πρώτος κατηγορούμενος, ..., με την ανωτέρω ιδιότητά του είτε κατά μόνας είτε από κοινού με άλλους, στο Αργοστόλι Κεφ/νιας, κατά το χρονικό διάστημα από την 01-01-2002 έως την 31-12-2010, προσπόρισε στον εαυτό σου και σε τρίτα πρόσωπα περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των (390.782, 50+239.930+136.923, 50=) 766.636 ευρώ βλάπτοντας αντιστοίχως την περιουσία του προαναφερομένου δημοσίου φορέα κατά το ποσό αυτό. Τούτο συγκεκριμένα έπραξε εκδίδοντας εκατοντάδες επιταγές της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Κεφ/νιας και Ιθάκης, όπως αυτές παριστώνται στους κατωτέρω πίνακες, τα επιμέρους ποσά των οποίων αθροιζόμενα έφθαναν στο ύψος του προαναφερομένου συνολικού ποσού, με το πρόσχημα ότι με τα ποσά των επιταγών αυτών έπρεπε να πληρωθούν οι αντιστοίχως αναγραφόμενοι στα σώματα των επιταγών δικαιούχοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν συχνά και ο ίδιος, χωρίς όμως στην πραγματικότητα οι τελευταίοι να έχουν πραγματοποιήσει οποιαδήποτε εμπορική ή άλλης φύσεως συναλλαγή με την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, αφού τα ποσά των επιταγών δεν αντικρύζονταν σε οποιοδήποτε παραστατικό δηλωτικό μιας οποιασδήποτε συναλλαγής. Μετά δε την έκδοσή τους, επί του σώματος των οποίων πλαστογραφούσε στην θέση της δεύτερης υπογραφής αυτή των αρμοδίων υπολόγων υπαλλήλων, όπως κατά χρονικά διαστήματα είχαν την ιδιότητα αυτή κατηγορούμενοι όπως ..., παρέδιδε τις επιταγές σε συναδέλφους του, κυρίως κλητήρες, οι οποίοι αγνοούσαν την αξιόποινη αυτή συμπεριφορά του ..., με την εντολή να τις εμφανίσουν στις συνεργαζόμενες με την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση τράπεζες, ήτοι την ALPHA BANK ή την EUROBANK, αναλόγως δηλαδή του αναγραφομένου επ΄ αυτών τραπεζικού λογαριασμούπου διατηρούσε η υπηρεσία στην μία ή στην άλλη ως άνω τράπεζα. Με αυτό δε τον τρόπο παραπλανούσε μέσω των ανύποπτων συναδέλφων του τον εκάστοτε ταμία της τράπεζας για το νομότυπο της εκδόσεως των εμφανιζομένων ενώπιόν τους επιταγών με συνέπεια να εξοφλούντο στους εμφανίζοντες τις επιταγές υπαλλήλους. Ακολούθως οι τελευταίοι επιστρέφοντες στην υπηρεσία παρέδιδαν τα χρήματα στον ίδιο τον ..., ο οποίος τα ιδιοποιείτο είτε μόνος του είτε από κοινού με τους συναδέλφους του, ... και τον ιδιώτη .... Πιο αναλυτικά, ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε τις παρακάτω επιταγές, χωρίς αυτές να αντιπροσωπεύουν κάποια υπαρκτή συναλλαγή της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αυτοδιοικήσεως με οποιονδήποτε εκ των αναγραφομένων στο σώμα κάθε επιταγής δικαιούχο, που αυθαιρέτως και εξ΄ αρχής ανέγραφε επ΄ αυτής ο ... ή διέγραφε το ήδη επ΄ αυτών αναγεγραμμένο όνομα κάποιου δικαιούχου και πρόσθετε κάποιο άλλο όνομα δικαιούχου, που επίσης δεν είχε ενεργήσει οποιαδήποτε συναλλαγή με την υπηρεσία του. 

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΑρΠάγος (Δ') 153/17 : Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα - Ν.3869/10 - Δόλος. Αναίρεση - Λόγοι.

