ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει διεθνώς συστηματικές έρευνες για την εφαρμογή βασικών αρχών της γεωφυσικής επιστήμης στην εγκληματολογία. Στις έρευνες αυτές οδήγησε κυρίως η ανάγκη συλλογής και εξέτασης στοιχείων για το δύσκολο έργο της εξιχνίασης δολοφονιών. Στις αρχές του 20ου αιώνα η γεωλογία βρήκε μία νέα εφαρμογή και μία καινούργια επιστήμη γεννήθηκε, η Δικαστική Γεωλογία, η οποία διερευνά εγκλήματα και προετοιμάζει νομικά και δικαστικά επιχειρήματα. Η μέθοδος που εφαρμόζεται κατά κύριο λόγο στην έρευνα είναι τα Γεωραντάρ (GPR). Η γεωφυσική διασκόπηση αποτελεί μια τεχνική διερεύνησης που χαρακτηρίζεται ως μη καταστροφική, με δυνατότητα εφαρμογής σε μεγάλη πλειονότητα προβλημάτων. Είναι µία μέθοδος ή οποία χρησιμοποιείται εκτός άλλων για την εκτίμηση των εδαφικών στρώσεων. Η χρήση του Γεωραντάρ παρέχει σημαντικά πλεονεκτήματα καθώς αποτελεί ένα οικονομικό και γρήγορο τρόπο ελέγχου μεγάλων περιοχών χωρίς εκσκαφή, καταστροφή ή εκτεταμένη διακοπή λειτουργίας τους. Με το Γεωραντάρ αποκτούμε εκτίμηση του βάθους των εντοπιζόμενων υλικών. Το Γεωραντάρ δεν έχει περιορισμό στο υλικό κατασκευής του αγωγού που αναζητά.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πρόσφατες επιστημονικές αναφορές σε όλο τον κόσμο ή περιοδικά όπως το Forensic Science International ή Journal of Forensic Science αποδεικνύουν το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ιατροδικαστική γεωεπιστήμη, ενώ αποτελεί ήδη μάθημα διδασκαλίας (Chamakura, 2001) σε περισσότερα από διακόσια πανεπιστημιακά μαθήματα. Το ενδιαφέρον για την επιστήμη και την ιατροδικαστική έρευνα γίνεται καλύτερα κατανοητό από την ραγδαία εξέλιξη της χρήσης των εφαρμογών της στις εγχώριες και διεθνείς μορφές εγκλημάτων. Η Δικαστική Γεωλογία είναι μια σχετικά νέα επιστήμη η οποία διερευνά τα εγκλήματα και προετοιμάζει τα επιχειρήματα και τα νομικο-δικαστικά στοιχεία για την διαλεύκανση πολύπλοκων εγκλημάτων και αδικημάτων. Δικαστική Γεωλογία ονομάζεται η επιστήμη όπου με τη εφαρμογή της γεωλογίας διερευνά εγκλήματα ή παράνομες ενέργειες και προετοιμάζει νομικά και δικαστικά στοιχεία και επιχειρήματα. Η Δικαστική Γεωλογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά στη διελεύκανση και επίλυση πολύπλοκων εγκλημάτων. Για να γίνει καλύτερα κατανοητός ο όρος οι Pye και Croft (2004) ορίζουν την ιατροδικαστική γεωλογία ως «την εφαρμογή τεχνικών της επιστήμης της γεωλογίας και της ευρύτερα επιστήμης του περιβάλλοντος στις έρευνες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προσφύγουν ενώπιον δικαστηρίου». Ως εκ τούτου, περιλαμβάνει μια σειρά από υποκατηγορίες, όπως η ιατροδικαστική γεωλογία, ιατροδικαστική γεωφυσική, η εγκληματολογική εδαφολογική επιστήμη, η ιατροδικαστική χαρτογράφηση και η τηλεπισκόπηση. Υπάρχει επίσης μια επικάλυψη με συναφείς