Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

ΤρΕφΚακΠατρών 244/2017 : Εγκληματική οργάνωση - Εμπορία ανθρώπων - Υπεξαγωγή εγγράφων

Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συστάσεως εγκληματικής οργάνωσης ή η ένταξη σε αυτή ως μέλος. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων. Το στοιχείο της φυσικής εξουσίας του δράστη επί του θύματος διαφοροποιείται ποσοτικά και ποιοτικά σε σχέση με την εμπορία δούλων. Δεν απαιτεί ούτε την πλήρη υποδούλωση του θύματος, ούτε τη διαρκή και χωρίς διακοπή θέση του υπό την εξουσία του δράστη. Απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση αυτού με τη χρήση βίας ή απειλής ή κάποιου από τα λοιπά εξαναγκαστικά μέσα να προσλάβει, μεταφέρει, προωθήσει, υποθάλψει, κατακρατεί κ.λπ. ο ίδιος ή μέσω άλλου κατευθυνομένου από αυτόν προσώπου, η δράση του οποίου κρίνεται κατά τις περί συνεργείας διατάξεις του παθόντα με σκοπό την εξαναγκαστική εκμετάλλευση της εργασίας του τελευταίου, η οποία συντελείται είτε με την παροχή από το θύμα της εργασίας σε τρίτους εργοδότες και την είσπραξη της αμοιβής αυτών από τον δράστη, είτε με την παροχή εργασίας για λογαριασμό του ιδίου του δράστη και δεν αρκεί ενδεχόμενο δόλος. Κατ’ επάγγελμα τέλεση εγκλήματος. Εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε η εκμετάλλευση προσώπων, η απεύθυνση απειλών σε βάρος τους και η χρήση άλλων εξαναγκαστικών μέσων σε βάρος τους για να παραμείνουν στην εργασία τους. Οι καταγγέλλοντες ζούσαν υπό καθεστώς ελευθερίας και μετακινούνταν ελεύθερα. Το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι συγκρότησαν από κοινού ή εντάχθηκαν σε δομημένη ομάδα με διαρκή δράση και οργανωμένο σχέδιο την προσέλκυση εργατών με ψεύτικες υποσχέσεις για την τέλεση του κακουργήματος της εμπορίας ανθρώπων, ούτε ότι οι κατηγορούμενοι είτε με την απόσπαση της συναίνεσης των θυμάτων είτε με απειλές ή με άσκηση βίας και απόκρυψη των ταξιδιωτικών τους εγγράφων τους κατακρατούσαν πετυχαίνοντας την εκμετάλλευση της εργασίας τους και εισπράττοντας οι ίδιοι τα χρήματα της αμοιβής τους από την καθημερινή εργασίας τους χωρίς να τους τα αποδίδουν, έχοντας σκοπό πορισμού εισοδήματος από την πράξη τους αυτή.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αριθμός: 244/2017
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ
Του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών
Συνεδρίαση της 31ης Οκτωβρίου 2016,
16ης Νοεμβρίου 2016, 16ης Δεκεμβρίου 2016,
24ης Ιανουαρίου 2017 και 20ης Φεβρουαρίου 2017

Δικαστήριο
ΑΘΗΝΑ ΜΠΕΣΣΗ
Προεδρεύουσα Εφέτης
ΣΟΦΙΑ ΚΑΛΟΥΔΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Εφέτες
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥΛΗ
Αντεισαγγελέας Εφετών
(άπαντες μετά από νόμιμη κλήρωση)
ΑΘΗΝΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ
Γραμματέας

Κατηγορούμενοι
1) ..., γεννηθείς το έτος 1972 στη Ρουμανία, κάτοικος Ρουμανίας και ήδη προσωρινά Λακκόπετρας Αχαΐας και ήδη αγνώστου διαμονής.
ΠΑΡΩΝ
2) ..., γεννηθείσα το έτος 1961 στη Ρουμανία, κάτοικος Ρουμανίας και ήδη προσωρινά Λακκόπετρας Αχαΐας και ήδη αγνώστου διαμονής.
ΑΠΟΥΣΑ
3) ..., γεννηθείς το έτος 1978 στη Ρουμανία, κάτοικος Ρουμανίας και ήδη προσωρινά Λακκόπετρας Αχαΐας και ήδη αγνώστου διαμονής.
ΑΠΩΝ
4) ... γεννηθείς το έτος 1986 Ρουμανία, κάτοικος Ρουμανίας και ήδη    προσωρινά Λακκόπετρας Αχαΐας και ήδη αγνώστου διαμονής.
ΑΠΩΝ
5) ..., γεννηθείς το έτος 1976 στη Θεσσαλονίκη, κάτοικος Αθηνών (οδός ...).
ΠΑΡΩΝ

Πράξεις

1) Εγκληματική οργάνωση.
2) Εμπορία ανθρώπων, μεταξύ άλλων και ανηλίκων, από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συρροή.
3) Υπεξαγωγή εγγράφων.

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη σημερινή δικάσιμο της 31ης Οκτωβρίου 2016.
Ο επιμελητής των Δικαστηρίων με εντολή της Προέδρου, εκφώνησε τα ονόματα των κατηγορουμένων, από τους οποίους εμφανίσθηκαν μόνο οι πρώτος και πέμπτος και, αφού η Πρόεδρος βεβαιώθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ομιλεί την ελληνική γλώσσα, τους ρώτησε για τα στοιχεία της ταυτότητας τους, αυτοί απάντησαν ότι ονομάζονται όπως αναφέρεται παραπάνω και δήλωσαν αφενός ο πρώτος ότι διορίζει συνήγορο για να τον υπερασπισθεί τον παρόντα δικηγόρο Πατρών ΧΤ, ο οποίος αποδέχθηκε τον διορισμό του και κατέθεσε το υπ' αριθμ. Α.............7 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών και αφετέρου ο πέμπτος κατηγορούμενος ότι διορίζει συνήγορο για να τον υπερασπισθεί τον παρόντα δικηγόρο Πατρών ΒΓ, ο οποίος αποδέχθηκε τον διορισμό του και κατέθεσε το υπ' αριθμ. Α0000000 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών.
Ακολούθως, η Πρόεδρος ανέγνωσε τα από 6-6-2016 (δύο) και 7-6-2016 (ένα) αποδεικτικά επίδοσης κλήσης προς κατηγορούμενο (μετά από προκοινοποιημένη κλήση ή βούλευμα) του Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Εφετών Πατρών Χρήστου Αδαμόπουλου για τη σημερινή δικάσιμο, από τα οποία προκύπτει ότι οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν σήμερα, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με επίδοση αντιγράφου της υπ' αριθμ. 591/2011 κλήσης του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών στον αντίκλητο τους, δικηγόρο Πατρών Παναγιώτη Παπαδόπουλο (η δεύτερη κατηγορουμένη), ... (ο τρίτος κατηγορούμενος) και ... (ο τέταρτος κατηγορούμενος). Συνεπώς, οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 432§2 Κ.Π.Δ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 21 του Ν. 3904/2010, να δικαστούν σαν να ήταν παρόντες.

