Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

"Το ενιαίον της Εισαγγελίας και το αυτό πρόσωπο του εισαγγελέως" [ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ Θ. ΚΟΝΤΑΞΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΝ]

1. Σε ένα μικρό επαρχιακό σιδηροδρομικό σταθμό πλησιάζει ο επιβάτης στο γραφείο έκδοσης εισιτηρίων και ζητά ένα εισιτήριο. Ο αρμόδιος υπάλληλος φορά ένα μαύρο καπέλο και, αναλαμβάνοντας ανάλογο ρόλο, του το εκδίδει. Στη συνέχεια ο επιβάτης προσεγγίζει την επόμενη θυρίδα και ζητά να παραδώσει την αποσκευή του. Ο ίδιος, προηγούμενος, υπάλληλος, μετακινούμενος, δρομαίως, όπισθεν των «γκισέ», φορά ένα πράσινο καπέλο και παραλαμβάνει την αποσκευή του επιβάτη, ως καθ΄ ύλην αρμόδιος του εκεί χώρου. Ο επιβάτης, μετά ταύτα, κατευθύνεται στο μικρό, υποτυπώδες καφενείο του σταθμού αναμένοντας το τρένο. Ο ίδιος υπάλληλος, εμφανίζεται, ασθμαίνων, έμπροσθεν του, με μπλέ καπέλο αυτή τη φορά, και καταγράφει την παραγγελία του επιβάτη. Σε λίγο αναγγέλλεται από τα μεγάφωνα η επικείμενη άφιξη του τρένου. Ο ίδιος, ένας και ο αυτός υπάλληλος, (πρώην εκδότης εισιτηρίων, υπεύθυνος σκευοφόρου, ολίγον καφετζής), φορά ένα κόκκινο καπέλο και κάθιδρος πλησιάζει στην αποβάθρα να υποδεχθεί το τρένο, με την ιδιότητα του σταθμάρχη αυτή τη φορά, (ήδη δε προηγουμένως είχε αναλάβει και εσωτερικό ρόλο εκφωνητή αναγγέλλοντος την άφιξη του τρένου). Ανώδυνη εναλλαγή ρόλων. Είναι η, (πραγματική), ιστορία ενός καρτούν.
2. Υποβάλλεται έγκληση και χρεώνεται στην εισαγγελέα Α. Η τελευταία τη μελετά, και παραγγέλλει προκαταρκτική εξέταση. Μετά   ταύτα η Α ασκεί ποινική δίωξη και, συμπληρωματικά, παραγγέλλει προανάκριση. Εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου η υπόθεση με πρόταση της Α. Παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/δικείου προς εκδίκαση η υπόθεση. Εισαγγελεύς της έδρας η  Α. Το Δικαστήριο, μετά από την εξέλιξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αναβάλλει για κρείσσονες. Την επόμενη φορά εισαγγελεύς της έδρας είναι και πάλι η Α, (τείνει να γίνει πλέον η «δικονομική μας φίλη»). Εκδίδεται καταδικαστική απόφαση κατόπιν σύμφωνης πρότασης της Α. Ασκείται έφεση υπό του κατηγορουμένου. Προαχθείσα η Α κατέχει την έδρα της εισαγγελέως του Εφετείου και ζητά και πάλι την καταδίκη του κατηγορουμένου, (η σχέση μας με την Α εξελίχθηκε σε «δικονομική κοινωνία γάμου»). Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας η απόφαση και επανεισάγεται στο Εφετείο. Εισαγγελεύς της έδρας και πάλι η γνωστή μας Α, (κάθε φορά, φυσικά, με διαφορετικό, κυριολεκτικά και μεταφορικά/θεσμικά, ένδυμα).
3. Ο ΚΠΔ ουδέν προβλέπει σε ανάλογες περιπτώσεις και η νομολογία απλά αγνοεί, (γιατί άραγε;), τη ζώσα «πραγματική»[1]  πραγματικότητα, (ως εάν υφίσταται παράλληλη αυτής «δικαστική πραγματικότητα»). Η Α θα μπορούσε να έχει χρεωθεί και χειρισθεί πλείστες όσες ακόμη ενδιάμεσες δικονομικές στάσεις της όλης υπόθεσης.   
4. Παγίως δε νομολογείται ότι δεν συντρέχει λόγος απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου στις περιπτώσεις κατά τις οποίες :
α. ο εισαγγελεύς του οποίου η πρόταση ενσωματώθηκε σε αναιρεθέν βούλευμα, συμμετάσχει στη μετ΄ αναίρεση δίκη (ή στο δικαστικό Συμβούλιο που επελήφθη της υποθέσεως μετ΄ αναίρεση),
β. ο εισαγγελεύς της δευτεροβάθμιας δίκης είχε ασκήσει καθήκοντα εισαγγελέως και στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, καθώς και ότι στις ως άνω περιπτώσεις δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ.[2]
5. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 3 ΚΠΔ «Ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις».
6. Απόλυτη, επίσης, ακυρότητα, λαμβανομένη αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ, η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την «εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα».
7. Εκ του συνδυασμού των ως άνω παρατιθέμενων άρθρων του ΚΠΔ, και στα πλαίσια της τελολογικής ερμηνείας, προκειμένου να υπάρχει ταυτότητα νομικού λόγου και ενότητα δικαίου, (και φυσικά τήρηση των κανόνων της απλής λογικής, διαδικασία υπαγόμενη στα όρια του Ακυρωτικού ελέγχου), σε ανάλογες περιπτώσεις, συνάγεται ότι αποκλείεται η παράσταση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και του εισαγγελέως που άσκησε τα καθήκοντά του, για την αυτή υπόθεση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
8. Το ως άνω συμπέρασμα επιρρωνύεται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ  Delcourt κατά Βελγίου), σύμφωνα με το οποίο έχει παγίως νομολογηθεί ότι ο  εισαγγελεύς είναι, εν όψει του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), δικαστικό πρόσωπο.
9. Άλλωστε και στα άρθρα 88-91[3] του Συντάγματος ο εισαγγελεύς εξομοιώνεται πλήρως με τους τακτικούς δικαστές, ως δικαστικός λειτουργός, απολαμβάνων των αυτών εγγυήσεων, («διασφάλισης  της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του»[4]). Σύμφωνος με τη θέση της πλήρους εξομοίωσης είναι και ο Μ. Μαργαρίτης[5], ο οποίος σημειώνει ότι : «δικαστικά πρόσωπα υπαγόμενα στην παρούσα  ρύθμιση του άρθρου 14 είναι οι δικαστές, οι εισαγγελείς και οι γραμματείς». Σύμφωνος με τη θέση ότι ο εισαγγελεύς είναι δικαστικός λειτουργός είναι και ο εισαγγελεύς Γ. Κτιστάκης.[6]
10. Αξίζει η παράθεση περικοπής πρακτικού της Ολομελείας του ΣτΕ[7] 1/1979 : «πλην των δικαστών δια ρητών διατάξεων το Σ. καταλέγει μεταξύ των δικαστικών αυτού οργάνων και έτερα όργανα … μετέχοντα και επικυρούντα κατά τους οικείους νόμους, εις το έργον της απονομής της δικαιοσύνης … τοιαύτα όργανα είναι οι εισαγγελικοί λειτουργοί».
11. Ως εκ περισσού σημειώνεται ότι για να έχει το απαιτούμενο κύρος κάθε δικαστική απόφαση προϋποθέτει προηγούμενη ακρόαση του εισαγγελέως, (άρθρο 32 ΚΠΔ), ο οποίος υποχρεούται να αιτιολογεί, ειδικά και εμπεριστατωμένα κάθε πρόταση του, (άρθρο 139 ΚΠΔ). Σε περίπτωση δε αντικατάστασης του εισαγγελέως κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης, (λόγω π.χ. αιφνιδίου κωλύματος ένεκα ασθενείας), η κρατούσα νομολογιακή άποψη θεωρεί ότι προκαλείται απόλυτη ακυρότητα[8], όπως και σε περίπτωση κατά την οποία, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας  δεν δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα, ιδρυομένου αναιρετικού λόγου, (βλ. άρθρο 510 παρ. 1α  ΚΠΔ). Κατά πάσα περίπτωση η εξέλιξη της ποινικής δίκης πάσχει αν σε κάθε στάδιο αυτής και για κάθε ανακύπτον ζήτημα ή υποβαλλόμενο αίτημα, πρόταση, ένσταση, δεν τοποθετηθεί-προτείνει, προ των διαδίκων, ο εισαγγελεύς.   
12. Συνεπώς, η συμμετοχή του εισαγγελέως στην ποινική δίκη ούτε τυπική είναι ούτε συμπληρωματική. Η συμμετοχή του είναι ουσιώδης, καθοριστική και αποφασιστική στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης.