ΑρΠάγος (Δ') 153/17 : Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα - Ν.3869/10 - Δόλος. Αναίρεση - Λόγοι. Η αναίρεση κατ’ αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, όπως είναι και του ν. 3869/10, απευθύνεται καθ’ όλων που έλαβαν μέρος στη δίκη, όπου εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο αυτής. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την κλήτευσή τους. Στις αποφάσεις που εκδίδονται επί υποθέσεων του ν. 3869/10 δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας και δεν ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων. Η έννοια του δόλου κατ’ άρθρο 1 ν. 3869/10. Δόλος υφίσταται είτε ο οφειλέτης γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του είτε από υπαιτιότητα του βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση, τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ο δόλος είναι αόριστη νομική έννοια και άρα ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση περί του αν τα γενόμενα ανέλεγκτα δεκτά από αυτή περιστατικά υπάγονται ή όχι στη έννοιά του. Εν προκειμένω κατά παράβαση του νόμου η προσβαλλομένη έκρινε ότι απαιτείται για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών άμεσος δόλος και ειδικότερα εξαπάτηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε, αποκλείοντας τη συνδρομή αυτής (δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών) σε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου ή παράλειψης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν από τη χορήγηση της πίστωσης. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 95/14 απόφαση του ΜονΠρΡόδου και παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση

Αριθμός 153/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΣΣ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Θ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΜΜ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς: 1) Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, που δεν παραστάθηκε, 2) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, που δεν παραστάθηκε, 3) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "Τράπεζα ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΓΚ, 4) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 5) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΙΧ, 6) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 7) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 8) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 9) Σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Α Δ και 10) ..., με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την κύρια παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 375/2013 μη οριστική και 95/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2014 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 12- 10-2015 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 95/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των παραστάντων (3ης και 5ης) προς κοινοποίηση τραπεζικών εταιριών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης και του παραστάντος (9ου) προς κοινοποίηση Σωματείου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2-5-2014 (αρ. κατ. 2/2014) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης - αιτούσας τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και προσβάλλει την υπ’ αρ. 95/2014 απόφαση του, ως εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε επίσης 1) στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 2) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, 3) στην Τράπεζα ..., 4) στην Τράπεζα ..., 5) στην Τράπεζα ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, 6) στην Τράπεζα ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, 7) στην Τράπεζα ..., 8) στην Τράπεζα ..., 9) στο Σωματείο ... και 10) στην ..., με το διακριτικό τίτλο .... Αναφορικά δε με το ζήτημα της παραδεκτής άσκησης της αίτησης αναίρεσης και την παθητική νομιμοποίηση αυτής, λεκτέα τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ορίζεται ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους". Κατά το άρθρο 769 εδ. γ’ ΚΠολΔ, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α’ ΚΠολΔ), το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την αναίρεση, κατ’ αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που είχαν έννομο συμφέρον από τη δίκη. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση κατ’ αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, πρέπει μεν να απευθύνεται καθ’ όλων εκείνων που έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, πλην όμως το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, επομένως και του διαδίκου, που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο. (ΑΠ Ολ. 6/1999, ΑΠ 589/2001, ΑΠ 491/2001).

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΠΔ 89/2017 : Παράβαση του νόμου περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα- Πιστωτική κάρτα

Στο δικαίωμα πρόσβασης εμπίπτει και το δικαίωμα του υποκειμένου να λάβει σαφείς πληροφορίες σχετικά με τα δεδομένα που τον αφορούν. Παράβαση λόγω παροχής αντιφατικών απαντήσεων του υπευθύνου επεξεργασίας. Παράνομη επεξεργασία δεδομένων πιστωτικής κάρτας κατόπιν μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης υπαλλήλου για καταχώρηση πάγιας εντολής εξόφλησης λογαριασμού κινητής τηλεφωνίας. Χρήση στοιχείων πιστωτικής κάρτας και χρέωση αυτής χωρίς σχετική εξουσιοδότηση. Παραβίαση ασφάλειας δεδομένων. Μη εύλογο χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών για διατήρηση δεδομένων πιστωτικών καρτών. Επιβάλλει πρόστιμο για μη ικανοποίηση δικαιώματος πρόσβασης και παράνομη επεξεργασία δεδομένων πιστωτικής κάρτας.