Μετά από αυτά η Πρόεδρος, σύμφωνα με το άρθρο 342 του Κ.Π.Δ., είπε στους παρόντες κατηγορουμένους να προσέξουν τις κατηγορίες που τους βαρύνουν και τις οποίες θα τους απαγγείλει η Εισαγγελέας, καθώς και τη συζήτηση που θα επακολουθήσει επ' αυτών και ότι σύμφωνα με το άρθρο 343 Κ.Π.Δ. θα απολογηθούν στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, ταυτόχρονα δε τους ενημέρωσε ότι έχουν δικαίωμα από το νόμο να αντιτάξουν στις κατηγορίες πλήρως τους ισχυρισμούς τους και να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα ή από την έρευνα οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου.

Κατόπιν η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, απήγγειλε σύμφωνα με το κατηγορητήριο και το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κάθε κατηγορούμενο, τις κατηγορίες και παρέδωσε στην Πρόεδρο κατάλογο με τα ονόματα των μαρτύρων που κάλεσε προς υποστήριξη των κατηγοριών, αντίγραφο του οποίου έχει επιδοθεί στον κάθε κατηγορούμενο, κατ' άρθρο 326 Κ.Π.Δ., όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης, το οποίο βρίσκεται στη δικογραφία και πρότεινε την ανάγνωση των εγγράφων του κατηγορητηρίου στον κατάλληλο χρόνο.
Μετά η Πρόεδρος ζήτησε από τον κάθε κατηγορούμενο πληροφορίες για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Αυτός απάντησε ότι επιφυλάσσεται να εκθέσει τις απόψεις του κατά την απολογία του και ότι τώρα δεν έχει να πει τίποτα.
Η Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας και βρέθηκαν παρόντες οι τρίτος και δέκατος ένατος και απόντες όλοι οι υπόλοιποι μάρτυρες.
Κατόπιν ρώτησε τους παρόντες κατηγορουμένους και τους συνηγόρους τους αν κλήτευσαν μάρτυρες υπεράσπισης και αφού ο συνήγορος του πέμπτου κατηγορουμένου απάντησε θετικά, εκφώνησε το όνομα αυτού από σχετικό σημείωμα που κατέθεσε και βρέθηκε παρούσα η ....
Κατόπιν η Πρόεδρος διέταξε την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την αποχώρηση από το ακροατήριο των μαρτύρων στον προορισμένο γι' αυτούς χώρο του Καταστήματος και παρήγγειλε να καταβληθεί η προσήκουσα προσοχή για την αποφυγή κάθε αθέμιτης συνομιλίας των μαρτύρων, σύμφωνα με το άρθρο 350 του Κ.Π.Δ.
Στο σημείο αυτό της δίκης η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να αναγνωστούν οι προανακριτικές καταθέσεις (αρχικές και συμπληρωματικές) των απολιπομένων μαρτύρων:

1) ... 15) ...
Το Δικαστήριο, αφού κανείς δεν έφερε αντίρρηση, ανέγνωσε δημόσια δια της Προέδρου τις προανακριτικές καταθέσεις εκείνων των απολιπομένων μαρτύρων, των οποίων η παρουσία στο Δικαστήριο κρίθηκε ανέφικτη, όπως προκύπτει από τις από 26-8-2015 και 9-9-2016 βεβαιώσεις του Αρχιφύλακα ..., ήτοι ανέγνωσε τις από 8-9-2009 (δύο) και 13-9-2009 (δεκατρείς) προανακριτικές καταθέσεις (αρχικές) των κάτωθι απολιπομένων μαρτύρων:
1 ... 15. ... καθώς και τις από 10-9-2009 συμπληρωματικές καταθέσεις των: α) ... και β) ...
Για την ανάγνωση των ανωτέρω καταθέσεων δεν προέβαλλε κανείς αντίρρηση.

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

ΜΠρΑθ 4576/17 : Ατύχημα σε σιδηροδρομική διάβαση - Τραυματισμός - Αποζημίωση - Κονδύλια