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

ΑΠ 153/2017: "Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση, τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό."

Αριθμός 153/2017 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Θ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΜΜ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς: 1) Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, που δεν παραστάθηκε, 2) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, που δεν παραστάθηκε, 3) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "Τράπεζα ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΓΚ, 4) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 5) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΙΧ, 6) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 7) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 8) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 9) Σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Α Δ και 10) ..., με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την κύρια παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 375/2013 μη οριστική και 95/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. 
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2014 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. 
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 12- 10-2015 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 95/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των παραστάντων (3ης και 5ης) προς κοινοποίηση τραπεζικών εταιριών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης και του παραστάντος (9ου) προς κοινοποίηση Σωματείου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Η κρινόμενη από 2-5-2014 (αρ. κατ. 2/2014) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης - αιτούσας τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και προσβάλλει την υπ’ αρ. 95/2014 απόφαση του, ως εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε επίσης 1) στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 2) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, 3) στην Τράπεζα ..., 4) στην Τράπεζα ..., 5) στην Τράπεζα ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, 6) στην Τράπεζα ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, 7) στην Τράπεζα ..., 8) στην Τράπεζα ..., 9) στο Σωματείο ... και 10) στην ..., με το διακριτικό τίτλο .... Αναφορικά δε με το ζήτημα της παραδεκτής άσκησης της αίτησης αναίρεσης και την παθητική νομιμοποίηση αυτής, λεκτέα τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ορίζεται ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους". Κατά το άρθρο 769 εδ. γ’ ΚΠολΔ, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α’ ΚΠολΔ), το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την αναίρεση, κατ’ αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που είχαν έννομο συμφέρον από τη δίκη. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση κατ’ αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, πρέπει μεν να απευθύνεται καθ’ όλων εκείνων που έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, πλην όμως το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, επομένως και του διαδίκου, που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο. (ΑΠ Ολ. 6/1999, ΑΠ 589/2001, ΑΠ 491/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στη δίκη ενώπιον του, ως εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου υπήρξαν διάδικοι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου και οι τραπεζικές εταιρείες προς τις οποίες έχει κοινοποιηθεί ως άνω η αίτηση αναίρεσης, ενώ επίσης είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας και τότε εφεσίβλητης το σωματείο ... και η .... Κατά των ανωτέρω δεν στρέφεται η αίτηση αναίρεσης. Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται εναντίον όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη του Εφετείου, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο της αναίρεσης, αλλά ο Άρειος Πάγος, που δικάζει την αναίρεση μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων, που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη και επομένως και του διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο. Και τούτο, διότι το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 760 δεν καταλαμβάνει μόνο τους τρίτους, που δεν κατέστησαν διάδικοι στη δευτεροβάθμια δίκη, αλλά και τους κατ’ αυτήν διαδίκους, κατά των οποίων δεν στρέφεται η αναίρεση. Επομένως, το Δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαίο, θα διατάξει την κλήτευσή τους κατ’ άρθρ. 748 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επομένως, κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά κατά της αναιρεσίβλητης, η οποία νομιμοποιείται παθητικά (άρθρ. 558 ΚΠολΔ), ενώ η μη απεύθυνση της αναίρεσης και κατά των λοιπών διαδίκων στο εφετείο - πιστωτριών Τραπεζών, δεν δημιουργεί το απαράδεκτο της συζήτησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη. Εξάλλου, οι προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντες δεν κατέστησαν διάδικοι, εφόσον δεν ανέλαβαν το δικαστικό αγώνα, ούτε η αναίρεση αφορά τις πρόσθετες παρεμβάσεις (ΑΠ 711/2015, ΑΠ 741/2013, ΑΠ 1236/2006). Επομένως η αναίρεση παραδεκτά δεν απευθύνεται κατ’ αυτών και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη, παραδεκτά, κατ’ άρθρ. 570 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, με τις από 21-10-2015 προτάσεις της, που είχε καταθέσει κατά την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω και ως προς το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τις πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες ... ΑΕ και ..., που ερημοδικάσθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση και την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατ’ αυτής πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

