Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

ΜονΠρΘεσ 4995/17 : Πώληση ακινήτου - Προσύμφωνο - Ποινική ρήτρα. Εκτέλεση - Ανακοπή.

ΜονΠρΘεσ 4995/17 :  Πώληση ακινήτου - Προσύμφωνο - Ποινική ρήτρα. Εκτέλεση - Ανακοπή. Με την κρινόμενη ανακοπή  ζητείται  η ακύρωση  πρώτου εκτελεστού απογράφου του προσυμφώνου πώλησης ακινήτου και της επιταγής προς εκτέλεση, με την οποία επιτάσσεται να καταβάλει η ανακόπτουσα στην καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 5.000.000,00 ευρώ ως απαίτηση απορρέουσα από κατάπτωση ποινικής ρήτρας βάσει του ως άνω προσυμφώνου. Η καθ' ης η ανακοπή επικαλείται ότι βάσει των συμφωνηθέντων στο προσύμφωνο κατέπεσε υπέρ αυτής ποινική ρήτρα λόγω της μη έκδοσης οικοδομικής άδειας για την ανέγερση κτίσματος στο προς πώληση ακίνητο κατά τη διάρκεια ισχύος του προσυμφώνου, από υπαιτιότητα της ανακόπτουσας αγοράστριας. Αποδείχθηκε όμως, ότι η μη έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας, η έκδοση της οποίας είχε τεθεί ως αίρεση που έπρεπε να είχε πληρωθεί ώστε να καταστεί δυνατή η κατάρτιση του οριστικού  συμβολαίου πώλησης, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ανακόπτουσας, διότι, η  κύρωση  και  μεταγραφή της μεμονωμένης  πράξης εφαρμογής, έλαβε χώρα μόλις 5 ημέρες πριν την εκπνοή της δεκάμηνης συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων προθεσμίας, χωρίς η καθυστέρηση αυτή να συνδέεται με οποιαδήποτε υπαίτια συμπεριφορά της ανακόπτουσας, αφού αρμόδια για να κινήσει τις διαδικασίες ήταν η καθ' ης η ανακοπή και όχι η ανακόπτουσα. Δεκτή η ανακοπή.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 4995/2017

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ελισάβετ Κούτρα, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα Ελένη Σπανουδάκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 15 Φεβρουαρίου 2017, για να δικάσει την υπ' αριθμ. κατάθεσης …………… ανακοπή κατά επιταγής προς εκτέλεση.
ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑ; 1) Ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "……………….", που εδρεύει στη ………….. Θεσσαλονίκης (…………..) με ΑΦΜ ………………. όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της ΜΔ και ΙΚ, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις,
ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "………………..ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο …………… που εδρεύει στην ………… Αττικής (……………), με ΑΦΜ ………………, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής ………………, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΘΖ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας,
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ανακόπτουσα, με την κρινόμενη ανακοπή της, η οποία εισάγεται προς συζήτηση, ζητά, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, την ακύρωση του υπ' αριθμ. …………… πρώτου εκτελεστού απογράφου του υπ' αριθμ. ……………. προσυμφώνου πώλησης ακινήτου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ……………. και της από …….-2016 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο του άνω πρώτου εκτελεστού απογράφου, με την οποία επιτάσσεται γα καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 5.000.000,00 ευρώ ως απαίτηση απορρέουσα από κατάπτωση ποινικής ρήτρας βάσει του όρου 8 του άνω προσυμφώνου, πλέον τόκων επί του άνω κεφαλαίου ποσού 4.610.812,48 ευρώ και εξόδων για σύνταξη επιταγής ποσού 80,00 ευρώ, καθώς και κάθε μεταγενέστερης πράξης εκτέλεσης. Ζητά, τέλος, να καταδικαστεί η καθ' ης η ανακοπή στα δικαστικά της έξοδα.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ανακοπή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να δικαστεί με την προκείμενη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα γενικά άρθρα των ειδικών διαδικασιών 591 επ. ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4335/2015 (άρθρα 583, 584, 585, 933 παρ. 1 και 3 και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τα δύο τελευταία αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, λόγω της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση μετά την 1-1-2016, ημερομηνία έναρξης ισχύος του άνω νόμου - βλ. άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2, 3 Και 4 Ν. 4335/2015). Έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού δεν αποδεικνύεται ότι μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής έλαβε χώρα η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και, επομένως, ασκήθηκε πριν την έναρξη της προθεσμίας ενέργειας των 45 ημερών του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (βλ, σχετ., για το ότι αντιρρήσεις κατά των πράξεων της προδικασίας, όπως δηλαδή και της επιταγής προς πληρωμή, μπορούν παραδεκτώς να ασκηθούν και πριν από την ενέργεια της πρώτης μετά επιταγή πράξης εκτέλεσης, ήτοι τη σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης προκειμένου περί εκτέλεσης  προς   ικανοποίηση  χρηματικών απαιτήσεων, ΕφΠατρ 445/2005 2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΚερκ 24/2002 ΝΟΜΟΣ, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ, έκδοση 2000, άρθρο 934, αρ. 7). Το αίτημα για ακύρωση του υπ' αριθμ. ………. απογράφου του υπ' αριθμ. …………. προσυμφώνου πώλησης ακινήτου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …………. είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, καθόσον η έκδοση απογράφου δεν σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά αποτελεί μόνο προπαρασκευαστική πράξη της (Π. Γέσιου-Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως γενικό μέρος σ.333) και όχι αυτοτελή πράξη δυνάμενη να προσβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ με την οποία προσβάλλονται μόνο πράξεις εκτέλεσης από την έναρξη της ως το πέρας της, ως πρώτη δε πράξη της εκτέλεσης ορίζεται ρητώς από τη διάταξη του άρθρου 924 ΚΠολΔ η (μεταγενέστερη της έκδοσης απογράφου) επίδοση επιταγής προς εκτέλεση. Επίσης το αίτημα περί ακύρωσης "κάθε μεταγενέστερης πράξης εκτέλεσης" είναι απορριπτέο ως αόριστο, αφού με αυτό δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένες πράξεις εκτέλεσης των οποίων ζητείται η ακύρωση. Κατά τα λοιπά και συγκεκριμένα κατά το μέρος με το οποίο διώκεται η ακύρωση της από της από 16-12-2016 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου του άνω προσυμφώνου η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά το άρθρο 404 AK o οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή, κατά δε το άρθρο 405 παρ. 1 ιδίου Κώδικα ή ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία, ενώ η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία (ΑΠ 224/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 891/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1848/2007 ΕλλΔνη 48.1434, ΑΠ   1460/2005  ΕλλΔνη 47.184,  ΕφΑθ  1890/2003  ΕλλΔνη 45.250,  ΕφΑΘ 3264/2003 ΕλλΔνη 45.1508), οπότε υφίσταται εναντίον του οφειλέτη αγώγιμη αξίωση του δανειστή και κατά τις διακρίσεις των άρθρων 406 και 407 ΑΚ. Η γνήσια ως άνω ποινική ρήτρα, η οποία αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία και μέσο πίεσης στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής (ΑΠ 611/1998 ΕλλΔνη 40.141), που θεμελιώνει ενοχή η οποία τελεί ως άνω υπό την ιδιόρρυθμη (αρνητική) αίρεση της μη εκπλήρωσης ή της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής που πηγάζει από την κύρια σύμβαση (ΕφΑθ 11643/1995 ΕλλΔνη 38.1620, ΕφΑθ 332/1994 ΕλλΔνη 36.1302), μπορεί να συμφωνηθεί και κατά την κατάρτιση προσυμφώνου που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο, και με τις προϋποθέσεις του βέβαιου και εκκαθαρισμένου της απαίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 εδ. δ՝, 915, 916, 918 παρ. 4 και 924 ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό για την απαίτηση από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας (ΕφΑθ 1413/2008 ΕλλΔνη 49,926, ΕφΑθ 11643/1995 ΕλλΔνη 38.1620). Για την κατάπτωση της ποινής δεν αρκεί μόνο η όχληση του οφειλέτη ή η παρέλευση της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας εκπλήρωσης,  αλλά απαιτείται  και  η υπερημερία του  οφειλέτη,  δηλαδή η καθυστέρηση  να  οφείλεται  σε υπαιτιότητα. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν περιέρχεται σε υπερημερία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας. Γεγονός για το οποίο δεν έχει  ευθύνη ο οφειλέτης είναι  κάθε  εύλογη αιτία,  λόγω  της  οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του  (βλ. ΑΠ  269/2012  ΝΟΜΟΣ, ΑΠ  352/2011   ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1489/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 179/2011 ΝΟΜΟΣ). 