ΜΠρΑθ 4576/17 :  Ατύχημα σε σιδηροδρομική διάβαση - Τραυματισμός  - Αποζημίωση - Κονδύλια.  Περίπτωση βαρύτατου τραυματισμού του ενάγοντος - οδηγού γεωργικού ανελκυστήρα, ο οποίος διέσχιζε αφύλαχτη σιδηροδρομική διάβαση και παρασύρθηκε από τη διερχόμενη εμπορική αμαξοστοιχία.  Ύπαρξη δεδικασμένου αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου, ως προς τα διαλαμβανόμενα σε αυτή ζητήματα, των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος, της υπαιτιότητας της προκληθείσας ζημίας και της οφειλόμενης αποζημίωσης - Ποσοστό συνυπαιτιότητας 70% στον ενάγοντα, ο οποίος δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή και ποσοστό 30% στην ΟΣΕ. Υπολογισμός αποζημίωσης - Κονδύλια - Εν προκειμένω, ο ενάγων αιτείται αποζημίωσης, για την δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας, την οποία θα έπρεπε να προσλάβει για την φροντίδα του -  Ο ενάγων μάλιστα, δεν δικαιούται την  κάλυψη της σχετικής δαπάνης από τον ασφαλιστικό του φορέα, ΙΚΑ - Η αποζημίωση λοιπόν, για τις υπηρεσίες αυτές περιποίησης τις οποίες του παρείχε και θα συνεχίσει να του παρέχει μελλοντικά, καθ όλο το διάστημα της κατ οίκον νοσηλείας του, η σύζυγος του, θα πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, καθώς η αιτούμενη αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την αμοιβή που θα καταβαλλόταν για τις σχετικές υπηρεσίες σε αποκλειστική νοσοκόμα, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός ότι η σύζυγός του τυγχάνει ανειδίκευτο πρόσωπο χωρίς ιατρικές γνώσεις, αφετέρου την οικονονική κρίση εξαιτίας της οποίας έχουν μειωθεί οι αποδοχές όλων των εργαζομένων. Δέχεται την αγωγή.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 4576/2017
Συγκροτήθηκε από την Δικαστή Γεωργία Γεωργακοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τον Γραμματέα Δημήτριο Δεριζιώτη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 19-01-2017 για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
Του Ενάγοντος : ................, κατοίκου ...............), νομίμως εκπροσωπουμένου υπό της δικαστικής συμπαραστάτριας του ..............., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του ..............., δυνάμει της από 07-11-2016 εξουσιοδότησης, η οποία κατέθεσε νομότυπα προτάσεις και δεν εμφανίστηκε κατά την επ ακροατηρίω εκφώνηση της υπόθεσης.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ : Της εδρεύουσας στην Αθήνα Αττικής (Καρόλου 1 - 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και διακριτικό τίτλο «ΟΣΕ Α.Ε.» (Α.Φ.Μ. ............/νομίμως εκπροσωπούμενης η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΔΣ, δυνάμει του υπ αριθμ. ......./31-10-2016 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ........, ο οποίος κατέθεσε νομότυπα προτάσεις και δεν εμφανίστηκε κατά την επ ακροατηρίω εκφώνηση της υπόθεσης.
Ο ενάγων άσκησε την από 04-07-2016 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2.582/06-07-2016 (γενικό αριθμό κατάθεσης .............../2.015) προσδιορισθείσα για την ως άνω αναφερόμενη δικάσιμο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 930 ΑΚ, το οποίο αναφέρεται στην κατ άρθρο 928-929 ΑΚ υποχρέωση αποζημίωσης, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ορίζεται ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημίωσης, ένεκα θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (ΟλΑΠ 807/1973). Η ΑΚ 930 παρ. 3 αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του. Ο παραπάνω σκοπός της ΑΚ 930 παρ. 3 επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής, σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, παρά το ότι από τη γραμματική διατύπωση της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως, χωρίς νομική υποχρέωση, που αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημίωσης. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι «άλλος», κατά την έννοια της ΑΚ 930 παρ. 3, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς εργοδότης κλπ.). Επομένως κατ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημίωσης (ΑΠ 384/2013, ΑΠ 347/2009 ΝΟΜΟΣ). Τέτοια δυνατότητα για πρόσκτηση από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης από τον αδικήσαντα και της παροχής του τρίτου δεν υφίσταται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το όρθρο 18 του Ν. 1654/1986, σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται εκ του νόμου στο ΙΚΑ, το οποίο είτε κατέβαλε, είτε υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα την οικεία κοινωνικοασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 152/2017, 1488/2014, ΝΟΜΟΣ). Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 928, 929 και 930 παρ. 1 του ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας από την οποία προκαλείται βλάβη της υγείας ή του σώματος του παθόντος παρέχεται η δυνατότητα στον τελευταίο να ασκήσει αγωγή για την επιδίωξη αποκατάστασης και μελλοντικής ζημίας του, έστω και αν ακόμη δεν έχει επέλθει η τελευταία και δεν έχει πληρωθεί ο ένας από τους όρους του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αρκεί να έχει τεθεί το θεμέλιο. Δεν απαιτείται γι αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

"Το ενιαίον της Εισαγγελίας και το αυτό πρόσωπο του εισαγγελέως" [ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ Θ. ΚΟΝΤΑΞΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΝ]

