Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

ΜονΠρΑθ 1685/18: Ομαδική ασφάλιση - Όροι. Περίπτωση όρου σε ομαδικό ασφαλιστήριο περί πρόσθετου ασφαλίστρου εξισορρόπησης. Με τον εξεταζόμενο συμβατικό όρο περί πρόσθετου «ασφαλίστρου εξισορρόπησης», η ενάγουσα δεν αναλαμβάνει να καλύψει τον ένδικο κίνδυνο από τα κεφάλαιά της, τα οποία σχηματίζει από το μεγάλο αριθμό των μελών της κοινωνίας των κινδύνων, αλλά ζητεί από το λήπτη της ασφάλισης να καλύψει τη διαφορά, που θα προκύπτει κάθε φορά, μεταξύ του τακτικού ασφαλίστρου και των αποζημιώσεων, που εκείνη θα έχει ήδη καταβάλει.

ΜονΠρΑθ 1685/18: Ομαδική ασφάλιση - Όροι. Περίπτωση όρου σε ομαδικό ασφαλιστήριο περί πρόσθετου ασφαλίστρου εξισορρόπησης. Με τον εξεταζόμενο συμβατικό όρο περί πρόσθετου «ασφαλίστρου εξισορρόπησης», η ενάγουσα δεν αναλαμβάνει να καλύψει τον ένδικο κίνδυνο από τα κεφάλαιά της, τα οποία σχηματίζει από το μεγάλο αριθμό των μελών της κοινωνίας των κινδύνων, αλλά ζητεί από το λήπτη της ασφάλισης να καλύψει τη διαφορά, που θα προκύπτει κάθε φορά, μεταξύ του τακτικού ασφαλίστρου και των αποζημιώσεων, που εκείνη θα έχει ήδη καταβάλει.Τα χαρακτηριστικά του εν λόγω συμβατικού όρου δεν συνάδουν με τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης ασφάλισης. Μοιάζουν περισσότερο με «διαχειριστική ασφάλιση», η οποία μόνο, κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να ασκείται από ασφαλιστική εταιρία στην περίπτωση της διαχείρισης των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων προσωπικού επιχείρησης. Όμως, εν προκειμένω δεν είναι αυτή η πραγματική και νομική βάση της κρινόμενης αγωγής. Η εξεταζόμενη λοιπόν, συμβατική πρόβλεψη δεν λαμβάνει υπ’ όψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου και έρχεται σε αντίθεση με το αρ. 2 παρ. 8 ν. 2496/1997 και, συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη αναφορικά με την κύρια νομική βάση της.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1685/2018

