Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

ΜονΠρωτΠειρ 780/20 : ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΠΛΟΙΟΥ - ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ - ΠΡΟΝΟΜΙΑ - ΤΕΛΗ - ΟΛΠ. Πλειστηριασμός πλοίου

ΜονΠρωτΠειρ 780/20 : ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΠΛΟΙΟΥ - ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ - ΠΡΟΝΟΜΙΑ - ΤΕΛΗ - ΟΛΠ. Πλειστηριασμός πλοίου - Προνομιούχοι επί του πλοίου κατά τον ΚΙΝΔ - Ανεπάρκεια πλειστηριάσματος. Στην πρώτη τάξη ναυτικών προνομίων κατατάσσονται -μεταξύ άλλων- τα τέλη και δικαιώματα που βαρύνουν το πλοίο. Απαιτήσεις ανακόπτουσας ΟΛΠ ΑΕ από οφειλόμενα τέλη που κατά τους ισχυρισμούς της θα έπρεπε να καταταγούν στην πρώτη τάξη - Κρίση ότι οι απαιτήσεις της ανακόπτουσας, που δεν αποτελεί πλέον ΝΠΙΔ «διφυούς χαρακτήρα», αλλά ιδιωτική κερδοσκοπική ΑΕ με αμιγή χαρακτήρα επιχειρηματικής εκμετάλλευσης, από την παροχή λιμενικών υπηρεσιών, όπως είναι και οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις, δεν απολαμβάνουν πλέον του προβλεπομένου στη διάταξη του άρθρου 205 περ. α’ ΚΙΝΔ προνομίου κατάταξης. Απορρίπτει την ανακοπή.


ΜΟΝΟΜΕΛEΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 780/2020

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Μπέλλου, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Σπυριδούλα Βαλλιανάτου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 29η Οκτωβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία …, που εδρεύει στον …… …… (… και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κίμωνα Γκιουλιστάνη (ΑΜΔΣΠ ...), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το υπ’ αριθ. … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: 1) Δ. Ο. Υ. (Δ.Ο.Υ.) Π. Π., που εδρεύει στον ….Αττικής (… και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τη δικαστική πληρεξούσια του Ν.Σ.Κ. ΠΦ (ΑΜΝΣΚ ...), 2) Α. Δ.  Γ., που έχει διορίσει ως αντίκλητο τον Γ. Τ., κάτοικο ….. (…), ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Εταιρίας  περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία … που εδρεύει στα …), που έχει διορίσει αντίκλητο τον ..., κάτοικο ….. …), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, και 4) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία …, που εδρεύει στο ……….. (… και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της ΈΑ– Κ (ΑΜΔΣΑ ...), η οποία κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το υπ’ αριθ. … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.
Η ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 23.07.2019 με Γ.Α.Κ. .../2019 και με Ε.Α.Κ. .../2019 ανακοπή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο και συζητήθηκε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ’ αριθ. … και … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, Ν. Ν., τις οποίες προσάγει με επίκληση η ανακόπτουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανακοπής, με έκθεση κατάθεσης δικογράφου, πράξη ορισμού συζήτησης, παραγγελία προς επίδοση και κλήση προς συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλειά της στους δεύτερο και τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 127 παρ. 1, 129, 591 παρ. 1 περ. α’, 972 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο δεύτερος και η τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει, επομένως, αυτοί να δικασθούν ερήμην (άρθρα 271 παρ. 1 και 2 εδ. α’, 585 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α’, 614 επ., 937 παρ. 3, 979 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ).
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. α’ ΚΠολΔ συνάγεται ότι ικανότητα διαδίκου έχει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα διαδίκου αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η συνδρομή της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, με βάση τη διάταξη του άρθρου 73 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 62 εδ. α’ ΚΠολΔ, ικανότητα διαδίκου δεν έχει οποιαδήποτε υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, διότι σε αυτήν δεν απονέμεται από κάποια διάταξη νόμου ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ανεξάρτητη από το Ελληνικό Δημόσιο (Βλ. ΑΠ 1083/2013, ΕΠατρ 88/2011, ΜονΕΘ 1607/2017, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ NOMOS). Περαιτέρω, από το άρθρο 126 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίδοση για το δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο. Επίσης, από το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Διατάγματος της 26ης.6/10ης.7.1944 «περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» συνάγεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες, καθώς και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή τους οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή οποιοδήποτε άλλο κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, σε περίπτωση παράλειψής της, ακυρότητα που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση δικογράφου προς το Δημόσιο, πρέπει να γίνει, με ποινή ακυρότητας (ή απαραδέκτου για τις δίκες του ΚΕΔΕ), επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για την εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται ακυρότητα (ή απαράδεκτο), που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Βλ. ΟλΑΠ 34/1988 ΝοΒ 1989.1200, ΑΠ 786/2014, ΑΠ 1570/2013, ΕΔωδ 172/2017, ΜονΕΠ 577/2015, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ NOMOS). Ήδη, όμως, με το Ν. 4389/2016 συστήθηκε Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία «Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων» («Α.Α.Δ.Ε.»), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της (άρθρο 1 παρ. 1). Με το άρθρο 36 παρ. 1 του παραπάνω νομοθετήματος ορίζεται ότι «1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν. Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή, αντί του Υπουργού των Οικονομικών…», ενώ από τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 43 προκύπτει ότι οι διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου του νομοθετήματος -μεταξύ των οποίωνκαι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 ισχύουν από την 01.01.2017. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο από την 01.01.2017, πρέπει αυτή να γίνεται με ποινή ακυρότητας στο Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. και στο αρμόδιο όργανο, ενώ καταργήθηκε η υποχρέωση κοινοποίησης στον Υπουργό Οικονομικών. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου ή της παράστασής του ενώπιον του Δικαστηρίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (Βλ. ΠΠΗ 31/2019 ΤΝΠ NOMOS, πρβλ. ΟλΑΠ 34/1988, ΑΠ 1274/2014, ΑΠ 126/2012, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ NOMOS). ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 1012 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015), συνάγεται ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού κατασχεμένου πλοίου η σειρά των δανειστών στον πίνακα κατάταξης γίνεται κατά πρώτο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΙΝΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 205 ΚΙΝΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 214 Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α’ 86), «Είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξιν μόνον αι ακόλουθαι απαιτήσεις: α) οι συναφείς προς την ναυσιπλοΐαν φόροι, τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινόν συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίον τέλη και δικαιώματα ως και τα εκ της ναυτολογήσεως των ναυτικών δικαιώματα του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου και τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν ή επιβάλλονται από το Γραφείο Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας υπέρ του Κεφαλαίου Ανεργίας και Ασθενείας Ναυτικών (Κ.Α.Α.Ν.), β) αι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσαι απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος ως και από του κατάπλου του πλοίου εις τον τελευταίον λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως, γ) τα έξοδα και αι αμοιβαί λόγω επιθαλασσίου αρωγής διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως, δ) αι λόγω συγκρούσεως ή προσκρούσεως πλοίων οφειλόμενοι αποζημιώσεις εις τα πλοία, τους επιβάτας και τα φορτία. Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης». Με τις παραπάνω διατάξεις καθιερώνεται ειδική σειρά κατάταξης σε περίπτωση πλειστηριασμού πλοίου και προσδιορίζεται κατ’ αποκλειστικότητα και προτεραιότητα η κατάταξη των ναυτικών προνομίων, τα οποία εκτοπίζουν κάθε άλλο προνόμιο του κοινού δικονομικού δικαίου. Τα γενικά και ειδικά προνόμια των διατάξεων του ΚΠολΔ δεν στερούνται σημασίας στην κατάταξη επί πλειστηριασμού πλοίου, αλλά ακολουθούν μετά την κατάταξη των ναυτικών προνομίων και της ναυτικής υποθήκης επί του απομένοντος υπολοίπου, κατά την έκταση που οι απαιτήσεις αυτές δεν καλύπτονται από το άρθρο 205 ΚΙΝΔ (Βλ. ΜονΕΠ 577/2015 ΤΝΠ NOMOS). Στην προκειμένη περίπτωση με την ανακοπή εκτίθεται ότι με επίσπευση της τέταρτης των καθ’ ων στον αναφερόμενο με το δικόγραφο χρόνο πλειστηριάσθηκε αναγκαστικά το υπό ελληνική σημαία Ε/Γ – Ο/Γ – Τ/Χ πλοίο … πλοιοκτησίας της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία …». Ότι λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος, ποσού 1.500.000 ευρώ, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, με τον οποίο, κατόπιν αφαίρεσης των εξόδων εκτέλεσης, στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος δεν κατέταξε την ανακόπτουσα, ενώ κατέταξε τους καθ’ ων η ανακοπή ως εξής: Α) Την πρώτη καθ’ ης προνομιακά και οριστικά στην πρώτη τάξη ναυτικών προνομίων του άρθρου 205 περ. α’ ΚΙΝΔ, για το ποσό των 2.258,54 ευρώ, Β) Τον δεύτερο καθ’ ου τυχαία και προνομιακά στη δεύτερη τάξη ναυτικών προνομίων του άρθρου 205 περ. α’ ΚΙΝΔ για το ποσό των 11.600 ευρώ, Γ) Την τρίτη καθ’ ης τυχαία και προνομιακά στη δεύτερη τάξη ναυτικών προνομίων του άρθρου 205 περ. β’ ΚΙΝΔ για το ποσό των 70.900,25 ευρώ, και Δ) Την τέταρτη καθ’ ης οριστικά για το ποσό του 1.411.636,77 ευρώ, το οποίο αποτελεί μέρος των ασφαλισμένων με προτιμώμενη ναυτική υποθήκη απαιτήσεών της. Ότι οι απαιτήσεις, συνολικού ποσού 88.252,42 ευρώ, για τις οποίες αναγγέλθηκε εμπρόθεσμα η ανακόπτουσα με την από 04.09.2018 αναγγελία της, το περιεχόμενο της οποίας ενσωματώνεται στο δικόγραφο της ανακοπής, αφορούν σε δικαιώματα παραβολής του πλειστηριασθέντος πλοίου σε ιδιωτικά ναυπηγεία κατά το χρονικό διάστημα από 01.12.2013 έως 17.08.2018, και τυγχάνουν προνομιακές, με βάση το άρθρο 205 περ. α’ ΚΙΝΔ, διότι αποτελούν τέλη και δικαιώματα που βαρύνουν το πλειστηριασθέν πλοίο. Με βάση το ιστορικό αυτό, με το συνοπτικά προεκτεθέν περιεχόμενο, για τον αναφερόμενο στο δικόγραφο της ανακοπής λόγο, ζητείται η μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, ώστε να καταταγεί σε αυτόν προνομιακά η ανακόπτουσα για το ποσό των 88.252,42 ευρώ, με αντίστοιχη αποβολή των αντιδίκων της. Με αυτό το περιεχόμενο και κύριο αίτημα, η ανακοπή αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών στο Δικαστήριο τούτο, το οποίο είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο και λειτουργικά αρμόδιο (άρθρα 979 παρ. 2 εδ. α’, 933 παρ. 1 εδ. α’ και 3, 937 παρ. 3, 614 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ. 1 περ. α’ και 3 Α Ν. 2172/1993). Περαιτέρω, η πρόσκληση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού προς γνώση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης επιδόθηκε στην ανακόπτουσα την 10.07.2019 (Βλ. την με ίδια ημερομηνία επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Σ. Γ. επί της υπ’ αριθ. … πρόσκλησης δανειστών), η δε ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 24.07.2019 (Βλ. τη συνημμένη στο δικόγραφο έκθεση κατάθεσης δικογράφου), και επιδόθηκε στους καθ’ ων η ανακοπή την 25.07.2019 (Βλ. τις υπ’ αριθ. … …, … και … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, Ν. Ν.). Κατά το σκέλος που η ανακοπή στρέφεται σε βάρος της πρώτης καθ’ ης η ανακοπή, Δ. Ο. Υ. (Δ.Ο.Υ.) Π. Π., η οποία αποτελεί δημόσια υπηρεσία χωρίς νομική αυτοτέλεια και ως εκ τούτου δεν έχει ικανότητα διαδίκου, κατά την έννοια του άρθρου 62 εδ. α’ ΚΠολΔ, ο Προϊστάμενος της ως άνω υπηρεσίας εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και είναι διάδικος με την ιδιότητα του καθ’ ου στην παρούσα δίκη, κατ’ επιτρεπτή εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής (Βλ. ΑΠ 1083/2013, ό.π.). Όμως, κατά το σκέλος που στρέφεται σε βάρος του παραπάνω διαδίκου η ανακοπή είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι εντός της προβλεπόμενης με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας για την άσκησή της η ανακόπτουσα επέδωσε αντίγραφο της ανακοπής μόνο στη Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιά (Βλ. την προαναφερόμενη υπ’ αριθ. … έκθεση επίδοσης), χωρίς να προκύπτει, ούτε άλλωστε η ίδια επικαλείται, ότι επέδωσε το δικόγραφο της ανακοπής και στο Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., όπως όφειλε, με αποτέλεσμα η επίδοση της ανακοπής να μην έχει ολοκληρωθεί και να μην παράγει έννομες συνέπειες, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην πρώτη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Κατά τα λοιπά, αναφορικά δηλαδή με τους λοιπούς καθ’ ων, η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1 και 3, 979 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ. Επίσης, αντίγραφο της ανακοπής επιδόθηκε την 03.12.2018 και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (Βλ. την υπ’ αριθ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, Ν. Ν.). Ωστόσο, αναφορικά με τους δεύτερο και τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή, Α. Δ. και εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία … αντίστοιχα, η ανακοπή τυγχάνει απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου (άρθρα 68, 73 ΚΠολΔ), και, επομένως, είναι για τον λόγο αυτόν απορριπτέα ως προς τους παραπάνω διαδίκους. Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη αφενός το ποσό του πλειστηριάσματος (1.500.000 ευρώ), αφετέρου το ύψος των απαιτήσεων της ανακόπτουσας (88.252,42 ευρώ), καθώς και το ύψος των απαιτήσεων των ως άνω διαδίκων (11.600 ευρώ και 70.900,25 ευρώ, αντίστοιχα), οι οποίοι κατατάχθηκαν προνομιακά στη δεύτερη τάξη προνομίων του άρθρου 205 ΚΙΝΔ, σε συνδυασμό με το ότι με την ανακοπή δεν αμφισβητούνται οι καταταχθείσες απαιτήσεις του δεύτερου και της τρίτης των καθ’ ων, ούτε ο προνομιακός τους χαρακτήρας, ακόμη και εάν γινόταν δεκτός ο μοναδικός λόγος της ανακοπής, ο οποίος αφορά την ύπαρξη προνομίου της ανακόπτουσας στην πρώτη τάξη του άρθρου 205 ΚΙΝΔ, η μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα δεν θα έβλαπτε τους δεύτερο και τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή, αλλά θα έβλαπτε μόνο την τέταρτη καθ’ ης η ανακοπή – ενυπόθηκη δανείστρια, η οποία κατατάχθηκε για το ποσό του 1.411.636,77 ευρώ, στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων που εξοπλίζονται με ναυτικό προνόμιο. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, πρέπει η ανακοπή, στην οποία ενσωματώνονται η από 04.09.2018 αναγγελία της ανακόπτουσας, καθώς και τα εκδοθέντα για τις απαιτήσεις της τιμολόγια, επομένως, περιέχει ακριβή περιγραφή των απαιτήσεων, των οποίων ζητείται η κατάταξη, απορριπτομένων των ενάντια υποστηριζόμενων από την τέταρτη καθ’ ης η ανακοπή, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, καθώς και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του προβαλλόμενου λόγου της, κατά το σκέλος που στρέφεται σε βάρος της τέταρτης καθ’ ης η ανακοπή.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Άρειος Πάγος 368/2019 Δάνεια - Τραπεζικές χρεώσεις - Πληροφόρηση του καταναλωτή για το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο - Είσπραξη προμηθειών στις χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων


Αριθμός 368/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Τ. του Α., 2) Π. Τ. του Α. και 3) Δ. Μ. του Θ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ........, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία", που εδρεύει στην …, διατηρεί νομίμως υποκατάστημα στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης διαχειρίστριας εταιρίας της ειδικής διαδόχου της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ......, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2015 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2092/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1115/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-10-2017 αίτησή τους. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 9-7-2018 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευτεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του. Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην … ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-8-2018 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στους αναιρεσείοντες και την αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθμ. ...6Β', ...8Β', ...3Β'και ...9Β'/28-8-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Δ. Π.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 225/12-4-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ B'/1391/24-4-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 30-6-2017 συμβάσεως πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων και της με ίδια ημερομηνία διορθωτικής πράξης αυτής, αντίγραφα των οποίων έχουν νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο … υπ' αριθ. Πρωτοκόλλου …4/2017 και ….9/2017, αντιστοίχως, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "... S.A", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού [που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί συμφώνως προς τους Νόμους του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και τον Λουξεμβουργιανό Νόμο της 22ας Μαρτίου 2004 περί τιτλοποιήσεων (Λουξεμβουργιανός Νόμος περί τιτλοποιήσεων) και έχει καταχωρισθεί στο Λουξεμβουργιανό Εμπορικό και Εταιρικό Μητρώο υπ' αριθμό Β214339], η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 30-7-2017 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο … υπ' αριθ. Πρωτοκόλλου ….15/2017. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ' αριθμ. …..5/2-2-2006 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία αυτή κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", που έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3619/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και της οποίας την τήρηση των όρων εγγυήθηκαν οι αναιρεσείοντες - καθών η πρόσθετη παρέμβαση, κατά των οποίων, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …946/2015 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή των αναιρεσειόντων. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ). Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. …..2Δ/27-2-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Κ., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού της παρούσας δικασίμου (22-10-2018) και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη εταιρεία (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, αναιρεσίβλητη - υπερής η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως, ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την έποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1071/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, και ειδικότερα να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1094/2006), η απαίτηση δε είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους της ανακοπής προβάλλεται αοριστία της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, και, συνακόλουθα, ακυρότητα της ένδικης διαταγής πληρωμής, λόγω μη αναφοράς στην αίτηση αυτή του επιτοκίου υπολογισμού των τόκων που ήταν κυμαινόμενο. Το Εφετείο απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ως μη νόμιμους, με την αιτιολογία ότι "για το, κατ άρθρο 626 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραδεκτό της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής επί οφειλής που προέκυψε από λογαριασμό που τηρήθηκε στα πλαίσια σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος έκλεισε, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση, αναγκαίο περιεχόμενο αυτής της αίτησης συνιστά η αναφορά της απαίτησης και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, και δεν απαιτείται να αναφέρεται και το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε από την τράπεζα για τον υπολογισμό των τόκων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεν ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της σχετικής αίτησης (τα αναγκαία στοιχεία της οποίας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, δεν ταυτίζονται με αυτά της αντίστοιχης αγωγής) όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως κατά την αληθή νοηματική του έννοια με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν οι αναιρεσείοντες, και, επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

4000/1/111-δ/2019 Έξοδος και επανείσοδος αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών κατόχων αδειών διαμονής, η ισχύς των οποίων έχει λήξει και αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών που έχουν αιτηθεί τη λήψη αρχικής άδειας διαμονής

Αριθμ. 4000/1/111-δ/2019

(ΦΕΚ Β' 4740/20-12-2019)

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις της παρ. ιζ’του άρθρου 1, των άρθρων 8, 9 και 25 του ν. 4251/2014 «Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις.» (Α΄ 80).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄98).

3. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του τακτικού προϋπολογισμού, όπως προκύπτει από την υπ’αριθμ. 8000/1/2019/104-β΄από 9-12-2019 Εισήγηση του άρθρου 24 του ν. 4270/2014, του Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

1. Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2020 έως και 31-12-2020, επιτρέπεται, μία ή περισσότερες φορές, η έξοδος και επανείσοδος, αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών, νόμιμα διαμενόντων στην Ελλάδα, οι οποίοι υπάγονται στις ρυθμίσεις της παρ. 7 του άρθρου 8, και της παρ. 4 του άρθρου 9, του ν. 4251/2014, με σκοπό να επισκεφθούν τη χώρα καταγωγής τους, εφόσον αφενός, έχουν αναχωρήσει από τη χώρα μας εντός του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος και αφετέρου, φέρουν ισχύον διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, αναγνωρισμένο από την χώρα μας συνοδευόμενο από: α) ισχύουσα βεβαίωση κατάθεσης όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών για αρχική χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής, βάσει των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 8 και της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 4251/2014 ή β) ισχύουσα ειδική βεβαίωση βάσει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 4251/2014.
 
2. Ομοίως, επιτρέπεται η επανείσοδος των ανωτέρω κατηγοριών αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών, εφόσον έχουν αναχωρήσει από τη χώρα μας κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2019 έως και 31-12-2019, κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας της παραγράφου 1 και δεν έχει εκδοθεί εν τω μεταξύ απορριπτική ή ανακλητική απόφαση επί των αιτήσεων χορήγησης ή ανανέωσης άδειας και ισχύουσας ειδικής βεβαίωσης αντίστοιχα.

3. Από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας εξαιρούνται οι κάτοχοι ειδικής βεβαίωσης νόμιμης διαμονής η οποία τους χορηγήθηκε σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 25 του ν. 4251/2014

Άρθρο 2

Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως .

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 17 Δεκεμβρίου 2019

Ο Υπουργός

ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

ΠΠρΗρακλείου 10/19 : ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ. ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ - ΑΝΑΚΟΠΗ. Kαταγγελία σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό. Ανακοπή διαταγής πληρωμής.