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

ΜονΠρΙωαν 142/17 : Δημοτικές επιχειρήσεις - Αποδοχές εργαζομένων - Μειώσεις - Ν.4093/12. Ασφαλιστικά μέτρα.

ΜονΠρΙωαν 142/17 Δημοτικές επιχειρήσεις - Αποδοχές εργαζομένων - Μειώσεις - Ν.4093/12. Ασφαλιστικά μέτρα.  Με την υπ' αριθμ. 41/14 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι οι εργαζόμενοι στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης δεν υπάγονται στο ν. 4093/2012 και υποχρεώθηκε η αιτούσα να αποδέχεται προσωρινά τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με την καταβολή σε αυτούς των μηνιαίων αποδοχών τους όπως αυτές διαμορφώθηκαν την 31-12-2012. Η αιτούσα, όμως, εκθέτει ότι το νομοθετικό καθεστώς βάσει του οποίου εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, άλλαξε με το νόμο 4354/2015, ο οποίος κατήργησε τις διατάξεις των νόμων 4024/2011 και 4093/2012 και υπήγαγε στις διατάξεις του τους υπαλλήλους των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης. Ζητά, λοιπόν, να ανακληθεί η υπ' αριθμ. 41/2014 απόφαση και να αρθεί το ασφαλιστικό μέτρο που είχε διαταχτεί με αυτήν. Κρίθηκε ότι η  αίτηση τυγχάνει απορριπτέα για το μεν - πριν την επικαλούμενη από αυτήν νομοθετική μεταβολή - διάστημα, επειδή κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αναδρομική ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου  (χωρίς μάλιστα ο νεότερος νόμος να έχει αναδρομική ισχύ), κάτι που απαγορεύεται, ενώ για το μετά τη νομοθετική μεταβολή διάστημα τυγχάνει απορριπτέα, επειδή ελλείπει το απαραίτητο έννομο συμφέρον της αιτούσας για την ανάκληση της απόφασης αυτής, καθώς δεν είναι απαραίτητη η ανάκληση του προσωρινού μέτρου για τον προσδιορισμό των αποδοχών των εργαζομένων βάσει του νεότερου νόμου, εάν πράγματι έχει λάβει χώρα η νομοθετική μεταβολή. Απορρίπτει την αίτηση.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 142/2017

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μάρθα Δήμου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε μετά από κλήρωση, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 3 Μαρτίου 2017, για να δικάσει τη με αριθμό κατάθεσης 387/2016 αίτηση, μεταξύ :
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ : Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ιωαννίνων» (Δ.Ε.Υ.Α.Ι.), που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων του ΜΠ και ΙΚ.
ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1) Α………………. 2) ……………….. 161) Χ……………….., εργαζομένων της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Ιωαννίνων (Δ.Ε.ΥΑ.Ι.), απάντων κατοίκων Ιωαννίνων, που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους ΑΠ. ΜΤ και Η Π.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 695 έως και 697 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενες δικαστικές αποφάσεις έχουν προσωρινή ισχύ, δεν επηρεάζουν την κυρία δίκη και μπορεί να ανακληθούν είτε από το Δικαστήριο που τις έχει εκδώσει είτε από το Δικαστήριο της κυρίας δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 696 § 3 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, έως τη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, έχει δικαίωμα, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει ή ν' ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση του, εφόσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της. Μεταβολή των πραγμάτων υπό την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης υπάρχει όταν συνέβησαν κρίσιμα για την επανεκτίμηση της υποθέσεως πραγματικά περιστατικά που είτε έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων είτε προϋπήρχαν, αλλά ήταν άγνωστα στον αιτούντα ή ήταν, μεν, γνωστά, όμως ανυπαίτια δεν προτάθηκαν, τα οποία αν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου θα εμφάνιζαν διάφορη πραγματική κατάσταση και θ՝ απέληγαν σε διάφορη κρίση. Δεν συνιστά μεταβολή των πραγμάτων η ανακάλυψη νομικών ή ουσιαστικών σφαλμάτων της αποφάσεως ούτε η μεταβολή της νομολογίας ή η ύπαρξη νέων αποδεικτικών μέσων (εκτός αν αφορούν το κύρος των χρησιμοποιηθέντων στοιχείων), ενώ συνιστά μεταβολή η αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος που έχει άμεση ισχύ. (βλ. ΠΠρΑΘ 3695/2009 ΧρΙΔ 2010.203, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία και Θεωρία Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα: "Ερμηνεία ΚΠολΔ", τόμος II, άρθρο 696, σελ. 1365-1366).
Στην προκειμένη περίπτωση, εκθέτει η αιτούσα ότι κατόπιν αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων των καθ' ων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 41/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι οι εργαζόμενοι στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 4093/2012 και υποχρέωσε αυτήν (την αιτούσα) να αποδέχεται προσωρινά μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της τακτικής αγωγής τους τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με την καταβολή σε αυτούς των μηνιαίων αποδοχών τους όπως αυτές διαμορφώθηκαν την 31-12-2012, με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 150,00 ευρώ για κάθε παραβίαση της απόφασης. Ότι το νομοθετικό καθεστώς βάσει του οποίου εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση άλλαξε με το νόμο 4354/2015, ο οποίος κατήργησε τις διατάξεις των νόμων 4024/2011 και 4093/2012 και υπήγαγε στις διατάξεις του τους υπαλλήλους των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης. Με βάση τα ανωτέρω, ζητά, να ανακληθεί η υπ' αριθμ. 41/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) και να αρθεί το ασφαλιστικό μέτρο που είχε διαταχτεί με αυτήν.

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

ΜονΠρΛαρ 234/16 : Εργατικό ατύχημα - Τραυματισμός - Ευθύνη εργαζομένου. Εργατικό ατύχημα - έννοια - αξιώσεις.

Εν προκειμένω, ο ενάγων εργαζόταν δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία που διατηρεί επιχείρηση εκκόκισης βάμβακος, ως βοηθός εκκοκιστή, με αντικείμενο εργασίας το δέσιμο του βαμβακιού σε μπάλες με τη χρήση συρμάτων. Αποδείχθηκε ότι το επίδικο εργατικό ατύχημα και ο σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος, οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου, ο οποίος δεν επέδειξε την, επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή και επιμέλεια, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις ως εργάτης τεχνίτης. Ειδικότερα, από επιπολαιότητα και απερισκεψία, αγνοώντας τον κίνδυνο για τη σωματική του ακεραιότητα από την πιθανότητα επαφής των κάτω άκρων του με τον εν λειτουργία κοχλία, προέβη σε επικίνδυνη ενέργεια, μη προβλέποντας το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ δεν θα έπρεπε να την επιχειρήσει αλλά να ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία, την οποία γνώριζε. Εφόσον δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά της εναγομένης εργοδότριας εταιρίας και των νομίμων εκπροσωπών της, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 234/2016