Πρόεδρος: Γ. Τζιώτης

Από τις διατάξεις των αρ. 1 παρ. 1, 2, 9 παρ. 1 και 27 παρ. 1 ν. 2496/1997 προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. Τα χαρακτηριστικά κάθε ασφάλισης είναι τα εξής: α) Ο κίνδυνος, δηλαδή η δυνατότητα επέλευσης ενός περιστατικού, που είναι σε θέση να δημιουργήσει ένα οικονομικό βάρος (οικονομική ανάγκη) είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό της ασφάλισης. Χωρίς κίνδυνο δεν υπάρχει ασφάλιση. Από τη φύση της η ασφαλιστική σύμβαση εμπεριέχει την αβεβαιότητα ως προς το αν ή πότε θα καταβληθεί το ασφάλισμα. Κίνδυνος, λοιπόν, είναι η επέλευση ενός περιστατικού, που είτε είναι αβέβαιο αν θα επέλθει, είτε είναι αβέβαιο το πότε θα επέλθει και το οποίο, πιθανόν, να επιφέρει δυσμενείς οικονομικές συνέπειες. β) Η ένωση προσώπων που είναι εκτεθειμένα σε ομοειδείς, κατά κανόνα κινδύνους (κοινωνία των κινδύνων), την οποία προϋποθέτει το αξίωμα του «μεγάλου αριθμού». Κάθε ασφάλιση βασίζεται στο αξίωμα του «μεγάλου αριθμού» (των μελών της κοινωνίας των κινδύνων), δηλαδή στον κατακερματισμό του κινδύνου, που, σύμφωνα με το νόμο των πιθανοτήτων, πραγματοποιείται σε βάρος ενός πολύ μικρότερου αριθμού προσώπων από όσα απειλεί. Βασίζεται, λοιπόν, η ασφάλιση στο «νόμο των πιθανοτήτων», που επιτρέπει να υπολογίζεται με μαθηματική ακρίβεια το ύφος του ασφαλίστρου. γ) Η μετάθεση των κινδύνων στο φορέα της ασφάλισης. δ) Η δυνατότητα δημιουργίας οικονομικού βάρους (οικονομικής ανάγκης) από την επέλευση του κινδύνου (στενή ή χαλαρή αναφορά της ασφάλισης προς οικονομική ανάγκη. ε) Το αντάλλαγμα για την κάλυψη της οικονομικής ανάγκης (ασφάλιστρο ή εισφορά). Κύρια ενοχική υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης, που βρίσκεται σε σχέση παροχής - αντιπαροχής με την ανάληψη του κινδύνου από τον ασφαλιστή, είναι η καταβολή ασφαλίστρου. Το ύψος του ασφαλίστρου κάθε ασφάλισης δεν αρκεί να έχει υπολογισθεί απλώς από τον ασφαλιστή αλλά πρέπει και να έχει συμπεριληφθεί στο περιεχόμενο των ασφαλιστικών συμβάσεων, ήτοι να έχει συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης. Η συμφωνία για το ασφάλιστρο μπορεί να αναφέρεται τόσο στο καθαρό ασφάλιστρο όσο και στις υπόλοιπες επιβαρύνσεις, το άθροισμα των οποίων αποτελεί το μεικτό ασφάλιστρο. Αν δεν έχει προβλεφθεί ασφάλιστρο στη σύμβαση θα πρέπει κατά περίπτωση είτε να κριθεί άκυρη η σύμβαση, καθόσον λείπει ένα συστατικό στοιχείο αυτής είτε, ανάλογα με το είδος της ασφάλισης να υπολογισθεί το σύνηθες ασφάλιστρο. Χαρακτηριστικό της ασφάλισης με ασφάλιστρο είναι η σταθερότητα του ύψους του ασφαλίστρου κατά κανόνα σε όλη τη διάρκεια της ασφάλισης (βλ. Κ. Νούσια σε I. Ρόκα «Ασφαλιστική Σύμβαση, Κατ’ άρθρο ερμηνεία του ν. 2496/1997», 2014, αρ. 6 αριθ. 11 σελ. 124) στ) Η νομική αξίωση κατά του φορέα ασφάλισης προς ασφαλιστική παροχή. Κεφαλαιώδους σημασίας είναι η διάταξη του αρ. 33 παρ. 1 ν. 2496/1997 (ΑσφΝ), που καθιστά «ημιαναγκαστικού» δικαίου το σύνολο των διατάξεων του νόμου αυτού, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον ΑσφΝ, δεν επιτρέπεται με την ασφαλιστική σύμβαση να περιοριστούν τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνο να διευρυνθούν. Μεταξύ, λοιπόν, των «ημιαναγκαστικού» δικαίου διατάξεων του ΑσφΝ είναι και το αρ. 2 παρ. 8, το οποίο ορίζει ότι όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία. Εξάλλου, ασφαλιστική επιχείρηση είναι η επιχείρηση, που έχει αποκλειστικό αντικείμενο τις ασφαλιστικές εργασίες (βλ. αρ. 2 παρ. 1 εδ. α΄ ν.δ. 400/1970, πριν την κατάργηση και αντικατάστασή του από τα αρ. 1-3 ν. 4364/2016). Η κύρια δε ασφαλιστική εργασία της ασφαλιστικής επιχείρησης είναι η σύναψη ασφαλιστικών (πρωτασφαλιστικών) συμβάσεων με σκοπό την ασφαλιστική κάλυψη κινδύνων (άσκηση ιδιωτικής ασφάλισης για δικό της λογαριασμό), των οποίων τα ουσιώδη χαρακτηριστικά εκτέθηκαν ανωτέρω. Μεταξύ των συμβάσεων, που επιτρέπεται να συνάπτει μια ασφαλιστική επιχείρηση, είναι και η «ομαδική ασφάλιση», για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο αρ. 29 παρ. 3 ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης. Πρόκειται, λοιπόν, για μορφή ασφάλισης με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους. Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο). Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της σύμβασης (αρ. 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υπόσχεσης), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πλήρωσης των όρων της σύμβασης. Πρόκειται περί γνήσιας ομαδικής ασφάλισης, η οποία λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (αρ. 411 ΑΚ), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (βλ. ΑΠ 162/2017, ΑΠ 11/2006, ΑΠ 1895/2008 ΤΝΠ Νόμος). Κατ’ εξαίρεση, πάντως, βάσει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης, επιτρέπεται σε ασφαλιστική επιχείρηση να ασκεί «διαχειριστική ασφάλιση» δηλαδή μια επενδυτικής φύσης εργασία, η οποία δεν έχει σχέση με την κλασική μορφή ομαδικής ασφάλισης με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το αρ. 13 κεφ. VII παρ. 2 α΄ ν.δ. 400/ 1970 «Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως» επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της. 