επιστημονικούς κλάδους, όπως η ιατροδικαστική αρχαιολογία, η ιατροδικαστική μηχανική και η ιατροδικαστική βοτανική (Ruffell και McKinley, 2008), γεγονός που έχει οδηγήσει σε πρόσφατες συζητήσεις σχετικά με τον καθορισμό και την αποσαφήνιση αυτών των ποικίλλων επιστημονικών όρων (Ruffell, 2010). Παρά την πρόσφατη εμφάνισή της στο προσκήνιο της επιστημονικής έρευνας για την εξιχνίαση εγκλημάτων, ήδη στα τέλη του 20ουαι, επιστήμονες όπως ο Locard, ανέπτυξαν θεωρίες βασιζόμενοι στην ιατροδικαστική γεωεπιστήμη (Chisum and Turvey, 2000), ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν τα πρώτα θεσμικά όργανα για την επιστημονική ανάλυση της εγκληματικότητας. Η σύγχρονη δικαστική γεωλογία όμως έχει εξελιχτεί σε κάτι πιο πολύπλοκο από την μελέτη των ορυκτών, σκόνης και του εδάφους. Από το 1986 στις ΗΠΑ χρησιμοποιούνται οι γεωλογικές και γεωφυσικές έρευνες στην διερεύνηση των εγκλημάτων. Με ραντάρ διείσδυσης και μαγνητόμετρα μπορούν να εντοπιστούν πτώματα θαμμένα σε μικρό βάθος. Οι διάφορες εξεταστικές μέθοδοι της γεωλογίας χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο από το νόμο ως εργαλείο αναζήτησης, όπως αποδεικνύονται από την πρόσφατη δημοσίευση διάφορων περιπτωσιολογικών μελετών (Fiedler και λοιποί, 2009a Ruffell και λοιποί, 2009a Missiaen και λοιποί, 2010 Pringle και Jervis, 2010 Novo και λοιποί, 2011), ερευνητικών άρθρων (Dekeirsschieter και λοιποί, 2009 Jervis και λοιποί, 2009 Arosio, 2010 Hädrich και λοιποί, 2010 Dionne και λοιποί, 2011 Schultz και Martin, 2011) εγχειρίδιων (Killam, 2004 Pye 2004, 2007 Chainey και Ratcliffe, 2008 Ruffell και McKinley, 2008), αλλά και την οργάνωση διάφορων διεθνών συνεδριάσεων «της δικαστικής γεωλογίας» (π.χ. Ritz και λοιποί, 2009).
Η δικαστική γεωλογία θεωρείται αυτήν την περίοδο όχι μόνο μια αναδυόμενη ανάγκη που μπορεί να φέρει σημαντικά οφέλη στην αστυνόμευση, αλλά και απαραίτητη εφαρμογή των που μπορεί να παρέχει σημαντικά αποτελέσματα σε περιβαλλοντικές, ανθρωπιστικές και στρατιωτικές έρευνες.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΓΕΩΛΟΓΙΑΣ
Ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα για την καθιέρωση του όρου και της έννοιας της δικαστικής γεωλογίας ήταν ο Sir Arthour Connan Doyle, που ήταν και δημιουργός του Sherlock Holmes, ένας ιδιαίτερα ευφυής και πρωτοποριακός αστυνομικός, ο οποίος ερευνούσε υποθέσεις χρησιμοποιώντας πληροφορίες από διάφορους επιστημονικούς κλάδους. Οι συναρπαστικές και δημοφιλείς στη συνέχεια ιστορίες του συγγραφέα Doyle αποτέλεσαν σταθμό στην αστυνομική μεθοδολογική έρευνα και άνοιξαν το δρόμο για πολλές από τις ιδέες και τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα από επιστήμονες, καθώς οι τελευταίοι προσπαθούσαν να συνεισφέρουν με πληροφορίες από διάφορους κλάδους της επιστήμης στη διαλεύκανση εγκλημάτων.