ΠΠρΗρακλείου 10/19 : ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ. ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ - ΑΝΑΚΟΠΗ. Kαταγγελία σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό. Ανακοπή διαταγής πληρωμής. Κατ' αρχάς η από πλευράς τραπεζικού ιδρύματος παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης, αναφορικά με προηγούμενη γνωστοποίηση προς την πιστούχο και τον εγγυητή του χαρακτηρισμού τους ως μη συνεργάσιμων δανειοληπτών, δεν συνιστά άνευ ετέρου άκυρη, ως αντίθετη κατά το άρθρο 174 ΑΚ, την καταγγελία της σύμβασης. Σκοπός της προβλεπόμενης στον Κώδικα Δεοντολογίας διαδικασίας διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων είναι η εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ιδρύματος και η διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης.  Στην προκείμενη περίπτωση, η καθ’ ης η ανακοπή δεν υποχρεούνταν να τηρήσει την εν λόγω διαδικασία, διότι είχε προηγηθεί η επιβολή σε βάρος της οφειλέτριας αναγκαστική κατάσχεση, με επισπεύδον το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταρτιστεί η συμφωνία εξυγίανσης και η σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, στις οποίες συμβλήθηκε και ο ανακόπτων, βάσει των οποίων καθορίστηκε αναδιάρθρωση της συνολικής οφειλής, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ουσιαστική εκδήλωση, από πλευράς της πιστούχου και του τελευταίου, πρόθεσης να τηρηθεί η εν λόγω διευθέτηση, κρίνει ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης δεν έλαβε χώρα καταχρηστικά.  Επιπρόσθετα, δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε από πλευράς της πιστούχου και των εγγυητών τυχόν εκδήλωση πρόθεσης τους προς νέα ρύθμιση της οφειλής τους. Τέλος, νομίμως η καθ’ ης η ανακοπή προέβαινε σε μετακύλιση σε βάρος της πιστούχου της εισφοράς του Ν. 128/1975, ενσωματώνοντας αυτή στο επιτόκιο της ένδικης πίστωσης. Απορρίπτει

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 10/2019

Πρόεδρος: Ανδ. Αθανασιάδη (Πρόεδρος Πρωτοδικών)
Εισηγήτρια: Αν. Βοϊτσίδου (Πρωτοδίκης)