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

MονΠρΑθ 49/18: Καταγγελία συμβάσεως εργασίας συνδικαλιστή - Άγνοια εργοδότη για την ιδιότητα του εργαζομένου.

MονΠρΑθ 49/18: Καταγγελία συμβάσεως εργασίας συνδικαλιστή - Άγνοια εργοδότη για την ιδιότητα του εργαζομένου. Η προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών προϋποθέτει ότι ο εργοδότης γνωρίζει τη συνδικαλιστική ιδιότητα του προστατευόμενου γι' αυτό το λόγο εργαζομένου - Εν προκειμένω, ο ενάγων, μολονότι αδιαμφισβήτητα τυγχάνει συνδικαλιστικό στέλεχος, προστατευόμενο από τις διατάξεις του Ν. 1264/82, ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι σε κάποια στιγμή πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας γνωστοποίησε στη νόμιμη εκπρόσωπο της εργοδότριας εναγόμενης εταιρίας την ιδιότητά του αυτή. Επίσης, οι αναρτήσεις του εργαζόμενου συνδικαλιστή σε ιστότοπους ή και γενικότερα η αναγνωρισιμότητά του στους τοπικούς συνδικαλιστικούς κύκλους δεν αρκεί για να προσδώσει στην εναγόμενη την απαιτούμενη γνώση περί αυτής του της ιδιότητας.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 49/2018