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Αθήνα, 04-08-2017
Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5915/04-08-2017    
ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡ. 89/2017 (Τµήµα)

Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στις 14-06-2017, σε συνέχεια της από 03-05-2017 συνεδρίασης, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας.
Παρέστησαν ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Γεώργιος Μπατζαλέξηςκωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής Κωνσταντίνου Μενουδάκου, και τα αναπληρωµατικά µέλη Παναγιώτης ΡοντογιάννηςΧαράλαµπος Τσιλιώτης, ως εισηγητής, σε αναπλήρωση των τακτικών µελών Αντώνιου Συµβώνη και Σπυρίδωνα Βλαχόπουλου, αντίστοιχα, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Επίσης, δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος, αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως, το τακτικό µέλος Χαράλαµπος Ανθόπουλος και το αναπληρωµατικό µέλος αυτού Γρηγόριος Τσόλιας. Παρόντες χωρίς δικαίωµα ψήφου ήταν η Θεοδώρα Τουτζιαράκη και Λεωνίδας Ρούσσος, ειδικοί επιστήµονες - ελεγκτές, ως βοηθοί εισηγητές, οι οποίοι αποχώρησαν µετά τη συζήτηση και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη αποφάσεως, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικώνυποθέσεων, ως γραµµατέας.

Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω:

Με την υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8034/06-12-2016 προσφυγή του στην Αρχή, όπως αυτή συµπληρώθηκε, ο … καταγγέλλει τη µη ικανοποίηση των δικαιωµάτων πρόσβασης και αντίρρησης, καθώς και παράνοµη επεξεργασία δεδοµένων πιστωτικής του κάρτας από την εταιρεία VodafoneΣυγκεκριµένα, ο προσφεύγων, συνδροµητής της εταιρείας Vodafone, αναφέρει ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά µε την Εταιρεία τον Ιούνιο 2016 και εξόφλησε το λογαριασµό του υποδεικνύοντας τα στοιχεία της πιστωτικής του κάρτας. Τον επόµενο µήνα (Αύγουστος 2016) ο προσφεύγων επικοινώνησε εκ νέου για την εξόφληση επόµενου λογαριασµού του, και, προτού υποδείξει τα στοιχεία της πιστωτικής του κάρτας, ενηµερώθηκε ότι η συναλλαγή δεν µπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς προηγούµενη έγκριση του Λογιστηρίου της Εταιρείας και, για το λόγο αυτό, η Εταιρεία θα επικοινωνούσε µαζί του αργότερα. Ωστόσο, την ίδια ηµέρα, ο προσφεύγων έλαβε µήνυµα στο κινητό του τηλέφωνο ότι ο συγκεκριµένος λογαριασµός εξοφλήθηκε από την κάρτα που είχε δηλώσει, γεγονός που τον ανάγκασε να ακυρώσει τη συγκεκριµένη κάρτα και να ζητήσει την έκδοση νέας. Στη συνέχεια, µε την από 07-09-2016 εξώδικη δήλωσή του, η οποία εστάλη µέσω δικηγόρου στις 09-07-2016, ο προσφεύγων ζήτησε από τη Vodafone α) να διαγράψει όλα τα στοιχεία πιστωτικών καρτών του που φέρονταν να τηρούνται στα αρχεία της, όπως προέκυψε, καταρχάς, στο πλαίσιο εξέτασης της υπόθεσης του από το Συνήγορο του Καταναλωτή και να τον ενηµερώσει εγγράφως για τη διαγραφή και β) να απαντήσει σε συγκεκριµένα ερωτήµατα που έθεσε σχετικά µε την προηγηθείσα επεξεργασία των σχετικών δεδοµένων του. Επίσης, µε την ίδια δήλωση ο προσφεύγων υπενθύµισε στην εταιρεία το από 08-08-2017 τηλεφωνικό αίτηµά του για χορήγηση των σχετικών καταγεγραµµένων συνοµιλιών του.