[…Με τους έβδομο, όγδοο και δέκατο έκτο λόγους της κρινόμενης ανακοπής, οι οποίοι πρέπει να εκληφθούν ως ένας ενιαίος, λόγω του περιεχομένου τους, ο ανακόπτων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής θα πρέπει να ακυρωθεί διότι η καθ’ ης καταχρηστικά ενήργησε αιτούμενη την έκδοση αυτής, καθ’ όσον κατά τον τελευταίο χρόνο (αυτή) βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία «… Α.Ε.», προκειμένου να υπάρξει οικειοθελής παράδοση ακινήτων της δεύτερης έναντι ολικής διαγραφής του ένδικου χρέους, καθώς και καταγγέλλοντας τη σύμβαση παροχής πίστωσης άκαιρα, χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του, ως εγγυητή, για την υπερημερία της πιστούχου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθμ. […]/31.10.2002 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Ότι επιπροσθέτως η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης από πλευράς της καθ’ ης έλαβε χώρα καταχρηστικά για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε προηγουμένως ο Κώδικας Δεοντολογίας (Ν. 4224/2013), αναφορικά με προηγούμενη γνωστοποίηση προς την πιστούχο και τον εγγυητή του χαρακτηρισμού τους ως μη συνεργάσιμων δανειοληπτών και την κοινοποίηση προς αυτούς γραπτής ενημερωτικής επιστολής με αντικείμενο την καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση των δανειακών συμβάσεων. Με αυτό το περιεχόμενο ο εξεταζόμενος ενιαίος λόγος ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις του άρ. 281 ΑΚ, και των διατάξεων των ΠΔ/ΤΕ .../31.10.2012 και Ν. 4224/2013, με τη σημείωση ότι η από πλευράς τραπεζικού ιδρύματος παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης, που προβλέπεται στην υπό στοιχείο Γ παρ. 4 περ. α΄ της ΠΔ/ΤΕ ..../2002, καθώς και η μη τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 4224/2013, δεν συνιστά άνευ ετέρου άκυρη, ως αντίθετη κατά το άρθρο 174 ΑΚ σε απαγορευτική διάταξη νόμου, την εκ μέρους του τελευταίου καταγγελία συναφθείσας σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό (βλ. ΜΕφΘεσ 2277/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αλλά γεννά κατ’ αρχάς εποπτικής μόνο φύσεως συνέπειες και περαιτέρω δύναται, σε συνδυασμό προς άλλες περιστάσεις, να οδηγήσει στην αξιολόγηση της καταγγελίας της σύμβασης από την πλευρά του ως καταχρηστικής. Θα πρέπει, ωστόσο, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος διότι κατά πρώτον από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα και τα όσα οι διάδικοι ρητά ή σιωπηρά συνομολογούν (οι τελευταίοι δεν πρότειναν την εξέταση μαρτύρων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως) δεν αποδεικνύεται ο θεμελιωτικός αυτού ισχυρισμός αναφορικά με το ότι κατά τον χρόνο της από 29.6.2016 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό η καθ’ ης η ανακοπή βρισκόταν με την πιστούχο εταιρεία, με επωνυμία «… Α.Ε.», σε στάδιο διαπραγματεύσεων, και δη προκειμένου να λάβει χώρα ολική διαγραφή της ένδικης απαίτησης βάσει παραχώρησης ακίνητων περιουσιακών στοιχείων της δεύτερης, λόγω των οποίων είχε τυχόν δημιουργηθεί σε αυτήν και στον ανακόπτοντα εγγυητή η εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, καθώς ουδέν σχετικό εισφέρθηκε αποδεικτικά από τον τελευταίο. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται αληθής ο ισχυρισμός περί της αδυναμίας είσπραξης της ένδικης οφειλής βάσει της εκδόσεως του προσβαλλόμενου εκτελεστού τίτλου, και κατ’ επέκταση η μη ύπαρξη δικαιολογημένου συμφέροντος της καθ’ ης να προχωρήσει αρχικά στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης και ακολούθως να αιτηθεί την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, καθ’ όσον δεν αρκεί, για να κριθεί ότι ασκήθηκε καταχρηστικά το δικαίωμα της καταγγελίας, μόνη η πρόκληση βλάβης, έστω και μεγάλης, στον οφειλέτη, παρά μόνον αν τούτο δύναται να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως η έλλειψη δικαιολογημένου συμφέροντος του δανειστή. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι μεταξύ της καθ’ ης η ανακοπή, της ως άνω πιστούχου ανώνυμης εταιρείας και του ανακόπτοντος, ως εγγυητή, είχε, κατά τα προεκτεθέντα, καταρτιστεί η από 10.10.2013 συμφωνία εξυγίανσης, με αντικείμενο τη ρύθμιση της ένδικης συνολικής οφειλής, και την παροχή περιόδου χάριτος προκειμένου, όπως ρητά εκτίθεται στο τρίτο άρθρο αυτής, να εξευρεθεί λύση που να διασφαλίζει την εξυγίανση της λειτουργίας της πιστούχου και την προοπτική μελλοντικής κερδοφόρου συνεργασίας των προμηθευτών με αυτήν μετά την εξυγίανσή της, καθώς και στη συνέχεια, μετά την επικύρωση της δυνάμει της υπ’ αριθ. 16/3521/101/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η από 9.1.2015 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, με την οποία ειδικώς ο ανακόπτων αναγνώρισε ως ορθό το κατά την 30.6.2013 υπάρχον εκ της υπ’ αριθ. .../11.9.2000 σύμβασης πιστώσεως και των πρόσθετων αυτής πράξεων κατάλοιπο ύψους 568.559,91 ευρώ πλέον τόκων, ήτοι το ποσό στο οποίο αφορά η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ως προς αυτόν. Εντούτοις, έναντι της συνολικής οφειλής της πιστούχου, ύψους 6.949.135,82 ευρώ (καθώς προέρχεται από δύο συμβάσεις παροχής πίστωσης), καταβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τις 21.3.2014 (ημερομηνία επικύρωσης της παραπάνω συμφωνίας εξυγίανσης) έως τις 29.6.2016 (ημερομηνία κλεισίματος του τηρούμενου λογαριασμού) μόνον το ποσό των 8.066,08 ευρώ. Περαιτέρω, επί του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί της μη προηγούμενης καταγγελίας και του κλεισίματος του τηρούμενου προς εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμού ενημέρωσης του ανακόπτοντος, υπό την εκτεθείσα ιδιότητά του, για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής, δέον όπως αναφερθεί κατά πρώτον ότι η καθ’ ης η ανακοπή είχε αποστείλει στην πιστούχο εταιρεία την από 20.5.2016 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της (βλ. την υπ’ αριθ. ..../26.5.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Ανατολικής Κρήτης Χ.Κ.), με την οποία την καλούσε όπως εντός προθεσμίας ενός μηνός προέβαινε στην καταβολή του οφειλόμενου, λόγω καθυστέρησης καταβολής ληξιπρόθεσμων τόκων και εξόδων για το χρονικό διάστημα από τις 22.6.2015 έως την επίδοση αυτής, ποσού των 184.630,76 ευρώ, διότι διαφορετικά θα θεωρούσε την από 10.10.2013 συμφωνία εξυγίανσης ως ανατραπείσα. Επιπλέον, ο ανακόπτων υποστηρίζει ότι η επίδοση της παραπάνω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης σε αυτόν πάσχει ακυρότητας διότι ο παραλαβών αυτήν δεν είχε την εκτιθέμενη στην υπ’ αριθ. .../26.5.2016 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή ιδιότητα του συνεργάτη του, εντούτοις δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη της επικαλούμενης δικονομικής του βλάβης, καθώς δεν εισφέρθηκε αποδεικτικώς κάτι σχετικό, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατ’ άρθρον 159 παρ. 3 ΚΠολΔ η ακυρότητα της επίδοσης του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, που πρέπει ο προβάλλων την ακυρότητα να επικαλεστεί και να αποδείξει (βλ. ΑΠ 808/2004, Δ/νη 2006, 1391, ΕφΚρ 134/2003, ΤΝΠ ΔΣΑ). Σε κάθε, εξάλλου, περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι, ακόμα και αν υποτεθεί αληθής η επικαλούμενη δικονομική βλάβη του ανακόπτοντος και η μη λήψη γνώσης της ως άνω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης, ο τελευταίος θα προέβαινε, εντός μηνός από αυτήν, σε εξόφληση της τρέχουσας κατά τον χρόνο εκείνο ληξιπρόθεσμης οφειλής, συνολικού ύψους αυτής 184.630,76 ευρώ, προκειμένου να αποτρέψει την ανατροπή της από 10.10.2013 καταρτισθείσας συμφωνίας εξυγίανσης και κατ’ επέκταση την κήρυξη της όλης οφειλής ως απαιτητής και ληξιπρόθεσμης (βλ. ΠΠΘ 3909/2012, ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, σκοπός της προβλεπόμενης στον Κώδικα Δεοντολογίας (άρθ. 1 παρ. 2 Ν. 4224/2013) διαδικασίας διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων είναι η εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος και η διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης, μετά από αξιολόγηση των οικονομικών καταστάσεων του πρώτου και της τρέχουσας ικανότητας του για αποπληρωμή των οφειλών. Στην προκείμενη περίπτωση, η καθ’ ης η ανακοπή δεν υποχρεούνταν κατά πρώτον να τηρήσει την εν λόγω διαδικασία, προ της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης παροχής πίστωσης, ως προς την πιστούχο εταιρεία, διότι στις 28.12.2015 επιβλήθηκε σε βάρος της αναγκαστική κατάσχεση για ποσό 588.326,10 ευρώ, με επισπεύδον το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου «ΙΚΑ-ΕΤΑΜ» (Οργανική Μονάδα Ηρακλείου) και, συνεπώς, υπαγόταν στην - εισάγουσα εξαίρεση - περίπτωση του Κεφαλαίου Πρώτου Α.2 περ. γ΄ της ΠΔ 195/2016. Επιπλέον, αποδεικνύεται, καθώς τούτο δεν αμφισβητείται ειδικώς από την καθ’ ης η ανακοπή, ότι η εν λόγω διαδικασία δεν τηρήθηκε και ως προς τον ανακόπτοντα εγγυητή. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταρτιστεί οι από 10.10.2013 συμφωνία εξυγίανσης, επικυρωθείσα στη συνέχεια δικαστικώς, και από 9.1.2015 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, στις οποίες συμβλήθηκε και ο ανακόπτων, βάσει των οποίων καθορίστηκε αναδιάρθρωση της συνολικής οφειλής και ορίστηκαν συγκεκριμένα οι υποχρεώσεις των μερών, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ουσιαστική εκδήλωση, από πλευράς της πιστούχου και του τελευταίου, πρόθεσης να τηρηθεί η εν λόγω διευθέτηση της πολυετούς και υψηλής εις ολόκληρον οφειλής τους, δεδομένης της καταβολής ενός ελάχιστου, σε σχέση με αυτήν, ποσού, ήτοι αυτό των 8.066,08 ευρώ για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, έως το κλείσιμο του λογαριασμού, προκύπτει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης δεν έλαβε χώρα καταχρηστικά. 

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

ΜονΔΕφΠατρών 602/2018 Ανάκτηση οικονομικής ενίσχυσης - Βιολογική Κτηνοτροφία - Κτηνοτροφική μονάδα - Πιστοποίηση - Τεκμήριο αθωότητας - Αρχή ne bis in idem -

Ανάκτηση ποσού ως αχρεωστήτως καταβληθέντος που αντιστοιχούσε σε οικονομικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν κατά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε κτηνοτροφική μονάδα. Δήλωση ψευδών στοιχείων από τον δικαιούχο. Μη γνήσιες βεβαιώσεις. Αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής του τεκμηρίου της αθωότητας και της αρχής ne bis in idem διότι η αθωωτική αμετάκλητη απόφαση που αφορά στη διάπραξη των κολάσιμων πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και της απάτης δεν σχετίζεται με το κρίσιμο για τη διοικητική δίκη γεγονός της είσπραξης εκ μέρους του εκκαλούντος οικονομικών ενισχύσεων χωρίς τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων.