Πρόεδρος Πρωτοδικών: ΚΩΝ/ΝΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ

(...) Λόγω των προσόντων που διέθετε ο ενάγων έγινε αμέσως αποδεκτός ―άλλωστε ήταν και ο μόνος - ως υποψήφιος, τόσο από τον Η.Μ., όσο και από την υπεύθυνη του προσωπικού και μάρτυρα ανταπόδειξης, οι οποίοι μάλλον υπεραισιοδοξούσαν για τα αποτελέσματα της πρόσληψης αυτής. Η τελευταία έλαβε χώρα στις 11-4-2016 και ο ενάγων αμέσως ανέλαβε, κατόπιν σχετικής βραχυχρόνιας εκπαιδεύσεως από τον Η.Μ. καθήκοντα ιατρικού επισκέπτη στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, με ιδιαίτερο (και κύριο) βάρος την Καβάλα και τη Δράμα. Παράλληλα ο ενάγων τυγχάνει και συνδικαλιστής, κατέχων τη θέση του Γενικού Γραμματέα στο πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό σωματείο ―1ο προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνον, και ως αντιπρόσωπος στη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση- 2η προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα. Ωστόσο ο ενάγων, μολονότι αδιαμφισβήτητα τυγχάνει συνδικαλιστικό στέλεχος, προστατευόμενο από τις διατάξεις του Ν. 1264/82, ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι σε κάποια στιγμή πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας γνωστοποίησε στη νόμιμη εκπρόσωπο της εργοδότριας εναγόμενης εταιρίας την ιδιότητά του αυτή. Την κρίση του αυτή αντλεί το Δικαστήριο κυρίως από την παντελή έλλειψη οιουδήποτε εγγράφου σε ύποπτο ή και ανύποπτο χρόνο από τις 11-4-2016 έως και τις 16-2-2017 που να καταδεικνύει τη γνωστοποίηση της ιδιότητας αυτής προς τη νόμιμη εκπρόσωπο της εργαζόμενης, είτε κατά τη στιγμή της πρόσληψής του είτε μεταγενέστερα μέχρι και την 17η-2-2017 οπότε και απολύθηκε, οι δε μάρτυρες απόδειξης καταθέτοντας περί του θέματος αυτού απλώς αναμεταδίδουν πληροφορίες που τους γνωστοποιήθηκαν από τον ενάγοντα, μείζον δε βάρος προσδίδουν στην δημόσια συνδικαλιστική δράση του συναδέλφου τους, παρορώντας ότι για την εφαρμογή των ιδιαίτερα εξαιρετικών, και αμφιβόλου αντικειμενικότητας έναντι των λοιπών εργαζομένων - μη συνδικαλιστών, προστατευτικών διατάξεων της διάταξης του άρθρου 14 Ν. 1264/82, απαιτείται κατά την κρατούσα θέση της Νομολογίας που υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο ως την ορθή, σαφής και πλήρη γνώση του εργοδότη περί της συνδικαλιστικής ιδιότητας του απολυτέου, που στην προκείμενη περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε ούτε τυπικά, ούτε ατύπως, οι δε αναρτήσεις του ενάγοντος σε ιστότοπους ή τα μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από προσωπικούς του λογαριασμούς, στους οποίους δεν είχε πρόσβαση η εναγόμενη εργοδότης ή και γενικότερα η αναγνωρισιμότητά του στους τοπικούς συνδικαλιστικούς κύκλους δεν αρκεί για να προσδώσει στην εναγόμενη την απαιτούμενη γνώση περί αυτής του της ιδιότητας. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ούτε προφορική ενημέρωση του άμεσου ιεραρχικά ανωτέρου του, Η.Μ. περί αυτής του της ιδιότητας, παρά μόνο στις 17-2-2017 που ο ίδιος μαζί με τον έτερο ενόρκως βεβαιούντα «Κ» του εγχείρισε το έγγραφο της απόλυσής του, την οποία (απόλυση) ο ενάγων, απέκρουσε επικαλούμενος τότε για πρώτη φορά την συνδικαλιστική του ιδιότητα. Ούτε επιχείρημα περί υπάρξεως γνώσης θα μπορούσε επιτυχώς να αντληθεί από το γεγονός της ειδοποίησης μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της προθέσεως του ενάγοντος να συμμετέχει στην πανελλαδική απεργία της 8ης-12-2016 της ΓΣΕΕ, καθόσον μόνο η συμμετοχή σε μία ευρείας κλίμακας πανελλαδική απεργία δεν αρκεί για να εγείρει υποψίες στον εργοδότη ότι ο απεργών τυγχάνει και συνδικαλιστής, ούτε η δήλωση βούλησής του αυτή συνοδευόταν από σχετική γνωστοποίηση της ιδιότητας που τυχόν επέτασσε την ενεργό συμμετοχή του, σε κάθε δε, περίπτωση επρόκειτο για μία καθολική και ευρείας κλίμακας απεργία με υψηλό ποσοστό συμμετοχής. Η άγνοια της εναγόμενης σαφώς καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του επί δέκα μήνες, ουδέποτε έκανε χρήση των ευεργετικών διατάξεων για λήψη συνδικαλιστικών αδειών, στοιχείο που θα οδηγούσε στη γνώση της εναγόμενης περί της ιδιότητάς του αυτής, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρακίνησε επικαλούμενος τη συνδικαλιστική του ιδιότητα έτερους υπαλλήλους της εναγόμενης για το δικαίωμα λήψης πρόσθετης αποζημίωσης για εργασία τα Σαββατοκύριακα ή τις αργίες των εορτών, ή ότι έθεσε στην εναγόμενη το θέμα αυτό υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, ώστε να αντληθεί τυχόν επιχείρημα περί γνώσεως της εναγόμενης. Τέλος δεν αντέχει στην κοινή λογική η σκέψη του να αναθέσει η εναγόμενη ένα εγχείρημα με αμφίβολο αποτέλεσμα, όπως οι αριθμοί αποτύπωναν ήδη, σε έναν εργαζόμενο συνδικαλιστή, ανεξαρτήτως των γνώσεων και της εμπειρίας που διέθετε, τον οποίο δεν θα μπορούσε να απολύσει άμα τη αποτυχία του εγχειρήματος, πράγμα που σαφώς γνώριζε καθόσον τυγχάνει εταιρία με πολλούς εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και συνδικαλιστές. Με βάση τα ανωτέρω η αγωγή κατά το μέρος της που αφορά στην ακυρότητά της λόγω της συνδικαλιστικής ιδιότητας του ενάγοντος κατ’ αμφότερα τα σκέλη αυτής τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε η γνώση της ιδιότητας αυτής στο πρόσωπο της εναγόμενης μέχρι τη στιγμή της καταγγελίας (...).