ΤρΔΕφΠατρών 957/2017 : Φορολογία κληρονομιών - Χρόνος γένεσης φορολογικής ενοχής -Προσδιορισμός φορολογητέας αξίας ακινήτων -. Η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατ’ αρχήν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Εξαιρέσεις στις οποίες ο νόμος μεταθέτει το χρόνο γένεσης της φορολογικής ενοχής σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του θανάτου του κληρονομουμένου. Μετάθεση του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρέωσης σε περίπτωση που τα αντικείμενα της κτήσεως κατέστησαν επίδικα μετά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και εφόσον ο κληρονομούμενος δεν ευρίσκεται στη νομή αυτών. Αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων. Εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό της υποκείμενης σε φόρο κληρονομιών αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται αιτία θανάτου, ως προς τα οποία η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 41 του ν. 1249/1982.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ Α957/2017
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ Β' - ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του (αίθουσα Κακουργιοδικείου του Δικαστικού Μεγάρου Πατρών) στις 29 Σεπτεμβρίου 2017, με δικαστές τους: Αγγελική Συντελή - Πιστοφίδου, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Ευγενία Καράκου - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Σολδάτου Εφέτες Δ.Δ. και γραμματέα την Αναστασία Βλαχοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την από 17.5.2015 (υπ'αριθ. καταχ. ΑΒΕΜ 23/21-5-2015 έφεση
του ..., κατοίκου ......... Κεφαλληνίας, ο οποίος παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του ΛΘ και ΚΧ,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου, ο οποίος δεν παραστάθηκε και κατά της Α2413/2014 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών
Κατά τη συζήτηση ο διάδικος που παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Aφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
Η κρίση του είναι η εξής:
1.   Επειδή με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ποσού 407,81 ευρώ (3665/15.5.2015 και 278/22.1.2016 διπλότυπα είσπραξης τύπου Α' της Δ.Ο.Υ Αργοστολίου) και το 50% του καταλογισθέντος φόρου, ποσό 17.032,92 ευρώ (2344/26.9.2017 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α' της Δ.Ο.Υ Αργοστολίου), παραδεκτώς, ζητείται η εξαφάνιση της Α2413/2014 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών. Με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε η με χρονολογία κατάθεσης 29.11.2011 προσφυγή του εκκαλούντος κατά της 35/8.12.2011 πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του διαφορά κύριου φόρου κληρονομιάς ύψους 6.948.061 δρχ. και ήδη 20.390,50 ευρώ καθώς και πρόσθετος φόρος 120% ύψους 8.337.673 δρχ. και ήδη 24.468,59 ευρώ, συνολικά δε το ποσό των 44.859,09 ευρώ.
2.   Επειδή, το ν.δ 118/1973 «περί Κωδικός Φορολογίας Κληρονομιών), όπως ίσχυε πριν το ν. 2961/2001 ΦΕΚ 266 Α), ορίζει στο άρθρο 6 παρ. 1 ότι «Η   φορολογική υποχρέωσις γεννάται κατά τον χρόνον θανάτου τουκληρονομουμένου» και στο άρθρο 7 ότι : «Κατ' εξαίρεσιν, η φορολογική υποχρέωσις γεννάται : α)..., β)..., γ) Κατά τον χρόνον της καθ' οιονδήποτε τρόπον λήξεως πις επιδικίας, όταν το δικαίωμα του κληρονόμου ή του κληροδόχου κατέστη συνεπεία αμφισβητήσεως του παρ' οιουδήποτε ενδιαφερομένου επίδικον, ο δε κληρονόμος ή κληροδόχος δεν ευρίσκεται εν τη νομή των αντικειμένων της κτήσεως. Εάν τα αντικείμενα περιέλθωσιν εις την νομή ν του αξιούντος δικαίωμα κληρονόμου ή κληροδόχου, η φορολογική υποχρέωσις γεννάται κατά τον χρόνον τούτον, δ)... κ.λ.π.». Περαιτέρω, στο άρθρο 8 του ίδιου ν.δ. ορίζεται ότι: «1. Η φορολογική υποχρέωσις δι' άπαντα ή τινά των περιουσιακών στοιχείων δύναται να μετστίθηται ας μεταγενέστερον χρόνον του οριζομένου εν άρθροις 6 και 7, δι' αποφάσεως του οικονομικού εφόρου εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α) Εάν τα αντικείμενα της κτήσεως κατέστησαν επίδικα ή .... και εφ' όσον εις τας περιπτώσεις ταύτας ο εις φόρον υπόχρεως δεν ευρίσκεται εις την νομήν ή εάν τα αντικείμενα της κτήσεως κατέστησαν επίδικα προ ή μετά τον θάνατον του κληρονομουμένου ή ... και εφ' όσον εις τας περιπτώσεις ταύτας ο εις φόρον υπόχρεως ευρίσκεται μεν εις την νομήν των αντικειμένων, αλλά λόγω του απροσόδου ή της μικράς προσόδου τούτων αδυνατεί να καταβάλη τον φόρον.... β) ... γ) ... 2. Η κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου μετάθεσις του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως χωρεί αιτήσει του εις φόρον υπόχρεου, υποβαλλομένη προ της λήξεως του συνιστώντος την μετάθεσιν λόγου και εντός πενταετίας αρχομένης από της λήξεως της προς δήλωσιν προθεσμίας, εν πάση δε περιπτώσει προ της κοινοποιήσεως πράξεως επιβολής του φόρου. 3. Η κατά την παράγραφον 2 μετάθεσις του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως δεν δύναται να χωρήση εις χρόνον καθ’ ον δεν υφίσταται ο δικαιολογών την μετάθεσιν λόγος. 4. Κατά της αποφάσεως του αρμοδίου οικονομικού εφόρου περί μεταθέσεως ή μη του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως, επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων».
3.   Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατ' αρχήν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Κατ' εξαίρεση της γενικής αυτής αρχής σε ορισμένες περιπτώσεις από λόγους φορολογικής σκοπιμότητας ο νόμος μεταθέτει το χρόνο γένεσης της φορολογικής ενοχής σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του θανάτου του κληρονομούμενου. Τις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις τις διακρίνει σε δύο κατηγορίες α) σε εκείνες που η μετάθεση επέρχεται αυτοδικαίως από το νόμο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 7 του ν.δ 118/1973 ήτοι μεταξύ άλλων και σε περίπτωση επιδικίας περί το κληρονομικό δικαίωμα, ήτοι επιδικίας περί το υποκείμενο του κληρονομικού δικαιώματος (παρ. γ') συντρέχει δε η περίπτωση αυτή, οσάκις αμφισβητείται είτε η ιδιότητα ορισμένου προσώπου ως κληρονόμου (ή ως κληροδόχου) είτε η έκταση του κληρονομικού δικαιώματος και β) σε εκείνες που λόγω συνδρομής ορισμένων πραγματικών και νομικών δεδομένων, που ορίζονται στο άρθρο 8 του νδ 118/1973, είναι δυνατή η μετάθεση του χρόνου αυτού με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, ο οποίος θα εκτιμήσει τα πραγματικά και νομικά δεδομένα και αιτιολογημένα θα αποφασίσει τη μετάθεση του χρόνου τούτου, μετά πάντοτε οπό αίτηση του υπόχρεου κληρονόμου. Μεταξύ άλλων περιπτώσεων το άρθρο 8 προβλέπει την κατ' εξαίρεση μετάθεση του χρόνου γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως, σε περίπτωση που τα αντικείμενα της κτήσεως κατέστησαν επίδικα μετά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και εφόσον ο κληρονομούμενος δεν ευρίσκεται στη νομή αυτών
4.    Επειδή στο άρθρο 61 του ν δ 118/1973, ορίζεται ότι «1. Ο κατά το άρθρον 5, υπόχρεως εις φόρον υποχρεούται εις δήλωσιν δια την παρ. αυτού κτωμένην αιτία θανάτου περιουσίαν και στο άρθρο 63 ότι «1. Αι υπό των διατάξεων του παρόντος προβλεπόμενοι προθεσμίαι υπολογίζονται κατά τας διατάξεις των άρθρων 241 έως και 246 του Αστικού Κωδικός 2. Η προς δήλωσιν προθεσμία άρχεται: α)... β) Από της δημοσιεύσειυς της διαθήκης δια τους εκ διαθήκης κληρονόμους ή κληροδόχους. γ) Από του εκάστοτε εν άρθροις 7 και 8 οριζομένου χρόνου, δ) ...», Τέλος, στο άρθρο 102 του ν 118/1973 και στο ταυτόσημο άρθρο 102 του ν. 2961/2001 "Φορολογία κληρονομιών, δωρεών κ.λπ." ορίζεται ότι: «... Παραγραφή δικαιώματος επιβολής φόρου και προστίμου. 1 Το Δημόσιο εκπίπτει του δικαιώματος του για την κοινοποίηση πράξης επιβολής φόρου και προστίμου προκειμένου: α) ..... β) για παράλειψη δήλωσης ολόκληρης ή μέρους της περιουσίας που αποκτήθηκε ή εικονικότητας του συμβολαίου, μετά δεκαπενταετία από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο έληξε η προθεσμία για υποβολή της δήλωσης ....5. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή και είσπραξη των φόρων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, σε υποθέσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1989 έχει παραγραφεί...." (όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 20 του ν. 3427/2005, ΦΕΚ Α 312/27.12.2005).».