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Σταύρο Α. Κουκουγιάννη, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίστηκε από την Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Λάρισας Πρόεδρο Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Μπουζούκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριο του, την 27 Οκτωβρίου 2016, για να δικάσει την αγωγή, με αντικείμενο διαφορά από εργατικό ατύχημα, μεταξύ:
Α. ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ :…………………, κατοίκου …………., ο οποίος παραστάθηκε με τις πληρεξούσιες δικηγόρους του ΣΓ και ΕΚυ (Δ.Σ. Λάρισας), συμπαρισταμένου του ασκουμένου δικηγόρου ΝΠ.
TΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν., κατοίκου ………… Θεσσαλονίκης, 3) Ν. κατοίκου ………. Θεσσαλονίκης και 4) ……………, κατοίκου …………., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Α Ν (Δ.Σ. Λάρισας) και ΕΜ (Δ.Σ, Θεσσαλονίκης).
Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την αγωγή του με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……….., η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 20.9.2015. Ήδη, με την κλήση του με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……….. ο ενάγων φέρει και πάλι προς συζήτηση την αγωγή του με σκοπό όπως γίνει δεκτή αυτή, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την 28.11.2015 και, μετά από αναβολές, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας,
Β. ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΣΑΣ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….», η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ΑΝ (Δ.Σ. Λάρισας).
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ - ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ -ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ (Δ.Σ. Λάρισας).
Η προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την προσεπίκληση με την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …….., η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 20.9.2015. Ήδη. με την κλήση της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …….. η προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα φέρει και πάλι προς συζήτηση την προσεπίκληση με την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή της με σκοπό όπως γίνει δεκτή αυτή, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την 21η.1.2016 και, μετά από αναβολές, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους,
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό η αγωγή αποζημίωσης από εργατικό ατύχημα με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……. (με την κλήση με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……..) και η προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή με την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………. της πρώτης των εναγομένων της κύριας αγωγής κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………» (με την κλήση με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………), οι οποίες, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 1, 246 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
Κατά την έννοια των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. 551/1915 «Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων ...», όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 38 εδ. σ' ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 αυτού εργασιών ή επιχειρήσεων, θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, που δεν οφείλεται σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις εκτέλεσης της. Ως ατύχημα που επήλθε εξ αφορμής της εργασίας θεωρείται, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, και εκείνο που δεν αποτελεί μεν άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, εκ του ότι λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες αυτές συνθήκες, που δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία. Σε περίπτωση τέτοιου ατυχήματος οφείλεται κατ αρχήν η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 ταυ ως άνω νόμου ειδική αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, για την οποία η ευθύνη του εργοδότη είναι αντικειμενική, δηλαδή αυτός ευθύνεται σε καταβολή της αποζημίωσης ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του ή πταίσματος των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, μπορεί δε κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 4 εδ. ας β' και γ’ του Ν. 551/1915 να μειωθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η αποζημίωση μέχρι το μισό της, μόνο όταν ο παθών επέδειξε την ειδική αμέλεια που συνίσταται στην από μέρους του αδικαιολόγητη παράβαση των διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή συναφών κανονισμών, που θέτουν τους όρους ασφάλειας στην εργασία και έχουν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή ή τον κύριο της επιχείρησης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση κυρώθηκαν από την αρχή. Πλήρη αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928 έως 932 ΑΚ, έχουν το δικαίωμα κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915 να ζητήσουν ο παθών από εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου του οι προσδιοριζόμενοι στο άρθρο 6 του Ν. 551/1915 συγγενείς του μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις για τους όρους ασφάλειας και σε αιτιώδη μ: αυτές συνάφεια.

Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Οι οδηγίες για τη συμπλήρωση δηλώσεων 2017 (φορολογικού έτους 2016)

Δόθηκε στη δημοσιότητα το βιβλιαράκι οδηγιών για τη συμπλήρωση των δηλώσεων φυσικών προσώπων του φορολογικού έτους 2016
Δείτε το ή κατεβάστε το απο εδώ 
Πηγή: Taxheaven 

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

ΣτΕ 29/2017 : "ΙΚΑ - Σύνταξη λόγω αναπηρίας - Προσφυγή κατά γνωματεύσεως της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής - Απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του ασφαλισμένου"

Όταν η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή κρίνει επί προσφυγής ασφαλισμένου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά γνωματεύσεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής δεν δύναται να καταστήσει χειρότερη τη θέση αυτού. Αν η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή κρίνει ότι η ιατρική αναπηρία του ασφαλισμένου πρέπει να προσδιορισθεί σε ποσοστό υψηλότερο εκείνου που προσδιόρισε η πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή, θα δεχθεί την προσφυγή και θα καθορίσει το κατά την κρίση της προσήκον ποσοστό της ιατρικής αναπηρίας του ασφαλισμένου. Αν όμως κρίνει ότι η εν λόγω αναπηρία θα έπρεπε να προσδιοριστεί στο αυτό ή και σε χειρότερο ποσοστό, θα απορρίψει την προσφυγή με συνέπεια να οριστικοποιηθεί το ποσοστό της αναπηρίας του ασφαλισμένου που προσδιορίστηκε από την πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή (Αντίθετη μειοψηφία).


Αριθμός 29/2017
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Σ. Μαρκάτης, Ο. Ζύγουρα, Τ. Κόμβου, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Στ. Κτιστάκη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
Για  να δικάσει την από 18 Νοεμβρίου 2010 αίτηση:
των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία: 1) «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κωνσταντίνου 8), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο ΑΒ (Α.Μ. ..........), που τη διόρισε με πληρεξούσιο και 2) «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών» (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.) καθολικού διαδόχου του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. και ήδη Ε.Τ.Ε.Α., το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο ΘΑ (Α.Μ. ...........), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά της ..., κατοίκου Ρόδου (...), η οποία δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή τα αναιρεσείοντα Ν.Π.Δ.Δ. επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1212/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Στ. Κτιστάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τις πληρεξούσιες των αναιρεσειόντων Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίες ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α      
Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία νομίμως ασκείται χωρίς την καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 1212/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η 264/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, ακολούθως έγινε δεκτή προσφυγή της ίδιας, ακυρώθηκαν οι 261 και 270/2004 αποφάσεις της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ρόδου και υποχρεώθηκε το Ι.Κ.Α. να χορηγήσει στην αναιρεσίβλητη σύνταξη μερικής αναπηρίας, κύρια και επικουρική, για το χρονικό διάστημα από 6.6.2003 έως 30.6.2004.
2. Επειδή, η υπόθεση αυτή παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση του Α´ Τμήματος με την 236/2016 απόφαση του ίδιου Τμήματος, υπό πενταμελή σύνθεση, κατ’εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (8 Α΄)
3. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση παρά τη μη παράσταση της αναιρεσίβλητης, εφόσον, όπως προκύπτει από την από 11.3.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ..., αντίγραφο της 236/2016 παραπεμπτικής αποφάσεως επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.
4. Επειδή, με την παρ. 4 εδ. α΄ του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 1902/1990 (Α΄ 138), ορίζεται ότι ο ασφαλισμένος έχει δικαίωμα για σύνταξη λόγω αναπηρίας, αν έγινε ανάπηρος κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου αυτού και πραγματοποίησε τον εκεί οριζόμενο αριθμό ημερών εργασίας. Στη δε παρ. 5 του ίδιου άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 1902/1990, ορίζεται ότι ο ασφαλισμένος θεωρείται βαρέως ανάπηρος (εδ. α΄), απλώς ανάπηρος (εδ. β΄) ή μερικώς ανάπηρος (εδ. γ΄), αν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, της προβλεπόμενης στις διατάξεις αυτές, κατά ιατρική πρόβλεψη, διάρκειας, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία περισσότερο από το ένα πέμπτο (1/5), προκειμένου περί βαρείας αναπηρίας, από το ένα τρίτο (1/3), προκειμένου περί (απλής) αναπηρίας, ή από το ήμισυ (1/2) προκειμένου περί μερικής αναπηρίας, του ποσού, το οποίο συνήθως κερδίζει σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος της ίδιας μορφώσεως, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στην εν λόγω διάταξη. Περαιτέρω, στο εδάφιο ε΄ της ίδιας παραγράφου 5, όπως κατά τα ανωτέρω αντικαταστάθηκε, ορίσθηκε ότι για την αναπηρία του ασφαλισμένου από άποψη ιατρική γνωμοδοτούν οι αρμόδιες κατά τον κανονισμό ασφαλιστικής αρμοδιότητας υγειονομικές επιτροπές, οι οποίες, εκτός από τη διαπίστωση της φύσεως, των αιτίων, της εκτάσεως και της διάρκειας της σωματικής ή της πνευματικής παθήσεως του ασφαλισμένου, ερευνούν και την επίδραση αυτών στην καθολική ικανότητά του για άσκηση του συνήθους ή παρεμφερούς επαγγέλματός του ή την ανάκτηση της ικανότητας αυτής. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, το δικαίωμα προς λήψη συντάξεως λόγω αναπηρίας συναρτάται όχι προς αμιγώς αντικειμενικά κριτήρια σχετικά με τον ιατρικό καθορισμό ορισμένου ποσοστού ανικανότητας προς εργασία λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, αλλά προς την εκ της αιτίας αυτής αδυναμία του ασφαλισμένου να κερδίζει τα προς βιοπορισμό αναγκαία μέσα. Η στάθμιση της αδυναμίας αυτής στηρίζεται σε υποκειμενικά κριτήρια, δηλαδή στην, σε συσχετισμό προς τη διαπιστωθείσα πάθηση, βλάβη ή εξασθένηση, ικανότητα αυτού για εργασία, δυνάμενη να αποφέρει τα αναλόγως προς τις διαβαθμίσεις της αναπηρίας κατώτατα ποσοστά προσόδου σε σχέση με την πρόσοδο υγιούς ανθρώπου, όπως αυτή προσδιορίζεται στις εν λόγω διατάξεις (ΣτΕ 2040/2009, 2678/2011, 122/2015). Ο κατά τα ανωτέρω προσδιορισμός της ασφαλιστικής αναπηρίας, με σκοπό τη χορήγηση συντάξεως λόγω αναπηρίας, ανατίθεται στα ασφαλιστικά όργανα του Ι.Κ.Α. και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, στα αρμόδια τακτικά διοικητικά δικαστήρια, τα οποία, επιλαμβανόμενα σχετικής προσφυγής, διαπιστώνουν το ποσοστό της ασφαλιστικής αναπηρίας, εκτιμώντας αιτιολογημένα, κατά τις διακρίσεις και υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, την επίδραση της ιατρικώς διαπιστωθείσης αναπηρίας στην βιοποριστική ικανότητα του ασφαλισμένου (ΣτΕ 434/2008, 1344/2009, 3336/2012, πρβ. ΣτΕ 1057/2015).