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Αίτηση ανήλικης για άδεια γάμου - ΕιρΚαλαβρύτων 4/2015

[Διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας - Αίτηση ανήλικης στο Ειρηνοδικείο Καλαβρύτων για άδεια γάμου - Κύρια παρέμβαση γονέων. Λαμβάνοντας υπόψη την ωριμότητα της αιτούσας, την ψυχική επαφή και τη διαφορά ηλικίας μεταξύ των μελλονύμφων, κρίνεται ότι δεν είναι προς το συμφέρον της ανήλικης η τέλεση γάμου πριν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας της. Συνεκδικάζει αίτηση και κύρια παρέμβαση. Απορρίπτει αίτηση. Δέχεται κύρια παρέμβαση].

(...) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1350 παρ. 2 εδ. α' ΑΚ, οι μελλόνυμφοι πρέπει να έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο νόμος συγχωρεί το γάμο σε πρόσωπα μικρότερης ηλικίας από το 18° έτος. Η εξαίρεση αυτή, που μπορεί να αφορά τον ένα ή και τους δύο μελλονύμφους, προβλέπεται στο άρθρο 1350 παρ. 2 εδ. β' ΑΚ. Μία από τις προϋποθέσεις της είναι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την τέλεση του γόμου σε μικρότερη ηλικία. Ο σπουδαίος λόγος θα κριθεί βασικά από το συμφέρον του ανήλικου μελλονύμφου, π.χ. εγκυμοσύνη, κίνδυνος από αναβολή γάμου, μακρά ολοκληρωμένη σχέση των μελλονύμφων κ.λπ. Με τον πρόωρο γάμο δεν αρκεί να μη βλάπτεται το συμφέρον του ανηλίκου (π.χ. να μην υπάρχουν σοβαρές αντενδείξεις για την τέλεση του γάμου), αλλά πρέπει και να εξυπηρετείται το συμφέρον αυτό (κοινωνικό ή οικονομικό ή ηθικό κ.λπ.) (βλ. Α. Γεωργιάδης - Μ. Σταθόπουλος, Αστικός Κώδιξ, Κατ' άρθρο ερμηνεία, Τόμος VII, άρθρα 1350-1352, αρ. 26). Το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει σοβαρώς υπόψη την ωριμότητα, τη σταθερότητα των απόψεων, την όλη προσωπικότητα, την ψυχική επαφή και την ηλικία των μελλονύμφων, εφόσον, από την λεκτική διατύπωση του άρθρου 1350 ΑΚ (όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του ΑΚ με τις διατάξεις του ν. 1329/83) προκύπτει ότι ο γάμος μεταξύ ατόμων, εκ των οποίων το ένα τουλάχιστον είναι ανήλικο, επιτρέπεται μόνο μετά από άδεια του Δικαστηρίου (ασχέτως συναινέσεως ή μη των ασκούντων τη γονική μέριμνα στον ανήλικο) και μόνον εφόσον επιβάλλεται από σπουδαίο λόγο, τον οποίο καλείται να κρισιολογήσει και αποδεχθεί ή απορρίψει το Δικαστήριο αυτό, η απόφαση του οποίου πρέπει να έχει, ως αποκλειστικό γνώμονα, το αληθές συμφέρον του ανηλίκου και μάλιστα μακροπροθέσμως (βλ. ΜΠρΚατερ 644/1988 ΑρχΝ 1998. 687).
Με την κρινόμενη αίτηση της, η αιτούσα εκθέτει ότι άγει το 17ο έτος της ζωής της, ότι τον μήνα Αύγουστο του έτους 2011 αναπτύχθηκε ερωτικό αίσθημα μετά του Ι.Λ., κάτοικο Καλαβρύτων, ότι ήδη η σχέση τους διανύει τον τέταρτο χρόνο και επικαλούμενη την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, αφού ήδη βρίσκονται μαζί με τη θέληση της και αποχώρησε εκουσίως από το σπίτι της, εξαιτίας του ότι οι σχέσεις της με τον πατέρα και τη μητέρα της είναι ιδιαίτερα τεταμένες και οι συγκρούσεις τους καθημερινές, ενώ συνεπεία της άρνησης τους, μετά βεβαιότητας θα βιώσει σε ένα μικρό κοινωνικό περίγυρο τα ιδιαίτερα