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

ΜΕφΝαυπλίου 333/17 : Αλληλόχρεος λογαριασμός - ΓΟΣ - Ακυρότητα. Διαταγή πληρωμής - Ανακοπή - Έφεση. Διαταγή πληρωμής απο οφειλόμενο οριστικό κατάλοιπο ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού - Ανακοπή.

ΜΕφΝαυπλίου 333/17 : Αλληλόχρεος λογαριασμός - ΓΟΣ - Ακυρότητα. Διαταγή πληρωμής - Ανακοπή - Έφεση.  Διαταγή πληρωμής απο οφειλόμενο οριστικό κατάλοιπο ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού - Ανακοπή.  Έφεση της εκκαλούσας Τράπεζας κατά της υπ' αρ. 80/14 αποφάσεως του ΜΠρΣπάρτης, με την οποία ακυρώθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Κρίθηκε ότι ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360  ημερών αντί 365  ημερών,  έχει ως  αποτέλεσμα τη  σημαντική διατάραξη  της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος του καταναλωτή δανειολήπτη και εγγυητή και, ως εκ τούτου, είναι παράνομος και άκυρος κατ’ άρθρο 2 παρ. 6 εδ. α' Ν. 2251/1994, ενώ προσκρούει και στην αρχή της διαφάνειας. Συνάγεται λοιπόν, ότι η  διαμόρφωση της οφειλής των εφεσίβλητων από την επίμαχη σύμβαση είναι, κατά ένα τουλάχιστον μέρος, αποτέλεσμα εφαρμογής παράνομης τακτικής. Επιπλέον, το ακριβές ύψος αυτής της παράνομης χρέωσης, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τους τηρούμενους λογαριασμούς και εγγραφές από την εκκαλούσα στα αποσπάσματα των λογαριασμών αυτών, με βάση τα οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, διότι δεν προκύπτει από αυτά, ούτε το επιτόκιο υπολογισμού των συμβατικών τόκων, ούτε των τόκων υπερημερίας, με αποτέλεσμα η απαίτηση να καθίσταται ανεκκαθάριστη, κατά τη διάταξη του άρθρου 624 παρ. 1 ΚΠολΔ. Απορρίπτει την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 333/2017