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

ΜονΠρΑθ 60/17 : Επιμέλεια τέκνων - Διατροφή. Εναλλασόμενη κατοικία. Άσκηση γονικής μέριμνας.

ΜονΠρΑθ 60/17 : Επιμέλεια τέκνων - Διατροφή. Εναλλασόμενη κατοικία. Άσκηση γονικής μέριμνας. Το Δικαστήριο ενόψει και της θέλησης του ανηλίκου τέκνου, την οποία οφείλει να λάβει υπόψη του, κρίνει εν προκειμένω ότι η χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας είναι η πιο ενδεδειγμένη λύση. Η χρονική ήτοι εναλλασσόμενη άσκηση κατανομής της επιμέλειας εξασφαλίζει τη συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή του παιδιού και ενισχύει τους δεσμούς του ανηλίκου με αμφότερους τους γονείς του. Επιδίκαση διατροφής στη μητέρα του ποσού των 250 ευρώ το μήνα μέχρι την τελεσιδικία της παρούσας απόφασης.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 60/2017

Πρόεδρος: Ιω. Βαλμαντώνης

Ι. Σύμφωνα, με το ισχύον νομικό πλαίσιο (άρθρο 1513 § 1 εδ. 2 και 3 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1514 ΑΚ), σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συμβίωσης, οι επιλογές του δικαστηρίου για την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας (εκπροσώπηση, διαχείριση και επιμέλεια) των τέκνων γεννημένων σε γάμο είναι οι ακόλουθες τέσσερις: α) να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας σε ένα από τους γονείς, β) να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας και στους δυο γονείς από κοινού, γ) να κατανείμει λειτουργικά ή χρονικά την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων και δ) να την αναθέσει σε τρίτον (Αγαλλοπούλου σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο ΑΚ, τ. VIII, 2003, σ. 172, αρ. 29∙ Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τ. ΙΙ, 2012, σ. 324). Στον ελληνικό Αστικό Κώδικα, προβλέπεται η χρονική κατανομή ή εναλλασσόμενη άσκηση όλων των εκφάνσεων της γονικής μέριμνας. Επιφυλάξεις διατυπώθηκαν από την ελληνική θεωρία ως προς τη σκοπιμότητα αυτής της ρύθμισης, καθόσον η παράλληλη ύπαρξη δύο κέντρων ζωής θεωρείται ότι δημιουργεί στο τέκνο έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλειας, που αναστατώνουν και απορρυθμίζουν τη ζωή του παιδιού. Επιπλέον προβλέπεται ότι θα δημιουργηθούν συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό (Παπαχρίστου, Αρμ 1985, 101-103).
Στο διεθνή χώρο, υποστηρίζεται σθεναρά ότι με την εναλλασσόμενη κατοικία, κατοχυρώνεται μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στους γονείς, στη φροντίδα και ανατροφή των τέκνων, προσφέροντας στον ανήλικο τη δυνατότητα να διαβιεί στην καθημερινή του ζωή τόσο με τον πατέρα όσο και τη μητέρα. Το παιδί έχει δύο λειτουργικά σπίτια, την πατρική και μητρική του κατοικία. Ενθαρρύνεται έτσι η ισόρροπη επαφή του παιδιού και με τους δύο γονείς. Επιπλέον σημειώνεται ότι η κοινωνία έχει αλλάξει, η γυναίκα λόγω της επαγγελματικής της απασχόλησης βρίσκεται πλέον σε δυσκολία να φροντίσει μόνη της τα τέκνα, ενώ η σχέση των πατέρων με τα τέκνα τους δεν είναι η ίδια με αυτή που επικρατούσε παλαιότερα. Επιπλέον έχει παρατηρηθεί ότι δύο σαββατοκύριακα εναλλάξ το μήνα, δεν επιτρέπουν στον γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο να ασκήσει μια πραγματική επιρροή στην ανατροφή των τέκνων του. Η θεματική δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο σε νομικό επίπεδο, αλλά πρέπει να συμπεριλάβει και τις επιστημονικές ανακαλύψεις στους τομείς της ιατρικής και της ψυχολογίας.
Επισημαίνεται ότι από τις νεότερες ιατρικές και ψυχολογικές έρευνες δεν προκύπτει κανένα αρνητικό αποτέλεσμα από την κοινή ανατροφή, που μοιράζεται ισομερώς μεταξύ δύο σπιτιών. Αντίθετα, η ύπαρξη της διπλής κατοικίας θεωρείται ευεργετική και απαραίτητη για την προστασία της ισόρροπης ανάπτυξης του παιδιού. Τα παιδιά που ζουν εναλλάξ και με τους δύο γονείς με ίση κατανομή του χρόνου, ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή τους από εκείνα που υπάγονται σε άλλη ρύθμιση για χωρισμένες οικογένειες (Bjarnason/Arnarsson (2011), Joint physical custody and communication with parents: A cross – national study of children in 36 western countries, Journal of Comparative Family Studies, 42, σ. 871-890· Bauserman (2002), Child adjustment in joint-custody versus sole-custody arrangements: a meta analytic review, Journal of Family Psychology, 16, σ. 91-102).

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

ΕλΣυν Ολ 244/17 : Συντάξεις Δημοσίου - Εισφορά Αλληλεγγύης - Συνταγματικότητα. Τίθεται το ζήτημα της συμβατότητας των άρθρων 38 του ν. 3863/2010 και 11 του ν. 3865/2010 σε σχέση με τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ.