1. Σε ένα μικρό επαρχιακό σιδηροδρομικό σταθμό πλησιάζει ο επιβάτης στο γραφείο έκδοσης εισιτηρίων και ζητά ένα εισιτήριο. Ο αρμόδιος υπάλληλος φορά ένα μαύρο καπέλο και, αναλαμβάνοντας ανάλογο ρόλο, του το εκδίδει. Στη συνέχεια ο επιβάτης προσεγγίζει την επόμενη θυρίδα και ζητά να παραδώσει την αποσκευή του. Ο ίδιος, προηγούμενος, υπάλληλος, μετακινούμενος, δρομαίως, όπισθεν των «γκισέ», φορά ένα πράσινο καπέλο και παραλαμβάνει την αποσκευή του επιβάτη, ως καθ΄ ύλην αρμόδιος του εκεί χώρου. Ο επιβάτης, μετά ταύτα, κατευθύνεται στο μικρό, υποτυπώδες καφενείο του σταθμού αναμένοντας το τρένο. Ο ίδιος υπάλληλος, εμφανίζεται, ασθμαίνων, έμπροσθεν του, με μπλέ καπέλο αυτή τη φορά, και καταγράφει την παραγγελία του επιβάτη. Σε λίγο αναγγέλλεται από τα μεγάφωνα η επικείμενη άφιξη του τρένου. Ο ίδιος, ένας και ο αυτός υπάλληλος, (πρώην εκδότης εισιτηρίων, υπεύθυνος σκευοφόρου, ολίγον καφετζής), φορά ένα κόκκινο καπέλο και κάθιδρος πλησιάζει στην αποβάθρα να υποδεχθεί το τρένο, με την ιδιότητα του σταθμάρχη αυτή τη φορά, (ήδη δε προηγουμένως είχε αναλάβει και εσωτερικό ρόλο εκφωνητή αναγγέλλοντος την άφιξη του τρένου). Ανώδυνη εναλλαγή ρόλων. Είναι η, (πραγματική), ιστορία ενός καρτούν.
2. Υποβάλλεται έγκληση και χρεώνεται στην εισαγγελέα Α. Η τελευταία τη μελετά, και παραγγέλλει προκαταρκτική εξέταση. Μετά   ταύτα η Α ασκεί ποινική δίωξη και, συμπληρωματικά, παραγγέλλει προανάκριση. Εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου η υπόθεση με πρόταση της Α. Παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/δικείου προς εκδίκαση η υπόθεση. Εισαγγελεύς της έδρας η  Α. Το Δικαστήριο, μετά από την εξέλιξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αναβάλλει για κρείσσονες. Την επόμενη φορά εισαγγελεύς της έδρας είναι και πάλι η Α, (τείνει να γίνει πλέον η «δικονομική μας φίλη»). Εκδίδεται καταδικαστική απόφαση κατόπιν σύμφωνης πρότασης της Α. Ασκείται έφεση υπό του κατηγορουμένου. Προαχθείσα η Α κατέχει την έδρα της εισαγγελέως του Εφετείου και ζητά και πάλι την καταδίκη του κατηγορουμένου, (η σχέση μας με την Α εξελίχθηκε σε «δικονομική κοινωνία γάμου»). Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας η απόφαση και επανεισάγεται στο Εφετείο. Εισαγγελεύς της έδρας και πάλι η γνωστή μας Α, (κάθε φορά, φυσικά, με διαφορετικό, κυριολεκτικά και μεταφορικά/θεσμικά, ένδυμα).
3. Ο ΚΠΔ ουδέν προβλέπει σε ανάλογες περιπτώσεις και η νομολογία απλά αγνοεί, (γιατί άραγε;), τη ζώσα «πραγματική»[1]  πραγματικότητα, (ως εάν υφίσταται παράλληλη αυτής «δικαστική πραγματικότητα»). Η Α θα μπορούσε να έχει χρεωθεί και χειρισθεί πλείστες όσες ακόμη ενδιάμεσες δικονομικές στάσεις της όλης υπόθεσης.   
4. Παγίως δε νομολογείται ότι δεν συντρέχει λόγος απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου στις περιπτώσεις κατά τις οποίες :
α. ο εισαγγελεύς του οποίου η πρόταση ενσωματώθηκε σε αναιρεθέν βούλευμα, συμμετάσχει στη μετ΄ αναίρεση δίκη (ή στο δικαστικό Συμβούλιο που επελήφθη της υποθέσεως μετ΄ αναίρεση),
β. ο εισαγγελεύς της δευτεροβάθμιας δίκης είχε ασκήσει καθήκοντα εισαγγελέως και στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, καθώς και ότι στις ως άνω περιπτώσεις δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ.[2]
5. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 3 ΚΠΔ «Ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις».
6. Απόλυτη, επίσης, ακυρότητα, λαμβανομένη αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ, η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την «εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα».
7. Εκ του συνδυασμού των ως άνω παρατιθέμενων άρθρων του ΚΠΔ, και στα πλαίσια της τελολογικής ερμηνείας, προκειμένου να υπάρχει ταυτότητα νομικού λόγου και ενότητα δικαίου, (και φυσικά τήρηση των κανόνων της απλής λογικής, διαδικασία υπαγόμενη στα όρια του Ακυρωτικού ελέγχου), σε ανάλογες περιπτώσεις, συνάγεται ότι αποκλείεται η παράσταση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και του εισαγγελέως που άσκησε τα καθήκοντά του, για την αυτή υπόθεση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
8. Το ως άνω συμπέρασμα επιρρωνύεται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ  Delcourt κατά Βελγίου), σύμφωνα με το οποίο έχει παγίως νομολογηθεί ότι ο  εισαγγελεύς είναι, εν όψει του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), δικαστικό πρόσωπο.
9. Άλλωστε και στα άρθρα 88-91[3] του Συντάγματος ο εισαγγελεύς εξομοιώνεται πλήρως με τους τακτικούς δικαστές, ως δικαστικός λειτουργός, απολαμβάνων των αυτών εγγυήσεων, («διασφάλισης  της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του»[4]). Σύμφωνος με τη θέση της πλήρους εξομοίωσης είναι και ο Μ. Μαργαρίτης[5], ο οποίος σημειώνει ότι : «δικαστικά πρόσωπα υπαγόμενα στην παρούσα  ρύθμιση του άρθρου 14 είναι οι δικαστές, οι εισαγγελείς και οι γραμματείς». Σύμφωνος με τη θέση ότι ο εισαγγελεύς είναι δικαστικός λειτουργός είναι και ο εισαγγελεύς Γ. Κτιστάκης.[6]
10. Αξίζει η παράθεση περικοπής πρακτικού της Ολομελείας του ΣτΕ[7] 1/1979 : «πλην των δικαστών δια ρητών διατάξεων το Σ. καταλέγει μεταξύ των δικαστικών αυτού οργάνων και έτερα όργανα … μετέχοντα και επικυρούντα κατά τους οικείους νόμους, εις το έργον της απονομής της δικαιοσύνης … τοιαύτα όργανα είναι οι εισαγγελικοί λειτουργοί».
11. Ως εκ περισσού σημειώνεται ότι για να έχει το απαιτούμενο κύρος κάθε δικαστική απόφαση προϋποθέτει προηγούμενη ακρόαση του εισαγγελέως, (άρθρο 32 ΚΠΔ), ο οποίος υποχρεούται να αιτιολογεί, ειδικά και εμπεριστατωμένα κάθε πρόταση του, (άρθρο 139 ΚΠΔ). Σε περίπτωση δε αντικατάστασης του εισαγγελέως κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης, (λόγω π.χ. αιφνιδίου κωλύματος ένεκα ασθενείας), η κρατούσα νομολογιακή άποψη θεωρεί ότι προκαλείται απόλυτη ακυρότητα[8], όπως και σε περίπτωση κατά την οποία, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας  δεν δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα, ιδρυομένου αναιρετικού λόγου, (βλ. άρθρο 510 παρ. 1α  ΚΠΔ). Κατά πάσα περίπτωση η εξέλιξη της ποινικής δίκης πάσχει αν σε κάθε στάδιο αυτής και για κάθε ανακύπτον ζήτημα ή υποβαλλόμενο αίτημα, πρόταση, ένσταση, δεν τοποθετηθεί-προτείνει, προ των διαδίκων, ο εισαγγελεύς.   
12. Συνεπώς, η συμμετοχή του εισαγγελέως στην ποινική δίκη ούτε τυπική είναι ούτε συμπληρωματική. Η συμμετοχή του είναι ουσιώδης, καθοριστική και αποφασιστική στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης.

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

ΑΠ 153/2017: "Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση, τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό."

Αριθμός 153/2017 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Θ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΜΜ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς: 1) Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, που δεν παραστάθηκε, 2) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, που δεν παραστάθηκε, 3) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "Τράπεζα ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΓΚ, 4) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 5) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΙΧ, 6) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 7) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 8) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 9) Σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Α Δ και 10) ..., με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την κύρια παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 375/2013 μη οριστική και 95/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. 
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2014 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. 
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 12- 10-2015 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 95/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των παραστάντων (3ης και 5ης) προς κοινοποίηση τραπεζικών εταιριών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης και του παραστάντος (9ου) προς κοινοποίηση Σωματείου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Η κρινόμενη από 2-5-2014 (αρ. κατ. 2/2014) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης - αιτούσας τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και προσβάλλει την υπ’ αρ. 95/2014 απόφαση του, ως εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε επίσης 1) στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 2) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, 3) στην Τράπεζα ..., 4) στην Τράπεζα ..., 5) στην Τράπεζα ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, 6) στην Τράπεζα ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, 7) στην Τράπεζα ..., 8) στην Τράπεζα ..., 9) στο Σωματείο ... και 10) στην ..., με το διακριτικό τίτλο .... Αναφορικά δε με το ζήτημα της παραδεκτής άσκησης της αίτησης αναίρεσης και την παθητική νομιμοποίηση αυτής, λεκτέα τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ορίζεται ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους". Κατά το άρθρο 769 εδ. γ’ ΚΠολΔ, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α’ ΚΠολΔ), το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την αναίρεση, κατ’ αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που είχαν έννομο συμφέρον από τη δίκη. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση κατ’ αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, πρέπει μεν να απευθύνεται καθ’ όλων εκείνων που έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, πλην όμως το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, επομένως και του διαδίκου, που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο. (ΑΠ Ολ. 6/1999, ΑΠ 589/2001, ΑΠ 491/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στη δίκη ενώπιον του, ως εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου υπήρξαν διάδικοι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου και οι τραπεζικές εταιρείες προς τις οποίες έχει κοινοποιηθεί ως άνω η αίτηση αναίρεσης, ενώ επίσης είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας και τότε εφεσίβλητης το σωματείο ... και η .... Κατά των ανωτέρω δεν στρέφεται η αίτηση αναίρεσης. Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται εναντίον όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη του Εφετείου, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο της αναίρεσης, αλλά ο Άρειος Πάγος, που δικάζει την αναίρεση μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων, που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη και επομένως και του διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο. Και τούτο, διότι το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 760 δεν καταλαμβάνει μόνο τους τρίτους, που δεν κατέστησαν διάδικοι στη δευτεροβάθμια δίκη, αλλά και τους κατ’ αυτήν διαδίκους, κατά των οποίων δεν στρέφεται η αναίρεση. Επομένως, το Δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαίο, θα διατάξει την κλήτευσή τους κατ’ άρθρ. 748 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επομένως, κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά κατά της αναιρεσίβλητης, η οποία νομιμοποιείται παθητικά (άρθρ. 558 ΚΠολΔ), ενώ η μη απεύθυνση της αναίρεσης και κατά των λοιπών διαδίκων στο εφετείο - πιστωτριών Τραπεζών, δεν δημιουργεί το απαράδεκτο της συζήτησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη. Εξάλλου, οι προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντες δεν κατέστησαν διάδικοι, εφόσον δεν ανέλαβαν το δικαστικό αγώνα, ούτε η αναίρεση αφορά τις πρόσθετες παρεμβάσεις (ΑΠ 711/2015, ΑΠ 741/2013, ΑΠ 1236/2006). Επομένως η αναίρεση παραδεκτά δεν απευθύνεται κατ’ αυτών και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη, παραδεκτά, κατ’ άρθρ. 570 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, με τις από 21-10-2015 προτάσεις της, που είχε καταθέσει κατά την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω και ως προς το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τις πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες ... ΑΕ και ..., που ερημοδικάσθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση και την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατ’ αυτής πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