Αποτελούμενο από το Δικαστή Νικηφόρο Πρίντζη, Εφέτη και από τη Γραμματέα Ειρήνη Κορδώνη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στο Ναύπλιο στις 15 Φεβρουαρίου 2017, για να δικάσει την επόμενη υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «...........ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «...................», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΕΑ
Των εφεσίβλητων: 1) ……..και 3) …….. το γένος ………, κατοίκου ομοίως, οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ΠΦ.
Οι εφεσίβλητοι με την από 13.6.2013 και υπ’ αρ. εκθ. καταθ. ανακ. …. ανακοπή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε την 80/2014 οριστική απόφαση του με την οποία δέχθηκε εν όλω την ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε προς το Δικαστήριο αυτό η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 16.11.2015 και υπ' αρ. εκθ. καταθ. …. έφεση της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε στο Δικαστήριο αυτό με την ….. πράξη του Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκαν και ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αρ. εκθ. καταθ. ….. έφεση της εν όλω ηττηθείσας  πρωτοδίκως καθής η ανακοπή κατά της 80/21.3.2014 οριστικής  απόφασης  του   Μονομελούς  Πρωτοδικείου   Σπάρτης,   που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπάγεται στη λειτουργική αρμοδιότητα του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου,  στο  οποίο  και  απευθύνεται,  δηλαδή  του   Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, σύμφωνα με το (εφαρμοστέο κατ' άρθρο 72 παρ. 13 Ν. 3994/2011) νέο άρθρο 19 περ. α' ΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά από την τροποποίηση του από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, αφού η έφεση αυτή ασκήθηκε, δηλαδή κατατέθηκε από την εκκαλούσα στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη (εκκαλούμενη) απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά από τις 25.7.2011 και συγκεκριμένα στις 20.11.2015. Επίσης, η κρινόμενη υπ' αρ. εκθ. καταθ… έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως, εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς σύμφωνα με τα άρθρα 495 παρ. 1, παρ. 2 και παρ. 4 εδ. α' και γ' (όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 που ισχύει για τις κατατιθέμενες από τις 2.4.2012 και εφεξής εφέσεις κατά τα άρθρα 113 Ν. 4055/2012 και 25 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ), 511,513 παρ. 1 εδ. α' στ. β', 516 παρ. 1, 517 εδ. α', 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, επειδή α) κατά την (μεταγενέστερη της 2.4.2012) από 20.11.2015 άσκηση της ως άνω   εφέσεως   (κατάθεση   της   στη   Γραμματεία   του   Μονομελούς Πρωτοδικείου    Σπάρτης)    καταβλήθηκε    το    προσήκον    παράβολο, κατατεθέντος του υπ' αρ. …. διπλοτύπου στο Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, όπως βεβαιώνει τούτος κάτω από το εφετήριο δικόγραφο, β) από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση στην εκκαλούσα (ή από αυτήν) της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ εξάλλου δεν παρήλθε γι' αυτήν η καταχρηστική προθεσμία της τριετίας από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, σύμφωνα με το προμνησθέν άρθρο 518 παρ, 2 ΚΠολΔ (όπως τούτο ίσχυε πριν από το Ν. 4335/2015) και γ) από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει άλλος λόγος απαραδέκτου της ως άνω εφέσεως. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί, ότι επί της κρινόμενης έφεσης εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 2 του Ν. 4335/2015, τα (παλαιά) άρθρα 495 έως και 500 και 511 έως και 537 ΚΠολΔ, όπως τούτα ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους από το Ν. 4335/2015, γιατί η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης πριν από την 1.1.2016 και δη στις 26.7.2013 [Απαλαγάκη Συστηματική Παρουσίαση των Βασικών Τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν. 4335/2015 (2016), σελ. 39 και 227]. Επομένως, η έφεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

ΜονΠρΗρ 195/17 : ΔΕΗ - Διακοπή ρεύματος. Διαρκείς έννομες σχέσεις - Προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Το ζήτημα του παραδεκτού της αίτησης για απαγόρευση διακοπής της ηλεκτροδότησης και γενικώς παροχών κοινής ωφέλειας στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων ρύθμισης κατάστασης. Στο πλαίσιο διαρκούς έννομης σχέσης, δύναται να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η έννομη σχέση από την οποία απορρέουν διαρκείς παροχές, με τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, τουλάχιστον σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι "προσωρινές" παροχές έχουν περιορισμένη έκταση σε σύγκριση με εκείνες που θα κριθούν στο πλαίσιο της κύριας δίκης.

ΜονΠρΗρ 195/17 : ΔΕΗ - Διακοπή ρεύματος. Διαρκείς έννομες σχέσεις - Προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Το ζήτημα του παραδεκτού της αίτησης για απαγόρευση διακοπής της ηλεκτροδότησης και γενικώς παροχών κοινής ωφέλειας στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων ρύθμισης κατάστασης. Στο πλαίσιο διαρκούς έννομης σχέσης, δύναται να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η έννομη σχέση από την οποία απορρέουν διαρκείς παροχές, με τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, τουλάχιστον σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι "προσωρινές" παροχές έχουν περιορισμένη έκταση σε σύγκριση με εκείνες που θα κριθούν στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Περίπτωση παράνομης επέμβασης σε μετρητή ρεύματος/ρευματοκλοπής - έκδοση εξ αυτού του λόγου έκτακτου λογαριασμού σε βάρος της αιτούσας, η οποία και δεν τον πλήρωσε - Διακοπή της σύνδεσης του ρεύματος. Δεν πιθανολογηθηκε ως βάσιμος ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι το ακίνητο ήταν μισθωμένο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Κρίση ότι η ως άνω ρευματοκλοπή συνέβη πράγματι από υπαιτιότητα της αιτούσας και των συνιδιοκτητών του διαμερίσματος και δη από αμέλειά τους, οι οποίοι, αν και όφειλαν και μπορούσαν, δεν φρόντισαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας του μετρητή του διαμερίσματος τους από τις παρεμβάσεις τρίτων, εφόσον αυτός όπως η αιτούσα ομολογεί ήταν σε εξωτερικό σημείο της οικοδομής και είχε πρόσβαση σε αυτόν ο οποιοσδήποτε. Απορρίπτει την αίτηση.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 195/2017