δυσμενή σχόλια, ούσα ανύπαντρη, με όλες τις άσχημες συνέπειες και τις αρνητικές κοινωνικές προεκτάσεις, ήτοι υφίσταται ανάγκη προστασίας της από τέτοιου είδους κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης και συνάδει προς το συμφέρον της η ένδικη αίτηση της, ότι με την τέλεση του γάμου της θα αποκατασταθούν και οι σχέσεις της με την οικογένεια της, αφού θα πάψει να υπάρχει ο καθημερινός φόβος της βίας και απειλής από μέρους τους στο άτομο της, προκειμένου να αναγκασθεί να διακόψει οποιαδήποτε επαφή και σχέση με τον άντρα που αγαπά, ότι το συμφέρον της επιβάλλει την τέλεση του γάμου όσο το δυνατόν γρηγορότερα με τον Ι. Λ. και την επιστροφή της στο σχολείο, ώστε να καταστεί δυνατή η αποφοίτηση της και ότι ο πατέρας της αρνείται αδικαιολόγητα να συναινέσει στο γάμο της, παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις του με το συγκεκριμένο άνθρωπο ήταν άριστες και τον γνωρίζει από μικρό παιδί, απασχολούμενοι και οι δύο με κτηνοτροφικές εργασίες, ζητά, κατ' ορθή εκτίμηση του αιτήματος της, να δοθεί σε αυτήν η άδεια να τελέσει γάμο πριν από την ενηλικίωσή της με τον ανωτέρω ενήλικο, Ι. Λ. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση παραδεκτώς και αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπον εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 παρ. 1, 742, 797 ΚΠολΔ και 121 ΕισΝΑΚ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1350 παρ. 2 εδ. β' ΑΚ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, αφού για το παραδεκτό της συζήτησής της έχει τηρηθεί η προδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 και 4 ΚΠολΔ (βλ. την υπ' αριθμ. 5109/10-11-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαβρύτων ..., που νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αιτούσα, προς την αρμόδια Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαβρύτων) και του άρθρου 742 εδ. β' ΚΠολΔ [βλ. τις υπ' αριθμ. 5103/6-11-2014 και 5104/6-11-2014 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, που νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αιτούσα, προς τον Α. Σ. (πατέρα της ανήλικης) και τη Σ.Σ. (μητέρα της ανήλικης)].
Αν ο νόμιμος εκπρόσωπος του ανηλίκου εκφράζει αντιρρήσεις για την πρωτοβουλία του, μπορεί να ασκήσει παρέμβαση, η οποία τότε χαρακτηρίζεται ως κύρια (Αρβανιτάκη, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα Ερμ. ΚΠολΔ, αρθρ. 742 αρ. 3- ΕφΑΘ 2891/1972 ΕΕΝ 1972.498- Δεληγιάννης, ΟικΔ Ι [1986] 99• αντίθ. ΜΠΘηβ 227/1986 ΕΕΝ 1987.221). Επομένως, η παρέμβαση την οποία οι διαφωνούντες με τον γάμο γονείς του ανηλίκου μελλονύμφου ασκούν στην εκκρεμή δίκη για παροχή στον αιτούντα ανήλικο αδείας γάμου (αρθρ. 742 του ΚΠολΔ) είναι κύρια παρέμβαση και κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 752 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο όπως και η αίτηση (αρθρ. 747 επ. ΚΠολΔ), αλλιώς είναι απαράδεκτη και απορριπτέα (βλ. όμως, ΜΠρΑγρ 226/2001 ΑρχΝ 2003.685, καθώς και Β. Μπρακατσούλα, Εκούσια Δικαιοδοσία, Θεωρία - Νομολογία - Πράξη, Έβδομη Έκδοση, 2002, σελ.62).