Σύµφωνα πάντα µε την ως άνω προσφυγή, η µόνη απάντηση που έλαβε ο προσφεύγων είναι η κοινοποίηση της από 16-09-2016 απαντητικής επιστολής της Vodafone προς το Συνήγορο του Καταναλωτή (µε µοναδικό αριθµόαναφοράς …), στην οποία αναφέρoνται, µεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «[…] το περιστατικό που περιγράφεται στην αναφορά του καταγγέλλοντος αποτελεί µεµονωµένο περιστατικό, το οποίο συνέβη από παρανόηση υπαλλήλου της εταιρείας µας, που εκ παραδροµής προέβη εσφαλµένα στην καταχώρηση των στοιχείων του ανωτέρω καταγγέλλοντος στο σύστηµα που τηρεί νοµίµως η εταιρεία µας για τους συνδροµητές – πελάτες της εταιρείας µας, οι οποίοι έχουν επιλέξει την πληρωµή των λογαριασµών τους µε πάγια εντολή εξόφλησης λογαριασµών µε χρέωση της πιστωτικής, χρεωστικής ή προπληρωµένης κάρτας τους. Ως εκ περισσού τονίζεται ότι ήδη τα στοιχεία της κάρτας του κ. … έχουν διαγραφεί πλήρως από το ανωτέρω σύστηµα. […]». Επιπρόσθετα, ο προσφεύγων επισηµαίνει ότι εξαιτίας της παράνοµης, κατά την άποψή του, επεξεργασίας δεδοµένων πιστωτικής του κάρτας, αναγκάστηκε να ακυρώσει τη συγκεκριµένη κάρτα και να ζητήσει την έκδοση νέας, µε όλη την ταλαιπωρία που η διαδικασία αυτή συνεπάγεται.  

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

Ειρ Αθ 4387/17 : Τράπεζες - Στεγαστικά δάνεια - Επιτόκιο - ΕΚΤ. ΓΟΣ - Καταχρηστικότητα. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Σύμβαση στεγαστικού δανείου με όρους περί σταθερού επιτοκίου για τα πρώτα δύο έτη κι έπειτα κυμαινόμενου επιτοκίου, που θα εφάρμοζε η Τράπεζα στα δάνεια της ίδιας κατηγορίας

Ειρ Αθ 4387/17 : Τράπεζες - Στεγαστικά δάνεια - Επιτόκιο - ΕΚΤ.  ΓΟΣ - Καταχρηστικότητα. Αδικαιολόγητος πλουτισμός.  Σύμβαση στεγαστικού δανείου με όρους περί σταθερού επιτοκίου για τα πρώτα δύο έτη κι έπειτα κυμαινόμενου επιτοκίου, που θα εφάρμοζε η Τράπεζα στα δάνεια της ίδιας κατηγορίας - Κρίση ότι οι εν λόγω όροι που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τον ενάγοντα, είναι καταχρηστικοί, καθώς  επιτρέπουν στην προμηθεύτρια Τράπεζα να προσδιορίζει οποτεδήποτε και μάλιστα μονομερώς το συμβατικό επιτόκιο, παραβιάζοντας την αρχή της διαφάνειας που διαπνέει το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή. Συνεπεία της ακυρότητας των ανωτέρων όρων, δημιουργείται κενό στην ένδικη σύμβαση ως προς τον τρόπο αναπροσαρμογής του κυμαινόμενου επιτοκίου της - Με συμπληρωματική ερμηνεία κρίθηκε ότι το επιτόκιο θα έπρεπε να αναπροσαρμόζεται στην επίδικη σύμβαση με βάση το επιτόκιο της ΕΚΤ, καθώς αποτελεί το πιο σύνηθες επιτόκιο αναφοράς στις συμβάσεις στεγαστικών δανείων. Με τον τρόπο αυτό λοιπόν, αποδείχθηκε ότι η Τράπεζα υποχρέωνε τον ενάγοντα να καταβάλει υψηλότερες τοκοχρεωλυτικές δόσεις από αυτές που όφειλε, αποκομίζοντας έτσι η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος.Το ποσό λοιπόν, που ο ενάγων κατέβαλε στην εναγόμενη πλέον των οφειλόμενων σε αυτή, εξαιτίας της μη ορθής αναπροσαρμογής του επιτοκίου, υπολογίζεται στα 19.095,97 Ευρώ. Απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Εν μέρει δεκτή η αγωγή - Υποχρεώνει την εναγόμενη Τράπεζα να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.095,97 ευρώ, καθώς και το ποσό των 200 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 4387/2017