ΤρΔΕφΠατρών 957/2017 : Φορολογία κληρονομιών - Χρόνος γένεσης φορολογικής ενοχής -Προσδιορισμός φορολογητέας αξίας ακινήτων -. Η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατ’ αρχήν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Εξαιρέσεις στις οποίες ο νόμος μεταθέτει το χρόνο γένεσης της φορολογικής ενοχής σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του θανάτου του κληρονομουμένου. Μετάθεση του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρέωσης σε περίπτωση που τα αντικείμενα της κτήσεως κατέστησαν επίδικα μετά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και εφόσον ο κληρονομούμενος δεν ευρίσκεται στη νομή αυτών. Αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων. Εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό της υποκείμενης σε φόρο κληρονομιών αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται αιτία θανάτου, ως προς τα οποία η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 41 του ν. 1249/1982.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ Α957/2017
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ Β' - ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του (αίθουσα Κακουργιοδικείου του Δικαστικού Μεγάρου Πατρών) στις 29 Σεπτεμβρίου 2017, με δικαστές τους: Αγγελική Συντελή - Πιστοφίδου, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Ευγενία Καράκου - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Σολδάτου Εφέτες Δ.Δ. και γραμματέα την Αναστασία Βλαχοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την από 17.5.2015 (υπ'αριθ. καταχ. ΑΒΕΜ 23/21-5-2015 έφεση
του ..., κατοίκου ......... Κεφαλληνίας, ο οποίος παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του ΛΘ και ΚΧ,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου, ο οποίος δεν παραστάθηκε και κατά της Α2413/2014 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών
Κατά τη συζήτηση ο διάδικος που παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Aφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
Η κρίση του είναι η εξής:
1.   Επειδή με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ποσού 407,81 ευρώ (3665/15.5.2015 και 278/22.1.2016 διπλότυπα είσπραξης τύπου Α' της Δ.Ο.Υ Αργοστολίου) και το 50% του καταλογισθέντος φόρου, ποσό 17.032,92 ευρώ (2344/26.9.2017 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α' της Δ.Ο.Υ Αργοστολίου), παραδεκτώς, ζητείται η εξαφάνιση της Α2413/2014 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών. Με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε η με χρονολογία κατάθεσης 29.11.2011 προσφυγή του εκκαλούντος κατά της 35/8.12.2011 πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του διαφορά κύριου φόρου κληρονομιάς ύψους 6.948.061 δρχ. και ήδη 20.390,50 ευρώ καθώς και πρόσθετος φόρος 120% ύψους 8.337.673 δρχ. και ήδη 24.468,59 ευρώ, συνολικά δε το ποσό των 44.859,09 ευρώ.
2.   Επειδή, το ν.δ 118/1973 «περί Κωδικός Φορολογίας Κληρονομιών), όπως ίσχυε πριν το ν. 2961/2001 ΦΕΚ 266 Α), ορίζει στο άρθρο 6 παρ. 1 ότι «Η   φορολογική υποχρέωσις γεννάται κατά τον χρόνον θανάτου τουκληρονομουμένου» και στο άρθρο 7 ότι : «Κατ' εξαίρεσιν, η φορολογική υποχρέωσις γεννάται : α)..., β)..., γ) Κατά τον χρόνον της καθ' οιονδήποτε τρόπον λήξεως πις επιδικίας, όταν το δικαίωμα του κληρονόμου ή του κληροδόχου κατέστη συνεπεία αμφισβητήσεως του παρ' οιουδήποτε ενδιαφερομένου επίδικον, ο δε κληρονόμος ή κληροδόχος δεν ευρίσκεται εν τη νομή των αντικειμένων της κτήσεως. Εάν τα αντικείμενα περιέλθωσιν εις την νομή ν του αξιούντος δικαίωμα κληρονόμου ή κληροδόχου, η φορολογική υποχρέωσις γεννάται κατά τον χρόνον τούτον, δ)... κ.λ.π.». Περαιτέρω, στο άρθρο 8 του ίδιου ν.δ. ορίζεται ότι: «1. Η φορολογική υποχρέωσις δι' άπαντα ή τινά των περιουσιακών στοιχείων δύναται να μετστίθηται ας μεταγενέστερον χρόνον του οριζομένου εν άρθροις 6 και 7, δι' αποφάσεως του οικονομικού εφόρου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α) Εάν τα αντικείμενα της κτήσεως κατέστησαν επίδικα ή .... και εφ' όσον εις τας περιπτώσεις ταύτας ο εις φόρον υπόχρεως δεν ευρίσκεται εις την νομήν ή εάν τα αντικείμενα της κτήσεως κατέστησαν επίδικα προ ή μετά τον θάνατον του κληρονομουμένου ή ... και εφ' όσον εις τας περιπτώσεις ταύτας ο εις φόρον υπόχρεως ευρίσκεται μεν εις την νομήν των αντικειμένων, αλλά λόγω του απροσόδου ή της μικράς προσόδου τούτων αδυνατεί να καταβάλη τον φόρον.... β) ... γ) ... 2. Η κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου μετάθεσις του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως χωρεί αιτήσει του εις φόρον υπόχρεου, υποβαλλομένη προ της λήξεως του συνιστώντος την μετάθεσιν λόγου και εντός πενταετίας αρχομένης από της λήξεως της προς δήλωσιν προθεσμίας, εν πάση δε περιπτώσει προ της κοινοποιήσεως πράξεως επιβολής του φόρου. 3. Η κατά την παράγραφον 2 μετάθεσις του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως δεν δύναται να χωρήση εις χρόνον καθ’ ον δεν υφίσταται ο δικαιολογών την μετάθεσιν λόγος. 4. Κατά της αποφάσεως του αρμοδίου οικονομικού εφόρου περί μεταθέσεως ή μη του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως, επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων».
3.   Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατ' αρχήν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Κατ' εξαίρεση της γενικής αυτής αρχής σε ορισμένες περιπτώσεις από λόγους φορολογικής σκοπιμότητας ο νόμος μεταθέτει το χρόνο γένεσης της φορολογικής ενοχής σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του θανάτου του κληρονομούμενου. Τις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις τις διακρίνει σε δύο κατηγορίες α) σε εκείνες που η μετάθεση επέρχεται αυτοδικαίως από το νόμο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 7 του ν.δ 118/1973 ήτοι μεταξύ άλλων και σε περίπτωση επιδικίας περί το κληρονομικό δικαίωμα, ήτοι επιδικίας περί το υποκείμενο του κληρονομικού δικαιώματος (παρ. γ') συντρέχει δε η περίπτωση αυτή, οσάκις αμφισβητείται είτε η ιδιότητα ορισμένου προσώπου ως κληρονόμου (ή ως κληροδόχου) είτε η έκταση του κληρονομικού δικαιώματος και β) σε εκείνες που λόγω συνδρομής ορισμένων πραγματικών και νομικών δεδομένων, που ορίζονται στο άρθρο 8 του νδ 118/1973, είναι δυνατή η μετάθεση του χρόνου αυτού με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, ο οποίος θα εκτιμήσει τα πραγματικά και νομικά δεδομένα και αιτιολογημένα θα αποφασίσει τη μετάθεση του χρόνου τούτου, μετά πάντοτε οπό αίτηση του υπόχρεου κληρονόμου. Μεταξύ άλλων περιπτώσεων το άρθρο 8 προβλέπει την κατ' εξαίρεση μετάθεση του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως, σε περίπτωση που τα αντικείμενα της κτήσεως κατέστησαν επίδικα μετά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και εφόσον ο κληρονομούμενος δεν ευρίσκεται στη νομή αυτών
4.    Επειδή στο άρθρο 61 του ν δ 118/1973, ορίζεται ότι «1. Ο κατά το άρθρον 5, υπόχρεως εις φόρον υποχρεούται εις δήλωσιν δια την παρ. αυτού κτωμένην αιτία θανάτου περιουσίαν και στο άρθρο 63 ότι «1. Αι υπό των διατάξεων του παρόντος προβλεπόμενοι προθεσμίαι υπολογίζονται κατά τας διατάξεις των άρθρων 241 έως και 246 του Αστικού Κωδικός 2. Η προς δήλωσιν προθεσμία άρχεται: α)... β) Από της δημοσιεύσειυς της διαθήκης δια τους εκ διαθήκης κληρονόμους ή κληροδόχους. γ) Από του εκάστοτε εν άρθροις 7 και 8 οριζομένου χρόνου, δ) ...», Τέλος, στο άρθρο 102 του ν 118/1973 και στο ταυτόσημο άρθρο 102 του ν. 2961/2001 "Φορολογία κληρονομιών, δωρεών κ.λπ." ορίζεται ότι: «... Παραγραφή δικαιώματος επιβολής φόρου και προστίμου. 1 Το Δημόσιο εκπίπτει του δικαιώματος του για την κοινοποίηση πράξης επιβολής φόρου και προστίμου προκειμένου: α) ..... β) για παράλειψη δήλωσης ολόκληρης ή μέρους της περιουσίας που αποκτήθηκε ή εικονικότητας του συμβολαίου, μετά δεκαπενταετία από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο έληξε η προθεσμία για υποβολή της δήλωσης ....5. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή και είσπραξη των φόρων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, σε υποθέσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1989 έχει παραγραφεί...." (όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 20 του ν. 3427/2005, ΦΕΚ Α 312/27.12.2005).».