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

ΜονΠρΑθ 359/18 : Μεταβίβαση επιχείρησης - Πτώχευση. Ο εργοδότης που διαδέχεται ή υποκαθιστά τον αρχικό εργοδότη στην άσκηση ορισμένης επιχείρησης, υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη έναντι του προσωπικού και σε περίπτωση απόλυσης αυτού οφείλει να τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις και να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση με βάση το συνολικό χρόνο του μισθωτού στον αρχικό και στο νέο εργοδότη

ΜονΠρΑθ 359/18 : Μεταβίβαση επιχείρησης - Πτώχευση. Ο εργοδότης που διαδέχεται ή υποκαθιστά τον αρχικό εργοδότη στην άσκηση ορισμένης επιχείρησης, υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη έναντι του προσωπικού και σε περίπτωση απόλυσης αυτού οφείλει να τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις και να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση με βάση το συνολικό χρόνο του μισθωτού στον αρχικό και στο νέο εργοδότη. Έννοια μεταβίβασης της επιχείρησης. Εάν επέλθει μεταβίβαση επιχείρησης στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει αρχίσει αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία της πτώχευσης ή της κήρυξης σε αφερεγγυότητα, το προσωπικό της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης υπάγεται πλήρως στην προστασία που παρέχεται. Εάν όμως ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία με την έκδοση της, κατά περίπτωση, απαιτούμενης δικαστικής απόφασης, τότε από τη δημοσίευση αυτής παύει η προστασία. Περίπτωση συστάσεως ΙΚΕ ως συνέχεια προηγουμένης ατομικής επιχειρήσεως - Η ΙΚΕ αποτελεί διάδοχο εργοδότρια - Διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών σε απολυθέντα μισθωτό.  Η κρινόμενη αγωγή πρέπει γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη εν μέρει.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 359/2018