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη, Αικατερίνη Τσάμη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Αναστασία Καϊτσα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 26 Μαΐου 2017, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Δ. του … και της …., κατοίκου …. Αττικής, οδός …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου Αθηνών, ΚN (ΑΜ/ΔΣΑ: ….).
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Αθηνών, ΜΜ (ΑΜ/ΔΣΑ: ….).
Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 03-12-2014 αγωγή του κατά της εναγόμενης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …., προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 04ης-02-2016 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, το οποίο ενσωματώνει στο Ελληνικό Δίκαιο τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές», όπως είχε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλόντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη [ διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά, ή στεγαστικά δάνεια. Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ (βλ. κάτωθι αναφερόμενα στην υπό στοιχεία NI νομική σκέψη της παρούσας), κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, η οποία κάνει λόγο για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών». Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη διατάραξη» θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (εφεξής Γ.Ο.Σ.) και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει, ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» να εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει «ουσιώδης», «σημαντική» διατάραξη. Η ανάγκη εναρμονισμένης προς την Οδηγία ερμηνείας επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β του Ν. 2741/1999 και συνεπώς μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου ΓΟΣ είναι, η δυνάμει αυτού «ουσιώδης» ή «σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας {ΟλΑΠ 6/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΔΕΕ 2006/665, Δ/ΝΗ 2006/419 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2006/90). Σημειώνεται δε ότι η παράγραφος 6 του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, έχει ήδη αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 2 Ν. 3587/2007 και ορίζεται σε αυτή ότι «γενικοί όροι των συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι», δηλαδή προστέθηκε ο όρος «σημαντική» που δεν υπήρχε στην προϋπάρχουσα μορφή. Ενόψει των ανωτέρω, ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του πιο πάνω άρθρου 281 ΑΚ. Με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικου δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν «καθοδηγητικό» χαρακτήρα ή σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικου δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικου δικαίου διαταράσσεται όταν, με το περιεχόμενο του ΓΟΣ, αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικου δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης, ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Έτσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ ερευνάται πρώτα αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια, ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εντέλει, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 του Ν, 2251/1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες, που θεωρούνται, άνευ ετέρου καταχρηστικές, ήτοι χωρίς να απαιτείται ως προς αυτές η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας και άρα απαγορευτέες και άκυρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικου δικαίου, όπως προεκτεθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ό.π., ΑΠ 1987/2006 ΕΕΜΠΔ 2008/105, ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 2001.1128, ΕΕΜΠΔ 2001.529, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2001.663, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
II) Περαιτέρω, οι ΓΟΣ πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 652/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε, στις καταναλωτικές συμβάσεις ο Ν. 2251/1994 αξιώνει τα κριτήρια με τα οποία καθορίζονται οι όροι αυτών να αναφέρονται στη σύμβαση, δεδομένου ότι ο ανωτέρω νόμος (άρθρο 2 παρ. 7 εδ. ια', όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.24 γ' ν. 2741/1999) δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος, παρά μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, οπότε πρέπει να αναφέρονται ειδικώς καθορισμένα και εύλογα κριτήρια (ΑΠ 296/2001 ΕλλΔνη 42.1321, АІЯ 1030/2001 ΔΕΕ 11. 1125, ΑΠ 1219/2001 ό.π.). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο και ιδίως το εδάφιο ια αυτού, είναι, σε κάθε περίπτωση, καταχρηστικοί οι ΓΟΣ που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη και οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Στη συνέχεια, αφού διαπιστωθεί ότι ο συγκεκριμένος ΓΟΣ είναι καταχρηστικός, επέρχεται ως έννομη συνέπεια η ακυρότητα του. Η πλήρωση του κενού που θα προκύψει από την εν λόγω ακυρότητα θα γίνει είτε μέσω εφαρμογής κανόνων ενδοτικού δικαίου στις περιπτώσεις που η κατάχρηση συνίσταται σε προσβολή της καθοδηγητικής λειτουργίας του ενδοτικού δικαίου- είτε μέσω συμπληρωματικής ερμηνείας από τον εφαρμοστή του δικαίου, στις περιπτώσεις που η καταχρηστικότητα έγκειται στον περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που οδηγούν σε διακινδύνευση του τυπικού σκοπού της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ και του εξ αυτού απορρέοντος κριτηρίου της δίκαιης κρίσης, ως μέσου συμπλήρωσης του ανωτέρω κενού, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, καθώς δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την προστασία του αντισυμβαλλόμενου֊ καταναλωτή, δεδομένου ότι η ρύθμιση της διάταξης αυτής εφαρμόζεται κυρίως στις ατομικές συμβάσεις και δεν μπορεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του καταναλωτή σε συμβάσεις όπου οι όροι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δεν καθίστανται αντικείμενο διαπραγμάτευσης, όπως εν προκειμένω με τους ΓΟΣ (ΑΠ 1030/2001 ό.π., ΕφΑΘ 5101/1011 ΝοΒ 2011. 2141). Έτσι, η απόφαση του Δικαστηρίου που προβαίνει σε συμπληρωματική ερμηνεία άκυρου ΓΟΣ, κατά τα ανωτέρω, δεν είναι διαπλαστική, διότι δεν προβαίνει σε προσδιορισμό της παροχής κατά την ΑΚ 371 εδ. β, παρά μόνο για συμπλήρωση κενού, το οποίο δημιούργησε ο άκυρος όρος, ώστε να ανταποκρίνεται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς ωστόσο να τροποποιεί τη σύμβαση.