Πρόεδρος: Μ. Σγουρού

[...] Η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο για τη λήψη πρόσφορων μέτρων (πρβλ. 692 παρ. 1 ΚΠολΔ), με τα οποία ορισμένη κατάσταση (682 ΚΠολΔ) που έχει διαμορφωθεί ή τείνει να διαμορφωθεί στις έννομες σχέσεις των διαδίκων, αντιμετωπίζεται προσωρινά, ωσότου κριθούν οριστικά οι έννομες σχέσεις τους, ως προς τις οποίες έχει προκύψει έριδα και εφόσον υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη (επείγουσα περίπτωση) να ενεργοποιηθούν ως τότε ή ανάλογα να αδρανοποιηθούν εν όλω ή εν μέρει, για να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών ως προς το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κύριας δίκης (βλ. Κράνη σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα εκδ. 2000 άρθ. 731). Στη βάση, δηλαδή, της ρυθμιστέας κατάστασης πρέπει να υπάρχει ορισμένο δικαίωμα που προσβλήθηκε ή κινδυνεύει να προσβληθεί, ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, γι' αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης απλές πραγματικές καταστάσεις (βλ. Κράνη, ό.π. άρ. 682 αρ. 8).
Υπό την έννοια αυτή η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης καλύπτεται από τα άρθρα 731 - 736 και έχει ευρύτερο περιεχόμενο από απλή εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος με μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα, αφού μπορεί να αφορά και κάθε άλλου είδους ρύθμιση, με την οποία εξυπηρετούνται οι ανεπίδεκτες αναβολής έννομες σχέσεις των διαδίκων και παράλληλα εμπεδώνεται η δικαιική ειρήνη. Στο πλαίσιο αυτό το άρθ. 731 προβλέπει ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο εκδηλώνεται η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου, την επιβολή υποχρέωσης για ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης. Αντίθετα, καταδίκη σε δήλωση βούλησης (ενέργεια νομικής πράξης) δεν είναι επιτρεπτή με ασφαλιστικά μέτρα, αφού προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση στην κύρια διαγνωστική δίκη (949 ΚΠολΔ), ενώ οδηγεί και σε πλήρη ικανοποίηση του αντίστοιχου δικαιώματος (βλ. Κράνη ό.π άρθ. 731 αρ. 3). Αϊτών μπορεί να είναι οποιοσδήποτε ισχυρίζεται διατάραξη στις έννομες σχέσεις του με τον αντίδικό του. Η προβλεπόμενη στο άρ. 731 ΚΠολΔ πράξη πρέπει να τελεί σε αντιστοιχία με τη διατάραξη και τα όρια της ουσιαστικής αξίωσής του. Στην ουσία η ρύθμιση του άρ. 731 ΚΠολΔ αποτελεί προσωρινή επιδίκαση της αντίστοιχης αξίωσης προς ενέργεια, παράλειψη, ή ανοχή πράξης. Το είδος της διατάραξης στις έννομες σχέσεις των διαδίκων είναι αδιάφορο και μπορεί να προέρχεται από όλο το φάσμα των ουσιαστικών εννόμων σχέσεών τους, σε οποιοδήποτε κλάδο του δικαίου και αν εντάσσονται, αρκεί να υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. Κράνη ό.π άρ. 683 αρ.1).
Αν η ασφαλιστέα αξίωση έχει ως αντικείμενο επαναλαμβανόμενες παροχές με μεγάλη χρονική διάρκεια, όταν δηλαδή η ασφαλιστέα αξίωση αφορά την απόλαυση αγαθών διαρκώς, στο πλαίσιο διαρκούς έννομης σχέσης, δύναται να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η έννομη σχέση από την οποία απορρέουν διαρκείς παροχές, με τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, τουλάχιστον σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι "προσωρινές" παροχές έχουν περιορισμένη έκταση σε σύγκριση με εκείνες που θα κριθούν στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Στην κατηγορία αυτή θα πρέπει να υπαχθούν και οι παροχές που η εκπλήρωσή τους γίνεται περιοδικώς, περιλαμβάνουν πολλές στιγμιαίες πράξεις, οι οποίες όμως παρουσιάζουν μια ενότητα και συνέχεια κατά την εκτέλεσή (λειτουργία) τους και επιπλέον τα μέρη δεν ενδιαφέρονται μόνο για το αποτέλεσμα αλλά και για την ομαλή εκπλήρωση κατά τις ενδιάμεσες φάσεις (βλ. Στέλιος Σταματόπουλος, "Αρχές (όρια και μέτρο) των ασφαλιστικών μέτρων στην πράξη" Δ 2003, 816 επ.).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αξίωσης διαρκούς παροχής είναι από παροχή κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κ.λπ.) (προμηθευτικές συμβάσεις) ή οι διαφορές που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας και την άκυρη καταγγελία αυτής, ώστε να παρίσταται αναγκαία η προσωρινή επαναπρόσληψη αυτού (βλ. Σταματόπουλο, ό.π., σελ. 825).
Κατά μια άποψη, στην περίπτωση των προμηθευτικών συμβάσεων, εφόσον το αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή απαγόρευση της διακοπής της κοινωφελούς παροχής (π.χ. ηλεκτροδότησης, υδροδότησης κ.λπ.), τότε ζητείται παραδεκτά η απαγόρευση διακοπής της στο πλαίσιο προσωρινών μέτρων ρύθμισης κατάστασης (βλ. σχετ. παρατηρήσεις Παν. Γιαννόπουλου σε ΕΠολΔ 2012, 491 υπό την ΜΠρΑγρ 441/2012 ΕΠολΔ 2012, 485, Κράνη σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα εκδ. 2000 άρθ. 731/732 αρ. 5 in fine, Στ. Σταματόπουλος, ό.π., σελ. 826, Βαθρακοκοίλης Ασφαλιστικά Μέτρα εκδ. 2012 άρ. 731 - 732 αριθ. 232, ΜΠρΧαλκ 203/1991 Δ 1992, 223 με σημείωμα Σταματόπουλου, ΜΠρΚοζ 56/2009, ΜΠρΑθ 3745/2005 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 9275/2005 Δ 2006,395), με επίκληση προεχόντως του διαρκούς χαρακτήρα της σύμβασης, του επιχειρήματος ότι σε ανάλογες περιπτώσεις δεν εγείρεται ζήτημα εξασφάλισης ή διατήρησης του ασφαλιστέου δικαιώματος, αλλά προσωρινής διατήρησης των συνθηκών εκείνων που υπήρχαν στη διαμορφωμένη κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η μεταβολή ή άλλη αλλοίωση της εριζόμενης έννομης σχέσης και την αποτροπή δημιουργίας ανεπανόρθωτης βλάβης καθ' όλο το χρονικό διάστημα, εωσότου κριθεί οριστικά το ασφαλιστέο δικαίωμα (ΜΠρΚοζ 56/2009 ΝΟΜΟΣ) και τέλος, ότι στις περιπτώσεις που ο πάροχος των κοινωφελών υπηρεσιών έχει δεσπόζουσα ή καθολική θέση στην αγορά, η απειλή διακοπής της παροχής των υπηρεσιών του λόγω μη ικανοποίησης των οικονομικών απαιτήσεών του, υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (ΜΠρΑγρ 441/2012 ΕΠολΔ 2012, 485, ΜΠρΑθ 3745/2005 ΝΟΜΟΣ).

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

ΣτΕ (Ε') 1907/17 : Αιγιαλός - Λιμένες - Ιδιωτικά ακίνητα - Απαλλοτρίωση - Άρση.