Αριθμός απόφασης Α602/2018
 ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ Γ' ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του (αίθουσα Κακουργιοδικείου του Δικαστικού Μεγάρου Πατρών) στις 19 Ιανουαρίου 2018, με δικαστή την Φερενίκη Φλωράτου, Εφέτη Δ.Δ. και γραμματέα την Αναστασία Θανοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την έφεση με αριθμό και χρονολογία κατάθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών ΕΦ17/2.2.2017 και αριθ. Β.Ε.Μ. του παρόντος Δικαστηρίου ΕΦ134/18.4.2017,
του ..., κατοίκου Καραβόμυλου Κεφαλληνίας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου (Αργοστολίου) ΓΘ,
κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Περιφέρεια Ιονίων Νήσων» που εδρεύει στην Κέρκυρα, εκπροσωπείται από τον οικείο Περιφερειάρχη του και δεν παραστάθηκε, και της Α1061/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (Τμήμα 2° - Μεταβατική Έδρα Αργοστολίου).
Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο μελέτησε τη δικογραφία και τις διατάξεις του νόμου,
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 2546583 και 2546581 ειδικά έντυπα), επιδιώκεται παραδεκτώς η εξαφάνιση άλλως η μεταρρύθμιση της Α1061/2016 οριστικής απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών (Τμήμα 2ο Μονομελές - Μεταβατική Έδρα Αργοστολίου), με την οποία απορρίφθηκε η από 27.4.2012 προσφυγή του ήδη εκκαλούντος κατά της με αρ. πρωτ. 10618/2905/29.2.2012 απόφασης του Περιφερειάρχη Ιονίων Νήσων. Με την τελευταία αυτή απόφαση αποφασίσθηκε η ανάκτηση συνολικού ποσού 24.242,78 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος στον εκκαλούντα για οικονομικές ενισχύσεις κατά τα έτη 2006 έως και 2009 στα πλαίσια του καθεστώτος Βιολογικής Κτηνοτροφίας.
2. Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε νόμιμα παρά την απουσία του εφεσίβλητου ν.π.δ.δ., το οποίο κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί (βλ. την από 6.7.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Δ.Δ. ...).
3. Επειδή, με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1999 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών, θεσπίστηκε το πλαίσιο της κοινοτικής στήριξης για μια αειφόρο αγροτική ανάπτυξη, μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2000 και 1ης Ιανουαρίου 2007. Σύμφωνα με το προοίμιο του Κανονισμού αυτού (εδ. 41), το Συμβούλιο, μεταξύ άλλων, έλαβε υπόψη ότι τα ειδικά μέτρα στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης μπορούν να αφορούν την παραγωγή, την μεταποίηση και την εμπορία γεωργικών προϊόντων βιολογικής παραγωγής. Τα επιλέξιμα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης με βάση αυτόν τον κανονισμό, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μέτρα εκσυγχρονισμού και διαφοροποίησης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, με ενισχύσεις που πρέπει να αποσκοπούν στη μείωση του κόστους παραγωγής, στη βελτίωση ή στη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων παραγωγής, καθώς και στην προώθηση της ποιότητας των προϊόντων, στη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος, στη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής ή διαβίωσης των ζώων. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αποτελεσματική παρακολούθηση και την εφαρμογή του προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης με φυσικούς και χρηματοδοτικούς δείκτες που θεσπίζουν από κοινού με την Επιτροπή και ενδεχομένως με τη δημιουργία επιτροπών παρακολούθησης. Περαιτέρω, με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1991, περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής, περιγράφηκε το νομικό πλαίσιο που ισχύει για τα γεωργικά προϊόντα και τα είδη διατροφής που παράγονται με βιολογικές μεθόδους. Ο κανονισμός εφαρμόζεται στα ακόλουθα προϊόντα: - μη μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα, φυτικά ή ζωικά - ζώα εκτροφής - μεταποιημένα γεωργικά φυτικά και ζωικά προϊόντα που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση και έχουν παρασκευαστεί κυρίως από ένα ή περισσότερα συστατικά φυτικής ή/και ζωικής προέλευσης -ζωοτροφές, σύνθετες ζωοτροφές και πρώτες ύλες ζωοτροφών που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του κανονισμού αριθ. 223/2003/ΕΚ και ορίζει τους κανόνες βιολογικής παραγωγής, τις ουσίες που μπορούν να χρησιμοποιούνται ως παρασιτοκτόνα, λιπάσματα και εδαφοβελτιωτικά, ζωοτροφές και προϊόντα καθαρισμού. Για να εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων παραγωγής, θεσπίζει καθεστώς τακτικού ελέγχου, σύμφωνα με το οποίο οι επιχειρήσεις που παράγουν, παρασκευάζουν, αποθηκεύουν ή εισάγουν από τρίτη χώρα βιολογικά προϊόντα, οφείλουν να κοινοποιούν τις δραστηριότητες τους στις αρχές, δημόσιες ή εξουσιοδοτημένες ιδιωτικές, οι οποίες έχουν ορισθεί προς τούτο από τα κράτη μέλη. Οι εν λόγω ελεγκτικές αρχές οφείλουν να εξασφαλίζουν τουλάχιστον την εφαρμογή των ελάχιστων μέτρων ελέγχου και προφύλαξης που καθορίζονται στο παράρτημα III του κανονισμού.
4. Επειδή, περαιτέρω, με την ΚΥΑ 586/130492/11.8.2004 «Εφαρμογή του μέτρου 3.2 "Βιολογική Κτηνοτροφία" του Άξονα 3 "Γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα" του Εγγράφου   Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΠΑΑ) 2000 - 2006 - Κανονισμός (Ε.Κ.) 1257/1999 του Συμβουλίου» (ΦΕΚ Β' 1298), όπως αυτή ίσχυε πριν από την κατάργηση της με το άρθρο 13 της ΥΑ 278486 (ΦΕΚ Β 367/05.03.2008), ορίσθηκε ότι: «Στόχος του προγράμματος είναι η αειφορική διαχείριση των βοσκοτόπων, η προστασία του περιβάλλοντος, ο σεβασμός της ευημερίας των ζώων και η παραγωγή βιολογικών προϊόντων ζωικής προέλευσης» (άρθρο 1), «Το πρόγραμμα εφαρμόζεται σε όλη τη χώρα και στους παρακάτω κλάδους: Εκτατική και ημισταυλισμένη Προβατοτροφία και Αιγοτροφία, εκτατική και ημισταυλισμένη Βοοτροφία, εκτατική και ημισταυλισμένη Χοιροτροφία ...»  (άρθρο 2), «Εγκρίνεται η τροποποίηση    του προγράμματος "Βιολογικής Κτηνοτροφίας" του γεωργοπεριβαλλοντικού μέτρου 3.2 του Άξονα 3 του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης (Ε.