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

ΣτΕ 447/2017 : Aίτηση ακύρωσης της Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών κατά των πράξεων που ιδρύουν τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών και ορίζουν τον Κανονισμό Λειτουργίας τους"

Αριθμός 477/2017

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Δημοσθένης Π. Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Δ. Κυριλλόπουλος, Κ. Πισπιρίγκος, Ηλ. Μάζος, Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι, Ε. Σκούρα, Δ. Μαυροπόδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους.
Για να δικάσει την από 16ης Αυγούστου 2016 αίτηση:
του σωματείου με την επωνυμία «Ομάδα Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών», που εδρεύει στην Αθήνα (Ρεθύμνης 11), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο ΒΠ (Α.Μ. .........), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 

κατά των Υπουργών: 1) Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και ήδη Μεταναστευτικής Πολιτικής, 2) Οικονομικών, οι οποίοι παρέστησαν με τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 3) Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος παρέστη με την ΑΑ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή το αιτούν Σωματείο επιδιώκει να ακυρωθούν: α) η υπ' αριθμ. 9883/2016 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (ΦΕΚ Β΄ 1862/24.6.2016), β) η υπ' αριθμ. 3005/2016 Κοινή Υπουργική Απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (ΦΕΚ 392/20.7.2016, τ. Υ.Ο.Δ.Δ.), γ) η υπ' αριθμ. 3004/2016 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (ΦΕΚ Β΄ 2206/15.7.2016) και δ) η από της δημοσιεύσεως του νόμου 4375/2016 (3.4.2016) παράλειψη του Υπουργού Εσωτερικών και των συναρμόδιων Υπουργών να εκδώσουν Κοινή Υπουργική Απόφαση ρυθμίζουσα τη διαδικασία της υποχρεωτικής κατ' άρθρο 44 παρ. 3 ν. 4374/2016 δωρεάν νομικής συνδρομής των αιτούντων διεθνή προστασία υπηκόων τρίτων χωρών ενώπιον της Αρχής Προσφυγών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ε. Σκούρα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος Σωματείου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους αντιπροσώπους των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της. 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ    μ ε λ έ τ η σ ε   τ α    σ χ ε τ ι κ ά     έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε     κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (Θ’ 1018263/19.8.2016 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Δ΄ Αθηνών). 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση: α. της με αριθμ. 9883/24.6.2016 κοινής αποφάσεως (KYA) των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών (Β΄ 1862/24.6.2016), με την οποία ορίσθηκε ο αριθμός των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών του άρθρου 4 του ν. 4375/2016 σε πέντε, καθώς και ο αριθμός των αναπληρωτών των μελών τους, όπως η παράγραφος 1 αυτής, σχετικά με τον αριθμό των επιτροπών, αντικαταστάθηκε με την 6373/25.10.2016 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (Β΄ 3504/31.10.2016) και ορίσθηκε ο αριθμός των επιτροπών σε δώδεκα, β. της με αριθμ. 3006/18.7.2016 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών (ΦΕΚ 392/ 20.7.2016, τ. Υ.Ο.Δ.Δ., διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ 429/5.8.2016, τ. Υ.Ο.Δ.Δ.), με την οποία αφενός συγκροτήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης πέντε τριμελείς Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, αφετέρου δε καθορίσθηκε η σύνθεση της καθεμιάς με δύο δικαστικούς λειτουργούς και ένα μέλος υποδειχθέν από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, γ. της με αριθμ. 3004/15.7.2016 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης με τίτλο «Κανονισμός Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών» (Β΄ 2206/15.7.2016) και δ. της από της δημοσιεύσεως του νόμου 4375/2016 (3.4.2016) συντελεσθείσης, κατά τα προβαλλόμενα, παραλείψεως του Υπουργού Εσωτερικών και των συναρμόδιων Υπουργών να εκδώσουν κοινή υπουργική απόφαση ρυθμίζουσα τη διαδικασία της υποχρεωτικής κατ’ άρθρο 44 παρ. 3 του ν. 4375/2016 δωρεάν νομικής συνδρομής των αιτούντων διεθνή προστασία υπηκόων τρίτων χωρών ενώπιον της Αρχής Προσφυγών, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 8 του ως άνω νόμου.