ΣτΕ (Ε') 1907/17 : Αιγιαλός - Λιμένες - Ιδιωτικά ακίνητα - Απαλλοτρίωση - Άρση. Ζητείται η ακύρωση αποφάσεως του Νομάρχη Αττικής περί καθορισμού χερσαίας ζώνης λιμένος Πόρτο Ράφτη και β) η παράλειψη της Διοικήσεως να επιληφθεί του αιτήματος περί άρσεως αφενός της μη συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου ευρισκόμενου εντός της παραλίας Πόρτο Ράφτη και αφετέρου της δέσμευσης που συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός τμήματος του επίμαχου ακινήτου ως ευρισκόμενου εντός της χερσαίας ζώνης λιμένος. O αιγιαλός και η παραλία περιλαμβάνονται στα κοινόχρηστα πράγματα, τα οποία προορίζονται για την άμεση εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού. O καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού και της παραλίας επάγεται την κήρυξη ως αναγκαστικώς απαλλοτριωτέων τυχόν ιδιωτικών ακινήτων κειμένων εντός των καθοριζομένων ορίων. Oι περιλαμβανόμενοι στη χερσαία ζώνη λιμένος χώροι (αιγιαλός και συνεχόμενοι παραλιακοί) αποτελούν κοινόχρηστους χώρους, προοριζόμενους μόνο για έργα και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την εμπορική, επιβατική, ναυτιλιακή, τουριστική και αλιευτική κίνηση και γενικότερα τις λειτουργικές ανάγκες του λιμένος. Με την πράξη καθορισμού χερσαίας ζώνης λιμένος δεν κηρύσσεται ταυτόχρονα αναγκαστική απαλλοτρίωση των τυχόν ευρισκόμενων εντός αυτής ιδιωτικών ακινήτων, αλλά απαιτείται η έκδοση αυτοτελούς διοικητικής πράξεως περί κηρύξεως αυτής.Υποχρέωση της Διοίκησης να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση σε περίπτωση κήρυξής της, αλλά μη συντέλεσής της επί μακρό χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει τα εύλογα όρια. Εν προκειμένω λοιπόν, ακυρώνει τη σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να επιληφθεί του αιτήματος περί άρσεως της μη συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου χαρακτηρισθέντος ως ευρισκόμενου εντός της παραλίας Πόρτο Ράφτη και της δέσμευσης που συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός τμήματος του επίμαχου ακινήτου ως ευρισκόμενου εντός της χερσαίας ζώνης λιμένος. Δέχεται εν μέρει την υπό κρίση αίτηση.

Αριθμός 1907/2017
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος και του αναπληρωτή της Αντιπροέδρου, καθώς και των αρχαιοτέρων της Συμβούλων, που είχαν κώλυμα, Π. Καρλή, Θ. Αραβάνης, Σύμβουλοι, Ρ. Γιαννουλάτου, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Οικονόμου.
Για να δικάσει την από 22 Μαρτίου 2007 αίτηση:
των: 1) ………….και 10) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «……..O.Ε.», που εδρεύει στο Πόρτο Ράφτη Αττικής, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ΑΣ (Α.Μ. ….), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά των: 1) Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Ε… Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2) του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Μαρκοπούλου Μεσογαίας, που εδρεύει στο Πόρτο Ράφτη του Δήμου Μαρκοπούλου Μεσογαίας Αττικής, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο ΑΠ (Α.Μ.….), που τον διόρισε με απόφαση το Διοικητικό του Συμβούλιο.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 41582/21.10.1969 απόφαση του Νομάρχη Αττικής (ΦΕΚ 239 τ. Δ 1969) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Μπαμπίλη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας εταιρείας που παρέστη, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο του καθ’ ου Λιμενικού Ταμείου και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα υπ’ αριθμ. ….. και ……2013).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία παραπέμφθηκε στο δικαστήριο λόγω αρμοδιότητας με την 18466/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, ζητείται, καθ’ ερμηνεία του σχετικού δικογράφου, η ακύρωση α) της υπ’ αριθμ. 41582/21.10.1969 αποφάσεως του Νομάρχη Αττικής περί καθορισμού χερσαίας ζώνης λιμένος Πόρτο Ράφτη Αττικής (Δ΄ 239) και β) η παράλειψη της Διοικήσεως να επιληφθεί του αιτήματος περί άρσεως αφενός της μη συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου ευρισκόμενου εντός της παραλίας Πόρτο Ράφτη και αφετέρου της δέσμευσης που συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός τμήματος του επίμαχου ακινήτου ως ευρισκόμενου εντός της χερσαίας ζώνης λιμένος.
3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεδομένου ότι, όπως έχει κριθεί, οι διαφορές που ανακύπτουν από τη σιωπηρή άρνηση αποχαρακτηρισμού ιδιωτικού ακινήτου ως ευρισκόμενου εντός παραλίας ή χερσαίας ζώνης λιμένος έχουν το χαρακτήρα ακυρωτικής διαφοράς υπαγόμενης στην αρμοδιότητα του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως διαφορές αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί αιγιαλού και παραλίας (βλ. ΣτΕ 582/2016 7μ., 565/2016, 1949/2014, πρβλ. ΣτΕ 565/2016).
4. Επειδή, οι εκ των αιτούντων Α., Α., Μ., Θ., Β., Μ., Ε., Μ. και Φ. δεν παρέστησαν στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε εμφανίσθηκαν για να εγκρίνουν την άσκηση του ενδίκου μέσου, δεν προσκομίσθηκε δε γι’ αυτούς συμβολαιογραφικό έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας στον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο, ενώ η μνεία στο δικόγραφο περί ορισμού ως αντικλήτου όλων των ανωτέρω του X….., ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της αιτούσης εταιρείας «.…. Ο.Ε.» δεν νομιμοποιεί ως προς τους ως άνω διαδίκους τον παραστάντα δικηγόρο Ευάγγελο Μπίκα. Συνεπώς, ως προς αυτούς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη [άρθρ. 27 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67)] (βλ. ΣτΕ 4115/2013 σκ. 4).
5. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον από την εταιρία «….. Ο.Ε.», φερόμενη ως μισθώτρια του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία «…………..», το οποίο βρίσκεται εντός της επίμαχης εκτάσεως (πρβλ. ΣτΕ 1155/2016 Ολ., 3760/2014 7μ., 3908/2012 κ.ά.), συνιδιοκτήτες της οποίας, κατά ποσοστό 113/160, φέρονται οι Χ. και Σ. (συμβόλαιο υπ’ αριθμ. …. της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. …).
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την υπ’ αριθ. Δ. 13682/7915/18.12.1965 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Περί επικυρώσεως εκθέσεων και διαγράμματος Επιτροπής καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, εις περιοχήν Πόρτο - Ράφτη – Σχοινιά Μαραθώνος» (ΦΕΚ παράρτημα 28/11.2.1966) επικυρώθηκαν οι από 13.10.1961, 10.10.1961 και από 20.10.1961 και 17.11.1961 εκθέσεις της Επιτροπής Καθορισμού Χειμαρίου Κύματος στην περιοχή Πόρτο Ράφτη Σχοινιά (Μαραθώνος) καθώς και το συνοδεύον τις εκθέσεις αυτές από 5.5.1960 διάγραμμα, ενώ με το β. δ/γμα υπ’ αριθ. 173/16.2.1966 «Περί δημιουργίας παραλίας εν τη από Πόρτο Ράφτη μέχρι και του Ακρωτηρίου Αγ. Μαρίνης Μαραθώνος περιοχή» (ΦΕΚ Α΄ 43/2.3.1966) εγκρίθηκε «προς προσαύξηση του αιγιαλού» η δημιουργία «παραλίας» στην περιοχή Πόρτο Ράφτη μέχρι το ακρωτήριο της Αγ. Μαρίνας Μαραθώνος, όπως αυτή καθορίσθηκε από την αρμόδια Επιτροπή και χαράχθηκε στο από 5.5.1960 σχετικό διάγραμμα. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 41582/21.10.1969 και ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Νομάρχη Αττικής (ΦΕΚ Δ΄ 239/16.12.1969), εκδοθείσα κατ’ εφαρμογή, μεταξύ άλλων, των διατάξεων του α.ν. 2344/1940, εγκρίθηκε ο καθορισμός της χερσαίας ζώνης του λιμένος Πόρτο Ράφτη, όπως τα όρια της ζώνης αυτής εμφαίνονται στο συνδημοσιευθέν με την ως άνω απόφαση τοπογραφικό διάγραμμα. Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθ. 2669/7.4.1982 απόφαση του Νομάρχη Αττικής (ΦΕΚ Δ΄ 449/13.9.1982) επικυρώθηκαν οι από 13.10.1961, 20.10.1961, 10.11.1961 και 17.11.1961 εκθέσεις της Επιτροπής που καθόρισε τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή από Πόρτο Ράφτη μέχρι την περιοχή Αγίου Παντελεήμονος Μαραθώνος καθώς και τα σχετικά συνδημοσιευθέντα τοπογραφικά και υψομετρικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις ανωτέρω εκθέσεις. Ακολούθησε η έκδοση της υπ’ αριθ. Α 5404/692 π.ε./8.2.1983 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Δ΄ 52/7.3.1983) περί εγκρίσεως δημιουργίας ζώνης παραλίας «για την προσαύξηση του αιγιαλού» στην περιοχή από Πόρτο Ράφτη μέχρι την περιοχή Αγίου Παντελεήμονος Μαραθώνος.