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

ΜΕφΝαυπλίου 333/17 : Αλληλόχρεος λογαριασμός - ΓΟΣ - Ακυρότητα. Διαταγή πληρωμής - Ανακοπή - Έφεση. Διαταγή πληρωμής απο οφειλόμενο οριστικό κατάλοιπο ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού - Ανακοπή.

ΜΕφΝαυπλίου 333/17 : Αλληλόχρεος λογαριασμός - ΓΟΣ - Ακυρότητα. Διαταγή πληρωμής - Ανακοπή - Έφεση.  Διαταγή πληρωμής απο οφειλόμενο οριστικό κατάλοιπο ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού - Ανακοπή.  Έφεση της εκκαλούσας Τράπεζας κατά της υπ' αρ. 80/14 αποφάσεως του ΜΠρΣπάρτης, με την οποία ακυρώθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Κρίθηκε ότι ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360  ημερών αντί 365  ημερών,  έχει ως  αποτέλεσμα τη  σημαντική διατάραξη  της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος του καταναλωτή δανειολήπτη και εγγυητή και, ως εκ τούτου, είναι παράνομος και άκυρος κατ’ άρθρο 2 παρ. 6 εδ. α' Ν. 2251/1994, ενώ προσκρούει και στην αρχή της διαφάνειας. Συνάγεται λοιπόν, ότι η  διαμόρφωση της οφειλής των εφεσίβλητων από την επίμαχη σύμβαση είναι, κατά ένα τουλάχιστον μέρος, αποτέλεσμα εφαρμογής παράνομης τακτικής. Επιπλέον, το ακριβές ύψος αυτής της παράνομης χρέωσης, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τους τηρούμενους λογαριασμούς και εγγραφές από την εκκαλούσα στα αποσπάσματα των λογαριασμών αυτών, με βάση τα οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, διότι δεν προκύπτει από αυτά, ούτε το επιτόκιο υπολογισμού των συμβατικών τόκων, ούτε των τόκων υπερημερίας, με αποτέλεσμα η απαίτηση να καθίσταται ανεκκαθάριστη, κατά τη διάταξη του άρθρου 624 παρ. 1 ΚΠολΔ. Απορρίπτει την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 333/2017