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, με την από 20.9.2016 πράξη του Προέδρου του Δ΄ Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας.

4. Επειδή, με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση το αιτούν, σωματείο του Αστικού Κώδικα με σκοπό την «παροχή βοήθειας σε πρόσφυγες και μετανάστες» (άρθρο 2 του καταστατικού του σωματείου – πρβλ. ΣΕ 212/2013 επτ.).

5. Επειδή, μετά την έκδοση της με αριθ. 12205/16.8.2016 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών (ΚΥΑ - Β΄ 2864/9.9.2016) περί παροχής νομικής συνδρομής σε αιτούντες διεθνή προστασία, με την οποία ρυθμίσθηκε το ζήτημα παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής στις διοικητικές διαδικασίες σε δεύτερο βαθμό, δεν υφίσταται πλέον η προσβαλλόμενη παράλειψη (βλ. ανωτέρω, σκέψη 2 υπό δ), ούτε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989. Και αν ήθελε θεωρηθεί ότι, όπως προβάλλεται με το από 19.10.2016 «σημείωμα συνέχισης της δίκης κατά το άρθ. 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989», η ανωτέρω κανονιστική ρύθμιση δεν είναι πλήρης, δοθέντος ότι καταλείπονται περιπτώσεις που δεν καταλαμβάνονται από αυτήν (όπως όσες αιτήσεις ασκήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4375/2016 και όσες ήδη εξετάσθηκαν άνευ νομικής συνδρομής, μέχρι τη δημοσίευση της ως άνω ΚΥΑ) και ότι, συνεπώς, εξακολουθεί να υφίσταται εν μέρει παράλειψη συμμόρφωσης προς την οδηγία 2013/32/ΕΕ, κατά το μέρος που αφορά τη δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση, πάντως και η παράλειψη αυτή δεν προσβάλλεται παραδεκτώς, εφόσον δεν προβάλλονται κατ’ αυτής ειδικές και συγκεκριμένες αιτιάσεις με το δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, αλλά με το ανωτέρω σημείωμα, το οποίο επέχει θέση υπομνήματος και όχι κυρίου δικογράφου. 

6. Επειδή, η πρώτη και η τρίτη προσβαλλόμενες πράξεις έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου η προκαλούμενη με την υπό κρίση αίτηση διαφορά υπάγεται, ως προς αυτές, στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη έχει εν μέρει κανονιστικό και εν μέρει ατομικό χαρακτήρα (κατά το μέρος που με αυτήν καθορίζονται τα συγκεκριμένα πρόσωπα που συγκροτούν τις επιτροπές), η προκαλούμενη όμως διαφορά υπάγεται στο σύνολό της στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι με το άρθρο 15 παρ. 3 περ. α του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), υπήχθησαν στα διοικητικά εφετεία μόνο οι σχετικές με το καθεστώς παροχής διεθνούς προστασίας ατομικές πράξεις.