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

ΕιρΠάρου 3/17: Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα - Ν.3869/10. Στοιχεία της αίτησης υπαγωγής στο Ν. 3869/2010 - Προϋποθέσεις υπαγωγής. Μείωση εισοδήματος αιτούσας - Αδυναμία - Έλλειψη δόλου.

ΕιρΠάρου 3/17: Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα - Ν.3869/10. Στοιχεία της αίτησης υπαγωγής στο Ν. 3869/2010 - Προϋποθέσεις υπαγωγής. Μείωση εισοδήματος αιτούσας - Αδυναμία - Έλλειψη δόλου. Ρύθμιση των χρεών της με μηνιαίες καταβολές επί πενταετία. Το δικαστήριο έκρινε ότι η εκποίηση της ακίνητης περιουσίας της αιτούσας είναι απρόσφορη, καθώς οι αντικειμενικές αξίες είναι χαμηλές συγκριτικά με το ύψος των οφειλών της και, λαμβάνοντας υπόψη την κρίση που επικρατεί στην αγορά ακινήτων, τυχόν ρευστοποίησή τους δεν θα απέφερε τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ορίζει μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας μετά την πενταετία. Δεκτή η αίτηση.


ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΡΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 3/2017

Πρόεδρος: Κ. Ζορμπά (Ειρηνοδίκης)

[…Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, που αφορά «Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», ορίζεται ότι: «1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που: α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά».
Από το συνδυασμό των άρθρων 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι η αίτηση οφειλέτη για υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, για να είναι ορισμένη, πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν: 1) της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος φυσικού προσώπου, 2) της κατάστασης της περιουσίας του, 3) της κατάστασης των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχεδίου διευθέτησης των οφειλών του και 5) αιτήματος ρύθμισης αυτών, με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή του (Αθ. Κρητικός, Ερμηνεία Ν. 3869/2010, έκδοση 2010, σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου, Αρμ. 64, σελ. 1477), παράλληλα δε πρέπει να περιλαμβάνει σε αυτή αίτημα προς επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης, ώστε να αποκτήσει αυτό ισχύ δικαστικού συμβιβασμού και επικουρικά να ζητεί την ρύθμιση των χρεών από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του αιτούντα και οι συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του, καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης και θα εξεταστούν περαιτέρω.
Επιπλέον, ο Ν. 3869/2010 έχει ως σκοπό να διευκολύνει την, έστω και μερική, εξόφληση των χρεών, στην οποία δεν θα μπορούσαν να προβούν οι οφειλέτες χωρίς τη ρύθμιση, όπως και να τους ανακουφίσει κατά το δυνατόν από τη διαρκή πίεση των ατομικών καταδιώξεων. Δεν περιλαμβάνεται, όμως, στις επιδιώξεις του νομοθέτη η απαλλαγή από χρέη ή από υπόλοιπά τους, όταν είναι δυνατή –ή σε όποιο βαθμό είναι δυνατή– η ικανοποίησή τους βάσει της υπάρχουσας περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη. Αυτός είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένος να εξυπηρετήσει τις οφειλές του και με τα εισοδήματα από την εργασία του, αλλά και με την περιουσία του. Το δικαστήριο δε, εάν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την παραδοχή της αίτησης, λαμβάνει υπόψη του, για τη μορφή της ρύθμισης που θα διατάξει, όλα τα υποβαλλόμενα ενώπιόν του στοιχεία και πρέπει βάσει των διατάξεων του νόμου: α) να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα του οφειλέτη για χρονικό διάστημα από τρία έως πέντε έτη, ώστε να επέλθει από αυτή την πηγή, μερική τουλάχιστον, εξόφληση των χρεών του, αν αυτός δεν έχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία, β) να διατάξει την εκποίηση της τυχόν υφιστάμενης ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη διορίζοντας και εκκαθαριστή, και τέλος γ) να προβεί σε περαιτέρω ρύθμιση σταδιακών καταβολών του οφειλέτη, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση ακίνητο που χρησιμεύει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία του. Οι τρεις προαναφερόμενες ρυθμίσεις δεν αποκλείουν η μία την άλλη και συχνά θα πρέπει να διαταχθούν σωρευτικά (Ε. Κιουπτσίδου, Αρμ. 64, σελ. 1486). Επομένως, οι επιμέρους δυνατότητες ρυθμίσεων που προσδιορίζονται από το νόμο και ο τρόπος με τον οποίο θα τα καθορίσει το Δικαστήριο συμπλέκονται μεταξύ τους.