Αποτελούμενο από το Δικαστή Νικηφόρο Πρίντζη, Εφέτη και από τη Γραμματέα Ειρήνη Κορδώνη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στο Ναύπλιο στις 15 Φεβρουαρίου 2017, για να δικάσει την επόμενη υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «...........ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «...................», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΕΑ
Των εφεσίβλητων: 1) ……..και 3) …….. το γένος ………, κατοίκου ομοίως, οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ΠΦ.
Οι εφεσίβλητοι με την από 13.6.2013 και υπ’ αρ. εκθ. καταθ. ανακ. …. ανακοπή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε την 80/2014 οριστική απόφαση του με την οποία δέχθηκε εν όλω την ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε προς το Δικαστήριο αυτό η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 16.11.2015 και υπ' αρ. εκθ. καταθ. …. έφεση της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε στο Δικαστήριο αυτό με την ….. πράξη του Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκαν και ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αρ. εκθ. καταθ. ….. έφεση της εν όλω ηττηθείσας  πρωτοδίκως καθής η ανακοπή κατά της 80/21.3.2014 οριστικής  απόφασης  του   Μονομελούς  Πρωτοδικείου   Σπάρτης,   που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπάγεται στη λειτουργική αρμοδιότητα του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου,  στο  οποίο  και  απευθύνεται,  δηλαδή  του   Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, σύμφωνα με το (εφαρμοστέο κατ' άρθρο 72 παρ. 13 Ν. 3994/2011) νέο άρθρο 19 περ. α' ΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά από την τροποποίηση του από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, αφού η έφεση αυτή ασκήθηκε, δηλαδή κατατέθηκε από την εκκαλούσα στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη (εκκαλούμενη) απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά από τις 25.7.2011 και συγκεκριμένα στις 20.11.2015. Επίσης, η κρινόμενη υπ' αρ. εκθ. καταθ… έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως, εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς σύμφωνα με τα άρθρα 495 παρ. 1, παρ. 2 και παρ. 4 εδ. α' και γ' (όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 που ισχύει για τις κατατιθέμενες από τις 2.4.2012 και εφεξής εφέσεις κατά τα άρθρα 113 Ν. 4055/2012 και 25 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ), 511,513 παρ. 1 εδ. α' στ. β', 516 παρ. 1, 517 εδ. α', 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, επειδή α) κατά την (μεταγενέστερη της 2.4.2012) από 20.11.2015 άσκηση της ως άνω   εφέσεως   (κατάθεση   της   στη   Γραμματεία   του   Μονομελούς Πρωτοδικείου    Σπάρτης)    καταβλήθηκε    το    προσήκον    παράβολο, κατατεθέντος του υπ' αρ. …. διπλοτύπου στο Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, όπως βεβαιώνει τούτος κάτω από το εφετήριο δικόγραφο, β) από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση στην εκκαλούσα (ή από αυτήν) της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ εξάλλου δεν παρήλθε γι' αυτήν η καταχρηστική προθεσμία της τριετίας από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, σύμφωνα με το προμνησθέν άρθρο 518 παρ, 2 ΚΠολΔ (όπως τούτο ίσχυε πριν από το Ν. 4335/2015) και γ) από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει άλλος λόγος απαραδέκτου της ως άνω εφέσεως. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί, ότι επί της κρινόμενης έφεσης εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 2 του Ν. 4335/2015, τα (παλαιά) άρθρα 495 έως και 500 και 511 έως και 537 ΚΠολΔ, όπως τούτα ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους από το Ν. 4335/2015, γιατί η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης πριν από την 1.1.2016 και δη στις 26.7.2013 [Απαλαγάκη Συστηματική Παρουσίαση των Βασικών Τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν. 4335/2015 (2016), σελ. 39 και 227]. Επομένως, η έφεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

ΜονΠρΗρ 195/17 : ΔΕΗ - Διακοπή ρεύματος. Διαρκείς έννομες σχέσεις - Προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Το ζήτημα του παραδεκτού της αίτησης για απαγόρευση διακοπής της ηλεκτροδότησης και γενικώς παροχών κοινής ωφέλειας στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων ρύθμισης κατάστασης. Στο πλαίσιο διαρκούς έννομης σχέσης, δύναται να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η έννομη σχέση από την οποία απορρέουν διαρκείς παροχές, με τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, τουλάχιστον σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι "προσωρινές" παροχές έχουν περιορισμένη έκταση σε σύγκριση με εκείνες που θα κριθούν στο πλαίσιο της κύριας δίκης.

ΜονΠρΗρ 195/17 : ΔΕΗ - Διακοπή ρεύματος. Διαρκείς έννομες σχέσεις - Προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Το ζήτημα του παραδεκτού της αίτησης για απαγόρευση διακοπής της ηλεκτροδότησης και γενικώς παροχών κοινής ωφέλειας στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων ρύθμισης κατάστασης. Στο πλαίσιο διαρκούς έννομης σχέσης, δύναται να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η έννομη σχέση από την οποία απορρέουν διαρκείς παροχές, με τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, τουλάχιστον σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι "προσωρινές" παροχές έχουν περιορισμένη έκταση σε σύγκριση με εκείνες που θα κριθούν στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Περίπτωση παράνομης επέμβασης σε μετρητή ρεύματος/ρευματοκλοπής - έκδοση εξ αυτού του λόγου έκτακτου λογαριασμού σε βάρος της αιτούσας, η οποία και δεν τον πλήρωσε - Διακοπή της σύνδεσης του ρεύματος. Δεν πιθανολογηθηκε ως βάσιμος ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι το ακίνητο ήταν μισθωμένο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Κρίση ότι η ως άνω ρευματοκλοπή συνέβη πράγματι από υπαιτιότητα της αιτούσας και των συνιδιοκτητών του διαμερίσματος και δη από αμέλειά τους, οι οποίοι, αν και όφειλαν και μπορούσαν, δεν φρόντισαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας του μετρητή του διαμερίσματος τους από τις παρεμβάσεις τρίτων, εφόσον αυτός όπως η αιτούσα ομολογεί ήταν σε εξωτερικό σημείο της οικοδομής και είχε πρόσβαση σε αυτόν ο οποιοσδήποτε. Απορρίπτει την αίτηση.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 195/2017