ΕλΣυν Ολ 244/17 :  Συντάξεις Δημοσίου - Εισφορά Αλληλεγγύης - Συνταγματικότητα. Τίθεται το ζήτημα της συμβατότητας των άρθρων 38 του ν. 3863/2010 και 11 του ν. 3865/2010  σε σχέση με τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ.Κρίθηκε ότι οι επίμαχες διατάξεις, καθ’ ο μέρος επιβλήθηκε με αυτές εισφορά αλληλεγγύης στις συντάξεις του Δημοσίου, και συνακόλουθα καθ’ ο μέρος αυξήθηκε με αυτές το ύψος της επίμαχης εισφοράς για τους συνταξιούχους του Δημοσίου είναι αντίθετες προς τις απορρέουσες απο το Σύνταγμα αρχές. Αντίθετη μειοψηφία. Κατά την κρατήσασα γνώμη, πρέπει, ως χρονικό σημείο επέλευσης των αποτελεσμάτων της διάγνωσης της αντίθεσης των ανωτέρω διατάξεων με το Σύνταγμα να ορισθεί ο χρόνος δημοσίευσης της παρούσας απόφασης. Κρίση περί μη καταβολής δικαστικού ενσήμου σε αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του ΕΣ. Αντίθετη μειοψηφία.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 244/2017