Το 1893, ένας άλλος συγγραφέας, ερευνητής και εγκληματολόγος που ήταν καθηγητής εγκληματολογίας, εξέδωσε ένα πρακτικό βιβλίο στο οποίο παρουσιάζονταν ιδέες για την επιστημονική έρευνα του εγκλήματος. O Hans Gross, πρότεινε πολλές πιθανές εφαρμογές της επιστήμης στην εγκληματολογική έρευνα στο βιβλίο που εξέδωσε Examinating Magistrates (Εγχειρίδιόν για Ανακριτές). Το συγκεκριμένο βιβλίο είχε σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη και τη χρήση της επιστήμης στην έρευνα της εγκληματολογίας. Και αυτό καθώς υπέδειξε τη συνεισφορά του γεωλόγου στην εγκληματολογία.
Το 1900 αναπτύχθηκαν νέες μέθοδοι στην εγκληματολογία που περιλάμβαναν και μικροσκοπικές τεχνικές. Τον Οκτώβριο του 1904, ο δόκτωρ Popp ανέλαβε την εξιχνίαση μιας υπόθεσης δολοφονίας. Μέχρι τότε ο χημικός Popp, διατηρούσε εργαστήριο, το οποίο παρείχε χημικές και μικροσκοπικές υπηρεσίες στο πεδίο μελέτης τροφίμων και στη βακτηριολογία. Ένας ερευνητής από την Φρανκφούρτη ζήτησε από τον Popp να εξετάσει τις αποδείξεις για υπόθεση εγκλήματος, όπου μία ράφτρα, η Eva Disch είχε στραγγαλιστεί με το ίδιο της το κασκόλ. Ο Popp εξιχνίασε το έγκλημα ανακαλύπτοντας κάρβουνο και κόκκους ορυκτών στα νύχια του υπόπτου, και ένα υπόστρωμα από ορυκτά στο παντελόνι του, στοιχεία τα οποία συγκρινόμενα με ένα δείγμα από το σώμα της Disch ήταν τα ίδια. Η εξέταση των ορυκτών αποκάλυψε ορυκτά ορισμένου μεγέθους σωματιδίων, ιδιαίτερα λεπτούς κόκκους μαρμαρυγίας, τους οποίους ο Popp καθόρισε ότι ήταν συγκρίσιμοι με δείγματα εδάφους που συνελέγησαν από το μέρος ανάμεσα στο τόπο του εγκλήματος και το σπίτι του υπόπτου. Όταν του παρουσίασαν τα αποδεικτικά στοιχεία από τις αναλύσεις εδάφους ο ύποπτος αποδείχτηκε ότι έκανε το έγκλημα και επιβεβαιώθηκαν οι γεωλογικές αποδείξεις που χρησιμοποίησε ο Popp.
Η υπόθεση που καθιέρωσε την αξία και τη συμβολή των γεωλογικών πληροφοριών στην εγκληματολογία ήταν αυτή που συνέβη το 1908, όταν η Margaret Filmbert δολοφονήθηκε σε μία πόλη της Βαυαρίας και ο εισαγγελέας, ο οποίος είχε ακούσει για τον Popp του ζήτησε να εξιχνιάσει το έγκλημα. Ο Popp άρχισε λεπτομερή εξέταση του υλικού που είχε στη διάθεσή του και μάζεψε δείγματα εδάφους από τη γύρω περιοχή. Παρατηρώντας καλά το έδαφος συνέκρινε τα δείγματα ορυκτών στα παπούτσια του υπόπτου με αυτά που υπήρχαν στη τοποθεσία του εγκλήματος και αποδείχτηκε η ενοχή του. Η υπόθεση της Margaret Filmbert καθιέρωσε τον τομέα της δικαστικής γεωλογίας και έθεσε τα θεμέλια για μελλοντικές συγκριτικές μελέτες εδαφών.
Το 1910 στη Γαλλία, ο Endmond Loscard με τεράστιο ενδιαφέρον για την εγκληματολογία, ίδρυσε ένα μικρό εργαστήριο με βοηθούς δύο αστυνομικούς. Στο εργαστήριο αυτό έκανε αξιόλογη εργασία στον προσδιορισμό σωματιδίων και δημιούργησε τη φήμη ότι είναι ικανός να δώσει χρήσιμες πληροφορίες στις έρευνες.