Πρόεδρος: Μ. Σγουρού

[...] Η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο για τη λήψη πρόσφορων μέτρων (πρβλ. 692 παρ. 1 ΚΠολΔ), με τα οποία ορισμένη κατάσταση (682 ΚΠολΔ) που έχει διαμορφωθεί ή τείνει να διαμορφωθεί στις έννομες σχέσεις των διαδίκων, αντιμετωπίζεται προσωρινά, ωσότου κριθούν οριστικά οι έννομες σχέσεις τους, ως προς τις οποίες έχει προκύψει έριδα και εφόσον υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη (επείγουσα περίπτωση) να ενεργοποιηθούν ως τότε ή ανάλογα να αδρανοποιηθούν εν όλω ή εν μέρει, για να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών ως προς το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κύριας δίκης (βλ. Κράνη σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα εκδ. 2000 άρθ. 731). Στη βάση, δηλαδή, της ρυθμιστέας κατάστασης πρέπει να υπάρχει ορισμένο δικαίωμα που προσβλήθηκε ή κινδυνεύει να προσβληθεί, ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, γι' αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης απλές πραγματικές καταστάσεις (βλ. Κράνη, ό.π. άρ. 682 αρ. 8).
Υπό την έννοια αυτή η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης καλύπτεται από τα άρθρα 731 - 736 και έχει ευρύτερο περιεχόμενο από απλή εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος με μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα, αφού μπορεί να αφορά και κάθε άλλου είδους ρύθμιση, με την οποία εξυπηρετούνται οι ανεπίδεκτες αναβολής έννομες σχέσεις των διαδίκων και παράλληλα εμπεδώνεται η δικαιική ειρήνη. Στο πλαίσιο αυτό το άρθ. 731 προβλέπει ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο εκδηλώνεται η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου, την επιβολή υποχρέωσης για ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης. Αντίθετα, καταδίκη σε δήλωση βούλησης (ενέργεια νομικής πράξης) δεν είναι επιτρεπτή με ασφαλιστικά μέτρα, αφού προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση στην κύρια διαγνωστική δίκη (949 ΚΠολΔ), ενώ οδηγεί και σε πλήρη ικανοποίηση του αντίστοιχου δικαιώματος (βλ. Κράνη ό.π άρθ. 731 αρ. 3). Αϊτών μπορεί να είναι οποιοσδήποτε ισχυρίζεται διατάραξη στις έννομες σχέσεις του με τον αντίδικό του. Η προβλεπόμενη στο άρ. 731 ΚΠολΔ πράξη πρέπει να τελεί σε αντιστοιχία με τη διατάραξη και τα όρια της ουσιαστικής αξίωσής του. Στην ουσία η ρύθμιση του άρ. 731 ΚΠολΔ αποτελεί προσωρινή επιδίκαση της αντίστοιχης αξίωσης προς ενέργεια, παράλειψη, ή ανοχή πράξης. Το είδος της διατάραξης στις έννομες σχέσεις των διαδίκων είναι αδιάφορο και μπορεί να προέρχεται από όλο το φάσμα των ουσιαστικών εννόμων σχέσεών τους, σε οποιοδήποτε κλάδο του δικαίου και αν εντάσσονται, αρκεί να υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. Κράνη ό.π άρ. 683 αρ.1).
Αν η ασφαλιστέα αξίωση έχει ως αντικείμενο επαναλαμβανόμενες παροχές με μεγάλη χρονική διάρκεια, όταν δηλαδή η ασφαλιστέα αξίωση αφορά την απόλαυση αγαθών διαρκώς, στο πλαίσιο διαρκούς έννομης σχέσης, δύναται να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η έννομη σχέση από την οποία απορρέουν διαρκείς παροχές, με τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, τουλάχιστον σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι "προσωρινές" παροχές έχουν περιορισμένη έκταση σε σύγκριση με εκείνες που θα κριθούν στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Στην κατηγορία αυτή θα πρέπει να υπαχθούν και οι παροχές που η εκπλήρωσή τους γίνεται περιοδικώς, περιλαμβάνουν πολλές στιγμιαίες πράξεις, οι οποίες όμως παρουσιάζουν μια ενότητα και συνέχεια κατά την εκτέλεσή (λειτουργία) τους και επιπλέον τα μέρη δεν ενδιαφέρονται μόνο για το αποτέλεσμα αλλά και για την ομαλή εκπλήρωση κατά τις ενδιάμεσες φάσεις (βλ. Στέλιος Σταματόπουλος, "Αρχές (όρια και μέτρο) των ασφαλιστικών μέτρων στην πράξη" Δ 2003, 816 επ.).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αξίωσης διαρκούς παροχής είναι από παροχή κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κ.λπ.) (προμηθευτικές συμβάσεις) ή οι διαφορές που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας και την άκυρη καταγγελία αυτής, ώστε να παρίσταται αναγκαία η προσωρινή επαναπρόσληψη αυτού (βλ. Σταματόπουλο, ό.π., σελ. 825).
Κατά μια άποψη, στην περίπτωση των προμηθευτικών συμβάσεων, εφόσον το αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή απαγόρευση της διακοπής της κοινωφελούς παροχής (π.χ. ηλεκτροδότησης, υδροδότησης κ.λπ.), τότε ζητείται παραδεκτά η απαγόρευση διακοπής της στο πλαίσιο προσωρινών μέτρων ρύθμισης κατάστασης (βλ. σχετ. παρατηρήσεις Παν. Γιαννόπουλου σε ΕΠολΔ 2012, 491 υπό την ΜΠρΑγρ 441/2012 ΕΠολΔ 2012, 485, Κράνη σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα εκδ. 2000 άρθ. 731/732 αρ. 5 in fine, Στ. Σταματόπουλος, ό.π., σελ. 826, Βαθρακοκοίλης Ασφαλιστικά Μέτρα εκδ. 2012 άρ. 731 - 732 αριθ. 232, ΜΠρΧαλκ 203/1991 Δ 1992, 223 με σημείωμα Σταματόπουλου, ΜΠρΚοζ 56/2009, ΜΠρΑθ 3745/2005 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 9275/2005 Δ 2006,395), με επίκληση προεχόντως του διαρκούς χαρακτήρα της σύμβασης, του επιχειρήματος ότι σε ανάλογες περιπτώσεις δεν εγείρεται ζήτημα εξασφάλισης ή διατήρησης του ασφαλιστέου δικαιώματος, αλλά προσωρινής διατήρησης των συνθηκών εκείνων που υπήρχαν στη διαμορφωμένη κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η μεταβολή ή άλλη αλλοίωση της εριζόμενης έννομης σχέσης και την αποτροπή δημιουργίας ανεπανόρθωτης βλάβης καθ' όλο το χρονικό διάστημα, εωσότου κριθεί οριστικά το ασφαλιστέο δικαίωμα (ΜΠρΚοζ 56/2009 ΝΟΜΟΣ) και τέλος, ότι στις περιπτώσεις που ο πάροχος των κοινωφελών υπηρεσιών έχει δεσπόζουσα ή καθολική θέση στην αγορά, η απειλή διακοπής της παροχής των υπηρεσιών του λόγω μη ικανοποίησης των οικονομικών απαιτήσεών του, υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (ΜΠρΑγρ 441/2012 ΕΠολΔ 2012, 485, ΜΠρΑθ 3745/2005 ΝΟΜΟΣ).