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Αγγελάρας, Πρόεδρος, Ιωάννης Σαρμάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη και Άννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδροι, Γεώργιος Βοΐλης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου και Βασιλική Προβίδη, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Γεωργία Μαρινοπούλου.Μιχαήλ Ζυμής, Γενικός Επίτροπος Επικρατείας.
Για να δικάσει την από 10.9.2014 αγωγή:
του Θ.Χ. του Γ., κατοίκου …….. Αττικής (οδός ……), ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΑΤ (Α.Μ. Δ.Σ.Α….),
κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τους ΚΚ και Ν Κ, Σύμβουλο και Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αντιστοίχως.
Η πιο πάνω αγωγή, εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της ΦΠΔ/75175/29.10.2014 Πράξης της Επιτροπής του άρθρου 108Α του π.δ/τος 1225/1981.
Με την αγωγή αυτή ο ενάγων επιδιώκει να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα, νομιμοτόκως, το ποσό των 21.940,32 ευρώ.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή αυτής.
Τους αντιπροσώπους του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής. Και
Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος, υπό την προϋπόθεση της καταβολής από τον ενάγοντα του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου, πρότεινε η αγωγή να κρατηθεί και να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο και, αφού διαγνωσθεί η αντίθεση των διατάξεων των άρθρων 38 του ν. 3863/2010 και 11 του ν. 3865/2010 προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, η υπόθεση να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εξέταση στο II Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Συμβούλους Κωνσταντίνο Κωστόπουλο, Γεωργία Μαραγκού, Ασημίνα Σαντοριναίου και Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα που απουσίασαν λόγω κωλύματος.
Άκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Κωνσταντίνου Εφεντάκη και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
Ι. Με την υπό κρίση αγωγή - κατά τη συζήτηση της οποίας στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος κατέθεσε δήλωση για την τροπή του αιτήματος αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό - ο ενάγων, τέως δικαστικός λειτουργός (……. του Συμβουλίου της Επικρατείας) και ήδη από 1.7……….πολιτικός συνταξιούχος του Δημοσίου, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει εντόκως, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξόφλησης, το ποσό των 21.940,32 ευρώ, το οποίο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 38 του ν. 3863/2010 και 11 του ν. 3865/2010 περί Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης, φέρεται ότι παρακρατήθηκε από τη σύνταξή του κατά το χρονικό διάστημα από 10.9.2012 έως 10.9.2014.
ΙΙ. Το άρθρο 108Α «Πρότυπη δίκη - προδικαστικό ερώτημα» του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012 (Α΄ 51), ορίζει ότι «1. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε Τμήματος, μπορεί, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικράτειας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, να εισαχθεί για εκδίκαση ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου με πράξη τριμελούς Επιτροπής, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, όταν η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Τμήματος στο οποίο προεδρεύει, και τον Πρόεδρο του Τμήματος στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή που δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες των Αθηνών, συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα …… Μετά την επίλυσή του, η Ολομέλεια μπορεί να παραπέμπει το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο αρμόδιο Τμήμα, για περαιτέρω εξέταση. Η απόφαση της Ολομέλειας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιoν της δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες ……».
ΙΙΙ. Α. Το άρθρο 274 - του κυρωθέντος, με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/ 1999, Α΄ 97, Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος εφαρμόζεται αναλόγως και στις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκες σύμφωνα με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων», όπως το τελευταίο αυτό άρθρο ισχύει ύστερα από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 το ν. 3472/2006, Α΄ 135) - ορίζει ότι: «1. Για το παραδεκτό της καταψηφιστικής αγωγής, είτε αυτή ασκείται αυτοτελώς είτε σωρευτικώς με προσφυγή (…), καταβάλλεται το τέλος δικαστικού ενσήμου που προβλέπεται από το ν. ΓΟΗ/1912, όπως εκάστοτε ισχύει ……». Συναφώς, το άρθρο 2 του ν. ΓΟΗ/1912 (Α΄ 3), όριζε αρχικώς ότι: «1. Οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των δραχμών 10.000 επιβάλλεται τέλος (…) οριζόμενον εις δραχμάς μεν δέκα, οσάκις η αξία αύτη δεν είναι ανωτέρα των δραχμών εικοσιπέντε χιλιάδων, εις δραχμάς δε είκοσι πέντε, οσάκις δεν είναι ανωτέρα των δραχμών πεντήκοντα χιλιάδων. Αι δε ποσότητες αι υπερβαίνουσαι τας 50.000 δραχμών υποβάλλονται εις τέλος δραχμών πεντήκοντα κατά πάσαν προσθήκην από κλάσματος δραχμής μέχρις εικοσιπέντε χιλιάδων δραχμών. Εξαιρούνται της διατάξεως ταύτης αι κατά τον Ν. ΓΨΗΖ΄(3797) του 1911 ενασκούμενοι αγωγαί περί προσωρινών μέτρων». Τα ποσά του ως άνω τέλους διπλασιάσθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν.δ/τος της 29.12.1922 (Α΄ 290), ενώ με το άρθρο 11 του ν.δ/τος 4189/1961 (Α΄ 149) ορίσθηκε ότι: «Το επί τη βάσει του άρθρου 2 του Νόμου ΓΟΗ (…) περί δικαστικού ενσήμου, ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, προβλεπόμενον επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής τέλος (αγωγόσημον), επιβάλλεται οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των δραχμών δέκα πέντε χιλιάδων (15.000)». Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του ν.δ/τος 1544/1942 (Α΄ 189), ορίσθηκε ότι: «1. … 3. Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓΟΗ είναι ότι εις το δι’ αυτού επιβαλλόμενον τέλος δεν υπόκεινται αι απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ως και αι περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Η διάταξη, ωστόσο, αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165), ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού», για να επακολουθήσει νέα αντικατάστασή της, με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού». Σε συνέχεια δε των ανωτέρω ρυθμίσεων, η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΟΗ/1912, αντικατασταθείσα, με τη σειρά της, με την περίπτωση 6 της υποπαραγράφου ΙΓ.1 της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ. 16 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18), ορίζει πλέον ότι: «Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8%ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επιπλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.ΟΠ.Υ.Υ.) και χαρτόσημο ποσοστού 2,4%, τα οποία ανωτέρω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου (…)».
Β. Η έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι ότι ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας εξαρτά από την καταβολή δικαστικού ενσήμου το παραδεκτό μόνον της καταψηφιστικής αγωγής, παραπέμποντας, με το άρθρο 274 αυτού, στον ν. ΓΟΗ/1912, για τον προσδιορισμό του ύψους του εν λόγω τέλους. Αντιθέτως, η αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 73 παρ. 2(β) του ίδιου Κώδικα δεν υπόκειται σε δικαστικό ένσημο, καθόσον για αυτήν ανάλογη παραπομπή στον ν. ΓΟΗ/1912 δεν γίνεται. Οι δε ως άνω ρυθμίσεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ουδόλως εθίγησαν από τις επιγενόμενες διατάξεις των νόμων 3994/2011, 4055/2012, 4093/2012 και 4111/2013, οι οποίες αφορούν αποκλειστικώς διαφορές υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού, με δεδομένο ότι όλες οι σχετικές εξαιρέσεις (αναγνωριστικές αγωγές επί εργατικών διαφορών, διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, διαφορών από αυτοκίνητα και διαφορών από διατροφή, καθώς και αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης ή προσημείωσης και για την ακύρωση πλειστηριασμού) αναφέρονται σε ιδιωτικές διαφορές, σαφώς προκύπτει ότι βούληση του νομοθέτη ήταν η εκ νέου ρύθμιση του ζητήματος μόνο για τις τελευταίες και όχι η επιβολή της υποχρέωσης καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου για το σύνολο των αναγνωριστικών αγωγών, ανεξαρτήτως της δικαιοδοσίας στην οποία υπάγονται.
Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γεώργιος Βοΐλης, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Οι προαναφερόμενες νεώτερες διατάξεις επιβάλλουν την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου για το σύνολο των αναγνωριστικών αγωγών χωρίς να κάνουν διάκριση αναλόγως των δικαστηρίων ενώπιον των οποίων ασκούνται, η οποία άλλωστε διάκριση πέραν του γεγονότος ότι δεν γίνεται από τον κοινό νομοθέτη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει από τον δικαστή αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ουσιαστικά ανεπίτρεπτη από το Σύνταγμα νομοθέτηση από τα δικαστήρια θα ήταν και εντελώς αδικαιολόγητη και ασύμβατη με τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 Σ) και της παροχής εννόμου προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ) χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις και προσκόμματα.