Π.Α.Α.) 2000 - 2006. Το πρόγραμμα θα εφαρμοστεί από τη Δ/νση Χωροταξίας και Προστασίας Περιβάλλοντος σε συνεργασία με τη Δ/νση Βιολογικής Γεωργίας και τις Δ/νσεις Αγροτικής Ανάπτυξης (Δ.Α.Α.) των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων (Ν.Α.) της χώρας σε θέματα αρμοδιότητας τους. Αρμόδιοι φορείς για τις διαδικασίες ελέγχων είναι οι Δ.Α.Α. των Ν.Α. και η Δ/νση Χωροταξίας και Προστασίας Περιβάλλοντος. Η Διαχειριστική Αρχή του Ε.Π.Α.Α. είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση του προγράμματος», (άρθρο 3), «Δικαιούχοι του προγράμματος είναι φυσικά ή και νομικά πρόσωπα με τις ακόλουθες προϋποθέσεις: Είναι νόμιμοι κάτοχοι γεωργικής εκμετάλλευσης υπεύθυνοι για τη διαχείριση της ... Αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις του άρθρου 5 της παρούσας απόφασης», (άρθρο 4), «Οι δικαιούχοι πέραν της εφαρμογής της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας οφείλουν να: Εφαρμόζουν πιστά τον Καν.(ΕΟΚ) 2092/1991 του Συμβουλίου έτσι όπως κάθε φορά ισχύει. Εφαρμόζουν το πρόγραμμα για περίοδο πέντε ετών .... Συνάψουν σύμβαση με αναγνωρισμένο Οργανισμό Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων. Σε περίπτωση διακοπής της σύμβασης, οι δικαιούχοι οφείλουν να συνάψουν νέα σύμβαση με άλλον Οργανισμό Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων εντός δέκα (10) ημερών. Η σύμβαση μπορεί να είναι ετήσια ή και πολυετής. ... Διατηρούν κατά τη διάρκεια της πενταετίας τουλάχιστον τόσα ζώα όσα αναφέρονται στη σύμβαση που έχουν υπογράψει για την ένταξη τους στο πρόγραμμα. Συνάψουν σύμβαση με Γεωτεχνικό Σύμβουλο, ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για τη σύνταξη του Σχεδίου Περιβαλλοντικής Διαχείρισης Εκτροφής (Σ.Π.Δ.Ε.), καθώς και για την εν γένει παρακολούθηση και τεχνική υποστήριξη της εκμετάλλευσης. Εφαρμόζουν το Σ.Π.Δ.Ε. ή εγκεκριμένη τροποποίηση του. Διατηρούν τα δομικά χαρακτηριστικά του αγροτικού τοπίου εντός της εκμετάλλευσης τους. Συμπληρώνουν το μηχανογραφικό έντυπο του Ο.Σ.Δ.Ε. ανεξάρτητα αν διαθέτουν ζώα ή εκτάσεις που επιδοτούνται από το Ο.Σ.Δ.Ε. Διευκολύνουν την πραγματοποίηση των αναγκαίων ελέγχων από τα εντεταλμένα εθνικά και κοινοτικά όργανα, ιδιαίτερα σε απομονωμένες δυσπρόσιτες περιοχές. ... Υποβάλλουν μία φορά το έτος αίτηση πληρωμής με τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Η προθεσμία για την υποβολή της αίτησης πληρωμής θα καθοριστεί στην Υπουργική Απόφαση», (άρθρο 5), «Οι δικαιούχοι απαλλάσσονται από τις δεσμεύσεις που απορρέουν από την παρούσα στις εξής περιπτώσεις: Ανωτέρας βίας, όπως αυτές καθορίζονται στο παράρτημα I (σημείο 5) της παρούσας, εφόσον αυτές γίνουν αποδεκτές από την αρμόδια αρχή. Λήξης της σύμβασής τους. Παραχώρησης της εκμετάλλευσης σε νέο γεωργό είτε στα πλαίσια εφαρμογή το μέτρου 3.1 του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης, είτε στα πλαίσια της πρόωρης συνταξιοδότησης, με την προϋπόθεση ότι ο νέος γεωργός ή ο διάδοχος ανάλαβε, με νέα σύμβαση το σύνολο των δεσμεύσεων που απορρέουν από την παρούσα και μέχρι την ολοκλήρωση της πενταετίας», (άρθρο 6), «Το ποσό της προϋπολογισθείσας δημόσιας δαπάνης (κοινοτικής και εθνικής συμμετοχής) κατά την περίοδο εφαρμογής του προγράμματος, στο πλαίσιο του Ε.Π.Α.Α. 2000 2006, ανέρχεται σε 47 εκατ. Ε. Το ποσό αυτό βαρύνει τον Τακτικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων (ΚΑΕ 5323). Το 75% της δημόσιας δαπάνης προέρχεται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού & Εγγυήσεων Τμήμα Εγγυήσεων. Επιπλέον δαπάνες καλύπτονται από τον Τακτικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων (ΚΑΕ 5323) και καθορίζονται ετησίως με Κοινή Υπουργική Απόφαση», (άρθρο 8), «Με την υπ' αριθμ. 523/126710/13.3.2003 ΚΥΑ καθορίζεται η διαδικασία πληρωμής, καθώς και οι απαιτούμενοι έλεγχοι για την πραγματοποίηση των πληρωμών στους δικαιούχους του προγράμματος, ενώ λεπτομέρειες εφαρμογής του θα καθοριστούν με σχετικές εγκυκλίους που θα εκδίδονται από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. Κατά τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων ισχύουν τα προβλεπόμενα από τον Καν.(ΕΚ)2419/2001. Για ιδιαίτερες περιπτώσεις όπως καταγγελίες, υπόνοιες για απάτη κλπ. οι έλεγχοι γίνονται πέραν του δείγματος», (άρθρο 12), «1. Δικαιούχοι που δηλώνουν ψευδή στοιχεία: Αποβάλλονται από το πρόγραμμα και τυχόν καταβληθέντα ποσά αναζητούνται σαν αχρεωστήτως καταβληθέντα. Αποκλείονται από το σύνολο των μέτρων του άξονα 3 του Ε.Π.Α.Α. τουλάχιστον για δύο έτη. 2. Δικαιούχοι που δηλώνουν ανακριβή στοιχεία, αποκλείονται για το εξεταζόμενο έτος από όλα τα μέτρα του άξονα 3 του Ε.Π.Α.Α. 3. Δικαιούχοι οι οποίοι δεν τηρούν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει για την εφαρμογή του προγράμματος, υφίστανται τις ακόλουθες κατά περίπτωση κυρώσεις: ... Οι δικαιούχοι απαλλάσσονται των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει εφόσον: συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας και φυσικών περιστάσεων, όπως καθορίζονται στο παράρτημα I της παρούσας, εκ των οποίων προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η συνέχιση της παραμονής τους στο πρόγραμμα και υπό τον όρο ότι οι σχετικές κατά περίπτωση αποδείξεις στοιχειοθέτησης τους υποβάλλονται στον φορέα εφαρμογής εγγράφως, ... ή μεταβιβάζουν την εκμετάλλευση τους σε διάδοχο, ο οποίος θα αναλάβει τη συνέχιση της τήρησης των υποχρεώσεων του δικαιούχου. 4. Δικαιούχοι, των οποίων η συσσώρευση των κυρώσεων οδηγεί σε μηδενική ενίσχυση για ένα συγκεκριμένο έτος αποκλείονται και το επόμενο. 5. Η αποβολή από το πρόγραμμα δικαιούχου ή δικαιούχων συνεπάγεται και μονομερή διακοπή της σύμβασης», (άρθρο 15). Περαιτέρω, με την με αριθμό 132752/2004 (ΦΕΚ Β' 1650) απόφαση του Υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες εφαρμογής της ως άνω υπ' αριθμ. 586/130492/11.8.2004 κοινής υπουργικής απόφασης.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