ΙV. Η υπό κρίση αγωγή, για την οποία, σύμφωνα με όσα έγιναν, κατά πλειοψηφία, δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, δεν απαιτείται, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το Δημόσιο, η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, παραδεκτώς φέρεται ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τούτο δε διότι, με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 38 του ν. 3863/2010 και 11 του ν. 3865/2010 περί Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης, θεσπίστηκε παρακράτηση που βαρύνει, κατά τα εκεί ειδικότερα οριζόμενα, όλες εν γένει τις καταβαλλόμενες από το Δημόσιο Ταμείο συντάξεις και, ως εκ τούτου, η δικαστική ιδιότητα, την οποία ο ενάγων έφερε ενόσω ήταν στην ενέργεια, δεν ασκεί επιρροή, ώστε η υπόθεση να χρήζει παραπομπής στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος (πρβλ. Ελ. Συν. Ολομ. 4327/2014). Περαιτέρω, η αυτή αγωγή, λόγω του γενικότερου ενδιαφέροντος και με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων της επιβληθείσας παρακράτησης, με βάση τις άνω διατάξεις των άρθρων 38 του ν. 3863/2010 και 11 του ν. 3865/2010, παραδεκτώς, κατόπιν της τήρησης των προβλεπόμενων διατυπώσεων από το άνω άρθρο 108Α του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει ύστερα από το ν. 4055/2012, εισήχθη, με την ως άνω ΦΠΔ/75175/29.10.2014 Πράξη της Επιτροπής του άρθρου 108Α του π.δ/τος 1225/1981, ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου. Και αυτό προκειμένου να κριθεί το ζήτημα της συμβατότητας, των άρθρων αυτών - 38 του ν. 3863/2010 και 11 του ν. 3865/2010 - σε σχέση με τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το Δημόσιο είναι αβάσιμα και, ως εκ τούτου, απορριπτέα, το μεν διότι, προκειμένης αγωγής, δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, το δε διότι έχουν προκαταβληθεί οι εισφορές και τα ένσημα του ν. 4194/2013 (Α΄ 208).
V. Α. Από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που προβλέπει ότι «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη», καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας», απορρέουν οι αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. Οι αρχές αυτές, κατ’ αρχήν, δεν επιτρέπουν την αιφνίδια μεταβολή ουσιωδών στοιχείων της σταθερά διαμορφωμένης νομικής και πραγματικής κατάστασης των προσώπων, στην διατήρηση των οποίων είχαν δικαιολογημένα αποβλέψει, μεταξύ άλλων, και κατά τον καθορισμό των συνθηκών και του επιπέδου διαβίωσής τους, παρά μόνον στο μέτρο που η μεταβολή αυτή δικαιολογείται από υπέρτερους λόγους δημοσίου συμφέροντος και στον βαθμό που, ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, τηρείται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ του υπερκείμενου αυτού συμφέροντος και των δικαιωμάτων ή των νομίμων προσδοκιών των θιγομένων από την μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος (πρβλ. Ελ. Συν. Πρακτ. Ολομ. της 4ης Ειδικής Συνεδρίασης της 31.10.2012, Ολομ. ΣτΕ 602/2003, ΣτΕ 1508/2002, αποφ. ΕΔΔΑ της 2.4.2015 Dimech κατά Μάλτας, σκ. 64, της 7.2.2013 Fabris κατά Γαλλίας, σκ. 66).
Β. Με το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» καθιερώνεται η αρχή της ισότητας, η οποία, όπως έχει παγίως κριθεί, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των τελούντων υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες προσώπων. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την άσκηση του νομοθετικού έργου, όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του Κράτους Δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας καθενός με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, που είναι έλεγχος ορίων και όχι ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή την κατ’ εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΑΕΔ 1/2012, Ελ. Συν. Ολομ. 2654/2013, 2340/2009, ΣτΕ Ολομ. 1286/2012 κ.ά.).
Γ. Στην παράγραφο 5 του αυτού άρθρου 4 του Συντάγματος που ορίζει ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», κατοχυρώνεται η αρχή της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη. Η αρχή αυτή αναλύεται στις επιμέρους ειδικότερες αρχές της καθολικότητας των δημοσίων βαρών και της αναλογικότητας της συνεισφοράς σε σχέση με τις δυνάμεις του συνεισφέροντος. Ως δημόσια δε βάρη νοούνται κάθε είδους υποχρεωτικές, χρηματικές ή υλικές οριστικές παροχές των πολιτών προς το Κράτος όπως φόροι, τέλη, δασμοί, κοινωνικοί πόροι, εισφορές, εφ’ όσον επιβάλλονται χωρίς ειδικό αντάλλαγμα υπέρ της βαρυνόμενης με αυτά κατηγορίας. Ενόψει των αρχών αυτών, ο νομοθέτης έχει, κατ’ αρχήν, την ευχέρεια να καθορίζει τις μορφές των δημοσίων βαρών, ήτοι των οικονομικών επιβαρύνσεων για τη δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνόμενους πολίτες με ποικίλες μορφές, περιορίζεται, όμως, από τις ανωτέρω αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου, όπως κατοχυρώνεται στην προεκτεθείσα παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος. Από την ανωτέρω διάταξη, της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται τα δημόσια βάρη να επιβάλλονται σε ορισμένο μόνο κύκλο προσώπων (κοινωνικοοικονομικές ομάδες) ή πραγμάτων, εφ’ όσον, όμως, δικαιολογείται η επιβάρυνση του κύκλου αυτού σε σχέση με τις μη βαρυνόμενες κατηγορίες, δηλαδή μόνον εάν δικαιολογείται από αντικειμενικά κριτήρια που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα, όπως η σύνδεση της βαρυνόμενης κοινωνικοοικονομικής ομάδας με τον υπηρετούμενο από τη ρύθμιση σκοπό και η ωφέλεια που αυτή αντλεί από τον κοινωνικό ή οικονομικό τομέα στον οποίο αφορά η νομοθετική παρέμβαση ή από την ιδιαίτερη εισφοροδοτική ικανότητα της επιλεγείσας ως αποκλειστικά βαρυνόμενης κατηγορίας (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2469-2471/2008, ΣτΕ 4986/2012, 3143/2015), η επιβολή δε του βάρους γίνεται επί συγκεκριμένης ύλης, πρόσφορης να καταδείξει την ικανότητα συμβολής της κατηγορίας και συναφούς προς τη θεσπιζόμενη ρύθμιση (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1241/2015).
Δ. Με τις ρυθμίσεις του άρθρου 79 του Συντάγματος (με τις οποίες καθορίζεται η διαδικασία ψήφισης του προϋπολογισμού των εσόδων και εξόδων του Κράτους, του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του Κράτους, καθώς και έγκρισης των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης), σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 73 παρ. 2 (με τις οποίες καθορίζεται η προπαρασκευαστική – γνωμοδοτική διαδικασία πριν από την ψήφιση συνταξιοδοτικών νομοσχεδίων που συνεπάγονται μακροχρόνιες δημοσιονομικές συνέπειες) και αυτές του άρθρου 75 (στις οποίες προβλέπεται η υποχρεωτική σύνταξη προκαταρκτικής έκθεσης για την κάλυψη της δαπάνης που συνεπάγονται νομοσχέδια με δημοσιονομικές επιπτώσεις), εκδηλώνεται η μέριμνα του συντακτικού νομοθέτη για τη δημοσιονομική διαχείριση (Ελ. Συν. Πρακτ. Ολομ. 26ης Γεν. Συν/σης της 17.12.2014 και πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3409, 3408, 1685/2013, 3668/2006). Περαιτέρω, με τις ρυθμίσεις αυτές, θεσπίζονται και ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις για τον οικονομικό προγραμματισμό και τον τρόπο διάθεσης των πεπερασμένων δημοσίων πόρων, που πρέπει να διανέμονται με γνώμονα την, επίσης συνταγματικής περιωπής, αρχή της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, συνιστώσα αναγκαία για την διασφάλιση της συνέχειας στην οικονομική λειτουργία του Κράτους και της εκτέλεσης της αποστολής του (Ελ. Συν. Ολομ. Πρακτ. 26ης Γεν. Συν/σης της 17.12.2014 και στο πνεύμα αυτό πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2115, 1116/2014, 1284, 1283, 668/2012 και αποφάσεις. ΕΔΔΑ της 15.10.2013 «Rimantas Savickas κατά Λιθουανίας», της 8.10.2013 «Mateus και Januario κατά Πορτογαλίας», της 7.5.2013 «Ιωάννα Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος»).
Δ.1. Από τις προεκτεθείσες ρυθμίσεις των άρθρων 73 παρ. 2, 75 και 79 του Συντάγματος συνάγεται, περαιτέρω, ότι κάθε επέμβαση στην δημοσιονομική σφαίρα, που συνεπάγεται επιβάρυνση των δημοσίων κεφαλαίων, απαιτεί την εξέταση των δημοσιονομικών επιπτώσεων βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων. Ειδικότερα, απαιτείται η ένταξη των πολιτικών στόχων με οικονομικό φορτίο (βλ. άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος, περί της χαρασσόμενης από την Κυβέρνηση γενικής πολιτικής της Χώρας και 79 παρ. 8 του Συντάγματος ως προς την ψήφιση από την Ολομέλεια της Βουλής των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης), σε έναν ορθολογικό συνολικό σχεδιασμό, βάσει των αρχών και των πορισμάτων της δημοσιονομικής και της οικονομικής επιστήμης, που περιλαμβάνει την ανάλυση των δημοσιονομικών δεδομένων και κινδύνων, την εξέταση των άμεσων και μελλοντικών δημοσιονομικών επιπτώσεων, αλλά και την εξέταση όλων των εναλλακτικών λύσεων για την επίτευξη της ηπιότερης δυνατής επιβάρυνσης των δημοσίων πόρων, προκειμένου να διασφαλισθεί η αρχή της δημοσιονομικής βιωσιμότητας (Ελ. Συν. Ολομ. Πρακτ. 26ης Γεν. Συν/σης της 17.12.2014 και, κατ’ αναλογία, επί των επιπτώσεων των επεμβάσεων στους φυσικούς πόρους κατά τη διαμόρφωση του περιβαλλοντικού, χωροταξικού σχεδιασμού, ΣτΕ Ολομ. 3920/2010, 3396-7/2010, 3037/2008, 705/2006, 1569/2005 κ.ά.). Στο πλαίσιο αυτό, ο νομοθέτης διαθέτει ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης κατά τη χάραξη της δημοσιονομικής πολιτικής, δηλαδή ένα ευρύ φάσμα δικαστικά ανέλεγκτης πολιτικής εκτίμησης και επιλογής, ενόψει, αφενός των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 106 του Συντάγματος που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. …» και αφετέρου της θεσπιζόμενης στο άρθρο 26 του Συντάγματος αρχής της διάκρισης των λειτουργιών. Δύναται δε ο νομοθέτης να αξιώνει από όλους τους πολίτες να εκπληρώνουν το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 25 του Συντάγματος, ενώ ειδικά σε περιόδους παρατεταμένης οικονομικής κρίσης μπορεί να θεσπίζει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κοινωνικοοικονομικών ομάδων, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις προεκτεθείσες συνταγματικές αρχές του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κοινωνικοοικονομικών ομάδων, αναλόγως των δυνάμεων αυτών. Συνεπώς, η όποια νομοθετική επέμβαση στα δικαιώματα και τις νόμιμες προσδοκίες των βαρυνόμενων με τα μέτρα κατηγοριών, που έχει τη μορφή επιβολής δημοσίων βαρών και συντελείται στο πλαίσιο δημοσιονομικής προσαρμογής για την αντιμετώπιση οικονομικής κρίσης με στόχο τη διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, απαιτείται από το Σύνταγμα να μην παραβιάζει τις ανωτέρω αρχές. Ενόψει δε και της αρχής της αναλογικότητας, επιβάλλεται να τηρείται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των προσδοκιών των πολιτών αφενός και του δημοσίου συμφέροντος το οποίο υπηρετείται με την επιβολή των μέτρων αφετέρου, ενώ η οξύτητα της κρίσης και η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισής της προς διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας αποτελεί κριτήριο το οποίο σταθμίζεται κατά τον έλεγχο συμβατότητας των θεσπιζόμενων μέτρων προς τις ανωτέρω αρχές.
Δ.2. Στο πλαίσιο αυτό, και ενόψει των συνταγματικών αρχών του Κράτους Δικαίου και της ασφάλειας δικαίου, οι οποίες, όπως και οι λοιπές ανωτέρω αρχές δεν υποχωρούν υπό συνθήκες δημοσιονομικής κρίσης, αλλά εξακολουθούν να αποτελούν κατά το Σύνταγμα πάγιες δικλείδες προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, απαιτείται τα νομοθετικά μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, όπως άλλωστε και κάθε νομοθετική ρύθμιση, να αιτιολογούνται και να εντάσσονται κατά τρόπο διαφανή, συστηματικό, συνεκτικό, συνεπή και αποτελεσματικό στον κατά τα ανωτέρω συνολικό οικονομικό σχεδιασμό του Κράτους και στο ειδικότερο πεδίο οικονομικής δράσης με το οποίο σχετίζονται, υπηρετώντας την συνταγματική αρχή της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, ώστε να παρίσταται, κατ’ αρχήν, θεμιτή η επιβολή τους από την άποψη του υπηρετούμενου με αυτά σκοπού (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 668/2012, 3578/2010, αποφ. ΔΕΚ της 19.5.2009, C-171/07 και C-172/07 «Apothekerkammer des Saarlandes», σκ. 42, της 9.7.1981, C-169/80 «Administration des douanes κατά Société anonyme Gondrand Frères και Société anonyme Garancini», σκ. 17 και ΕΔΔΑ της 28.3.2000 «Baranowski κατά Πολωνίας», παρ. 52). Προκειμένου δε να καθίσταται εφικτός ο κατ’ άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος ουσιαστικός και πλήρης δικαστικός έλεγχος της συμβατότητας των επιβαλλόμενων μέτρων προς τις ανωτέρω συνταγματικές εγγυήσεις και να μην αναιρείται η πρακτική αποτελεσματικότητα των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων περί ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, που συνιστούν βασικό πυλώνα του Κράτους Δικαίου, στην περίπτωση που η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας επιβάλλονται σε συγκεκριμένη κοινωνικοοικονομική ομάδα, ιδίως δε, κατά την λήψη μακροπρόθεσμων δημοσιονομικών μέτρων συνδεόμενων με διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταβολές σε τομείς της κοινωνικής ή οικονομικής δράσης του Κράτους, που συνεπάγονται σοβαρή και διαρκή οικονομική επιβάρυνση της ομάδας αυτής, απαιτείται ειδική αιτιολόγηση της οικείας νομοθετικής ρύθμισης. Η ειδική αυτή αιτιολόγηση μπορεί να προέρχεται από την ίδια τη ρύθμιση ή από τα συνοδευτικά αυτής κείμενα, όπως η κατ’ άρθρο 74 παρ. 1 του Συντάγματος σχετική αιτιολογική έκθεση, οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφιση των σχετικών νομοθετικών μέτρων, από στοιχεία στα οποία οι εργασίες αυτές αναφέρονται, όπως ειδικές τεχνικές επιστημονικές μελέτες ή πορίσματα ειδικών επιτροπών στα οποία στηρίχθηκε η νομοθετική πρωτοβουλία. Συγκεκριμένα, η εν λόγω ουσιαστική και διαδικαστική εγγύηση της αιτιολόγησης των νομοθετικών μέτρων, η ένταση της οποίας κλιμακώνεται αναλόγως της επείγουσας ή μη φύσης των προς αντιμετώπιση δημοσιονομικών προβλημάτων, του άμεσου ή διαρθρωτικού χαρακτήρα των επιχειρούμενων μεταβολών, του παροδικού ή διαρκούς χαρακτήρα των μέτρων, του τεχνικού ή μη χαρακτήρα αυτών και η τήρηση της οποίας κρίνεται από τον δικαστή, με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επίδικη νομοθετική παρέμβαση και τις συγκεκριμένες δημοσιονομικές και νομικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης (πρβλ. αποφ. ΔΕΕ της 17.3.2011, C-221/09 «AJD Tuna Ltd κατά Direttur tal-Agrikoltura u s-Sajd, Avukat Generali», σκ. 58), προϋποθέτει ότι προκύπτει ή συνάγεται με σαφήνεια και ακρίβεια ο ειδικότερος σκοπός που επιδιώκεται από τα μέτρα αυτά, ενόψει του πλαισίου στον οποίο εντάσσονται και των δημοσιονομικών προβλημάτων που πρόκειται να θεραπεύσουν. Περαιτέρω, από τη σχετική αιτιολογία, η οποία συνιστά και το εργαλείο δικαστικού ελέγχου της τήρησης των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και αρχών, μεταξύ των οποίων και η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου και της ισότητας στα δημόσια βάρη, απαιτείται να προκύπτει η σχέση της βαρυνόμενης κατηγορίας προς το ρυθμιζόμενο ζήτημα, η ικανότητα αυτής να συνεισφέρει για την διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας του συγκεκριμένου τομέα της κοινωνικής ή οικονομικής δράσης του Κράτους, συνδεόμενη αφενός με την ωφέλεια που πορίζεται η βαρυνόμενη κατηγορία από τον τομέα αυτόν και αφετέρου με το σύνολο των λοιπών επιβαρύνσεων που της έχουν επιβληθεί, η αναγκαιότητα και η προσφορότητα των επιβαλλόμενων μέτρων σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, η εξέταση τυχόν εναλλακτικών λύσεων, καθώς και η κατ’ αρχήν στάθμιση από τον νομοθέτη των διακυβευόμενων συμφερόντων, με την τήρηση μίας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ αυτών (πρβλ. Ελ. Συν. Ολομ. 4327/2014, ΣτΕ Ολομ. 2287-2290/2015, 1664/2011, 2204/2010, πρβλ. αποφ. ΔΕΚ της 7.9.2006, C-310/04 «Ισπανία κατά Επιτροπής», σκ. 57 έως 66). Κατά τον δικαστικό έλεγχο της αιτιολογίας των νομοθετικών παρεμβάσεων, ο οποίος παραμένει έλεγχος ορίων και όχι της ορθότητας των ουσιαστικών εκτιμήσεων του νομοθέτη ή της σκοπιμότητας των κατ’ αρχήν επιλογών του κατά τη χάραξη της δημοσιονομικής πολιτικής, ζητήματα που ανάγονται αποκλειστικά στη σφαίρα της πολιτικής του ευθύνης, ελέγχεται ο σκοπός που υπηρετούν τα νομοθετικά μέτρα σε συνάρτηση και προς το γενικότερο κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, η κατ’ αρχήν στάθμιση από τον νομοθέτη των επιμέρους συμφερόντων υπό το πρίσμα των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και αρχών, καθώς και η μετά τη στάθμιση αυτή, τυχόν, πρόδηλη υπέρβαση του περιθωρίου εκτίμησης του νομοθέτη και σύγκρουση των τιθέμενων ρυθμίσεων προς τις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Άλλωστε, ο βαθμός διακινδύνευσης της δημοσιονομικής ισορροπίας συνιστά λόγο που σταθμίζεται κατά τη δικαιολόγηση της επιβολής των μέτρων και της έκτασης αυτών σε σχέση με την επέμβαση σε δικαιώματα ή νόμιμες προσδοκίες των πολιτών, δεν συνιστά, όμως, κατά το Σύνταγμα, θεμιτό μηχανισμό κάμψης των ανωτέρω ουσιαστικών και διαδικαστικών εγγυήσεων, αφού αυτό περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες για την αντιμετώπιση επειγουσών καταστάσεων (βλ. άρθρο 44 παρ. 1 και άρθρο 76 παρ. 4 και 5 του Συντάγματος, όπως αυτό συμπληρώνεται από τον Κανονισμό της Βουλής).
VΙ. Α. Ο συνταγματικός νομοθέτης έχει επιφυλάξει διαχρονικά ειδικό υπηρεσιακό και συνταξιοδοτικό καθεστώς για τους δημοσίους λειτουργούς, τους δημοσίους υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς (άμεσα και έμμεσα όργανα του Κράτους) που συνδέονται με ειδική νομική σχέση με το Κράτος (βλ. μεταξύ άλλων τη νομοθετική πράξη ΧΝΒ΄ του 1861, άρθρα 94, 114 και 49 εδ. γ΄ του Συντάγματος του 1927, άρθρα 61, 87 επ., 98 εδ. δ΄ και 101 του Συντάγματος του 1952). Ειδικότερα, το Σύνταγμα του 1975, όπως ισχύει και μετά τις ύστερες αναθεωρήσεις του, περιλαμβάνει διατάξεις από τις οποίες απορρέει η ιδιαίτερη θέση των δικαστικών λειτουργών (άρθρα 87 και επ.), των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων (άρθρα 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος), των πανεπιστημιακών (άρθρο 16 του Συντάγματος), των ιατρών που υπηρετούν σε κρατικούς φορείς για την προστασία της υγείας των πολιτών (άρθρο 21 του Συντάγματος) των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρα 103 και 104 του Συντάγματος), ενώ περιέχει και ειδικές διαδικαστικές ρυθμίσεις για την προπαρασκευή και την νομοπαραγωγική διαδικασία επί των συνταξιοδοτικών νομοσχεδίων (άρθρα 73 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος), την απονομή των συντάξεων (άρθρο 80 του Συντάγματος), αλλά και την ειδική δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των διαφορών από την απονομή σύνταξης (άρθρο 98 παρ. 1 περ. στ του Συντάγματος).