ΜΠρΚαλ 155/18 : Καταγγελία συμβάσεως εργασίας - Συνδικαλιστική δράση - Ποινική δίωξη. Καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου - Το αναιτιώδες αυτής υπό τον περιορισμό του αρ.281 ΑΚ. Προστασία της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης με το Ν.1264/82

ΜΠρΚαλ 155/18 : Καταγγελία συμβάσεως εργασίας - Συνδικαλιστική δράση - Ποινική δίωξη. Καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου -  Το αναιτιώδες αυτής υπό τον περιορισμό του αρ.281 ΑΚ. Προστασία της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης με το Ν.1264/82 - Πότε είναι καταχρηστική η επίκληση της ως άνω προστασίας. Δυνατότητα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας χωρίς αποζημίωση στην περίπτωση που έχει υποβληθεί μήνυση κατά του εργαζόμενου για πράξη που έχει διαπραχθεί κατά την υπηρεσία του. Περίπτωση υποβολής ψευδών μηνύσεων κατά του εργοδότη από το συνδικαλιστή εργαζόμενο και ακολούθως μήνυση του εργοδότη και καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του συνδικαλιστή χωρίς αποζημίωση.  Κρίση ότι ο ενάγων εν προκειμένω, συμπεριφέρθηκε εξερχόμενος των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης και  ότι η απόλυση έλαβε χώρα προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων και εννόμων συμφερόντων της εργοδότριας. Απορρίπτει την αγωγή και τις πρόσθετες παρεμβάσεις


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 155/2018

Πρωτοδίκης: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΝΤΑΦΟΥ

I. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/20 και 1 και 5 Ν. 3198/55 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται απο την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ (ΑΠ 282/09 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου η ακόμη και όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικους λόγους, οι οποίοι επιβάλλουν την μείωση του προσωπικού της επιχείρησης, χωρίς να γίνει επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (ΑΠ 927/17 ΝΟΜΟΣ). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς, ή πολύ περισσότερό, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καποια εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους ―που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος― εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1901/05 ΕΕργΔ 65/671). Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απολύσεώς του, ο από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμός του απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθοριστούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας (ΑΠ 95-97/04 ΕλλΔνη 45, 759. ΕφΛαμ 14/2013, ΕφΠατρ 578/08). Κατάχρηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη δεν συντρέχει, όταν η καταγγελία έγινε για λόγους που ανάγονται στο πρόσωπο του μισθωτού, όπως ανεπάρκεια, παραβάσεις των εργασιακών του υποχρεώσεων, κλονισμός εμπιστοσύνης κ.λπ., που δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της επιχειρήσεως ή όταν ο εργαζόμενος αδυνατεί να ανταποκριθεί στα εργασιακά του καθήκοντα, οπότε η μη τοποθέτησή του σε άλλη εργασιακή θέση και η καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη του δεν είναι καταχρηστική (ΑΠ 704/06 ΧρΙΔ 2006, 941).
II. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 1264/82 «για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων», «είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση». Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως απαιτείται νόμιμη συνδικαλιστική δράση και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, αλλά και της διατάξεως του άρθρου 23 του Συντάγματος, η «νόμιμη συνδικαλιστική δράση» περιλαμβάνει κάθε δραστηριότητα, η οποία αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των εργαζομένων, εφόσον από αυτήν δεν επηρεάζεται (αμέσως ή εμμέσως) ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας. Μορφές νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης αποτελούν ―ενδεικτικώς― η συλλογική δραστηριοποίηση για την ίδρυση επαγγελματικού σωματείου εργαζομένων, η υποβολή υποψηφιότητας προς εκλογή σε θέση μέλους του διοικητικού οργάνου του σωματείου, η εκλογή και η δραστηριοποίηση μέσα από τα όργανα αυτά, οι συλλογικές πρωτοβουλίες ενεργοποιήσεως σωματειακών διαδικασιών αναδείξεως νέας διοικήσεως του σωματείου προς επιδίωξη και υλοποίηση συγκεκριμένων εργασιακών ή οικονομικών στόχων, η συμμετοχή σε απεργίες ή άλλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις του σωματείου εργαζομένων για την επίτευξη κοινών συνδικαλιστικών στόχων (ΕφΑΘ 454/03 ΕλλΔνη 45, 230). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. παρ. 5, 10 και 15 Ν. 1264/82, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ’ αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παράγραφο 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά την διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους, περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 455/04 ΝΟΜΟΣ). Και ναι μεν η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι, όπως προαναφέρθηκε, περιοριστική και έτσι δεν επιτρέπεται αυτή για λόγους άλλους που δεν προβλέπει η παραπάνω διάταξη, ούτε με διεύρυνσή τους με την μέθοδο της αναλογίας, πλην όμως, η επίκληση της προστασίας των άρθρων 14 και 15 Ν. 1264/82 και η άσκηση αξιώσεων που προϋποθέτουν την ακυρότητα της απολύσεως, όπως αυτή για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική, όταν το συνδικαλιστικό στέλεχος με κακόβουλη συμπεριφορά του, εξερχομένη των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 1264/82, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, έχει κλονίσει κατ’ αντικειμενική κρίση, σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσεως εργασίας στο μέλλον. Αυτό δε, μπορεί να συμβεί και με την διάπραξη εις βάρος του εργοδότη, και αν αυτός είναι προσωπική εταιρία, εις βάρος των μελών της, ποινικών αδικημάτων, μη προβλεπόμενων από τον νόμο ως λόγων καταγγελίας, μείζονος ή και ίσης ηθικής και κοινωνικής απαξίας με αυτά που προβλέπονται. Γιατί, ναι μεν οι πιo πάνω διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση των σχέσεών του με αυτόν, πλην όμως, αν επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Η διαπίστωση δε της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, η οποία μπορεί να θεμελιωθεί και σε συμπεριφορά που εκδηλώνεται κατά την διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 Ν. 1264/82, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απολύσεως του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των Πολιτικών Δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής για καταβολή αποδοχών υπερημερίας (ΑΠ 443/16 ΝΟΜΟΣ. AΠ 424/16 ΝΟΜΟΣ = ΑΠ 860/15 ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 84/10 ΔΕΝ 2010, 996. ΑΠ 364/07 ΔΕΝ 2007, 751. ΑΠ 706/06 ΔΕΝ 2006, 1549. ΑΠ 1102/01 ΝΟΜΟΣ. ΜΕφΘεσ 2482/17 ΝΟΜΟΣ. ΕφΠειρ 398/16 ΝΟΜΟΣ. ΕφΑΘ 5888/04 Αρμ 2005, 901. ΕφΠατρ 1157/03 ΔΕΕ 2004, 1196. ΕφΑΘ 388/95 ΔΕΝ 1996, 1309. ΕφΠειρ 70/1989 ΔΕΝ 1989, 670 = ΝΟΜΟΣ = ΕΕργΔ 1989, 675. ΕφΑΘ 1626/12 ΝΟΜΟΣ. ΜΠρΑΘ 1434/16 ΝΟΜΟΣ. Γ. Λεβέντης, Συλλογικό εργατικό δίκαιο, 2η έκδ., 2007, σελ. 309-311. Ι. Ληξουριώτης, Συλλογικές εργασιακές σχέσεις, 2η έκδ., 2015, σελ. 119-120).