Πρωτοδίκης: Δ. ΝΙΚΗΤΟΠΟΥΛΟΣ

Α.Ι. Από τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/20 και παρ. 1 του ΒΔ από 16/18 Ιουλίου 1920, κατά τις οποίες η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των νομοθετημάτων αυτών υπέρ του μισθωτού (υπαλλήλου ή εργάτη), καθώς και από εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. β’ και 4 παρ. 1 του ΠΔ 178/02, κατά την πρώτη των οποίων «ως μεταβίβαση κατά την έννοια του παρόντος διατάγματος θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κύριας είτε δευτερεύουσας» και κατά τη δεύτερη των οποίων «δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο», προκύπτει ότι ο εργοδότης που διαδέχεται ή υποκαθιστά με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε νομική μορφή τον αρχικό εργοδότη στην άσκηση ορισμένης επιχείρησης, υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη έναντι του προσωπικού και σε περίπτωση απόλυσης αυτού οφείλει να τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις και να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση με βάση το συνολικό χρόνο του μισθωτού στον αρχικό και στο νέο εργοδότη (ΑΠ 1839/08 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 193/91 ΕΕΝ 1990.692 = ΕΕργΔ 1990.720 ΕφΛαρ 71/02 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002.397). Οι έννομες αυτές συνέπειες επέρχονται και στην περίπτωση που, προς καταστρατήγηση των παραπάνω προστατευτικών διατάξεων, υποχρεωθεί ο μισθωτός που συνεχίζει αδιάλειπτα την εργασία του να καταγγείλει τη σύμβαση με τον αρχικό εργοδότη και ευθύς εν συνεχεία υπογράφει νέα σύμβαση εργασίας με τον διάδοχο εργοδότη (ΑΠ 259/06 ΤΝΠ Νόμος). Για την επέλευση των συνεπειών αυτών απαιτείται α) το πραγματικό γεγονός ότι η επιχείρηση συνεχίζει χωρίς διακοπή τη λειτουργία της ως οικονομική μονάδα και διατηρεί την ταυτότητά της και στο πρόσωπο του διαδόχου, άσχετα αν συνδυάζεται η αλλαγή του φορέα αυτής και με αλλαγή τίτλου, νομικής μορφής ή με άλλες μεταβολές (ΟλΑΠ 5/94 ΕλλΔνη 1995.1252, ΑΠ 318/10 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 564/05 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/95 ΕΕργΔ 1997.747) β) υφιστάμενη κατά το χρόνο της μεταβίβασης εργασιακή σχέση (ΑΠ 259/06 οπ, ΑΠ 318/98 ΕλλΔνη 1998.1573 = ΕΕργΔ 1999.355, ΕφΠειρ 833/01 ΔΕΕ 2002.884) και ειδικότερα η σχέση αυτή (εργασιακή) να μην είχε λυθεί πριν από τη μεταβίβαση με νόμιμο τρόπο (ΕφΑθ 6363/07 ΕΕργΔ 2008.760). Η μεταβολή δε του προσώπου του εργοδότη επέρχεται με τη μεταβίβαση της επιχείρησης με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με δικαιοπραξία, έστω και άκυρη ή κατ’ εφαρμογή νομικής διάταξης και σημασία έχει η μεταβίβαση ως πραγματικό γεγονός, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος (ΑΠ 1181/96 ΕΑσφλΔ 30.119, ΑΠ 891/92 ΕΕργΔ 1993.454 = ΔΕΝ 1992.1231, ΕφΑθ 6635/00 ΕλλΔνη 2003.535, ΕφΑθ 2398/06 ΔΕΕ 2006.1183, ΕφΑθ 6635/00 ΕλλΔνη 2003.535 ΕφΠειρ 833/01 ο.π.). Με την έννοια αυτή μεταβίβαση αποτελεί τόσο η εκποίηση της επιχείρησης όσο και η απλή παραχώρηση της εκμετάλλευσής της [(Ληξουριώτης σε ΕΕργΔ 1990.719, Βλαστός σε ΕΕργΔ 1999.981 ΑΠ 602/80 ΝοΒ 1980.1974, ΕφΠειρ. 833/01 ο.π., ΕφΠειρ 142/16 ΤΝΠ Νόμος)]. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 του ΠΔ 178/02 «1. Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του Ν. 2648/98 (Α’ 238), η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής. 2. Η εφαρμογή της παρ. 1 του παρόντος άρθρου αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής απόφασης». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι εάν επέλθει μεταβίβαση επιχείρησης στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει αρχίσει αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία της πτώχευσης ή της κήρυξης σε αφερεγγυότητα, το προσωπικό της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης υπάγεται πλήρως στην προστασία που παρέχεται. Εάν όμως ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία με την έκδοση της, κατά περίπτωση, απαιτούμενης δικαστικής απόφασης, τότε από τη δημοσίευση αυτής παύει η προστασία (βλ. Κων. Γαζετά, Μεταβίβαση επιχείρησης και έννομες συνέπειες για τις εργασιακές σχέσεις - Δικαστική προστασία, Αθήνα 2007, σελ. 155 - 156).
Β. (...) Αποδεικνύονται τα ακόλουθα, κρίσιμα για την υπόθεση, πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων στις 1-10-2010 προσλήφθηκε από το Σ.Κ. ο οποίος διατηρούσε στην Αθήνα ατομική επιχείρηση ψητοπωλείου - ψησταριάς, με προφορικά καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως διανομέας, χρησιμοποιώντας προς τούτο δική του μοτοσικλέτα, έναντι συμφωνηθέντος ωρομισθίου ποσού 5,22 ευρώ (μικτά). Οι πραγματικές συνθήκες της εργασίας του ήταν αυτές της πλήρους απασχόλησης, αφού από τις 1-10-2010 έως τις 31-1-2012 παρείχε την εργασία του επί 51 ώρες σε 6ήμερη εβδομαδιαία βάση (από Δευτέρα έως Κυριακή με ρεπό την Πέμπτη) και με ημερήσιο ωράριο από τις 12.00 έως τις 17.00 και από τις 20.00 έως τις 23.00 (8ωρο), εκτός από την Τετάρτη, όπου παρείχε την εργασία του από τις 12.00 έως τις 23.00 (11ωρο), και από τις 1-2-2012 έως τις 30-6-2013 παρείχε την εργασία του επί 54 ώρες σε 6ήμερη εβδομαδιαία βάση (από Δευτέρα έως Κυριακή με ρεπό την Πέμπτη) και ημερήσιο ωράριο από τις 12.00 έως τις 17.00 και από τις 20.00 έως τις 23.00 (8ωρο) κατά τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Παρασκευή και Κυριακή και από τις 12.00 μέχρι τις 23.00 (11ωρο) κατά τις ημέρες Τετάρτη και Σάββατο. Στις 13.5.2013 συστάθηκε η εταιρία με την επωνυμία «Μ.Γ. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΣΤΙΑΣΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΙΚΕ» και με το διακριτικό τίτλο «Γ» ΕΣΤΙΑΣΗ ΙΚΕ» (στο εξής εναγομένη) με μοναδική εταίρο και νόμιμη εκπρόσωπό της τη Μ.Γ., σύζυγο του ανωτέρω αναφερθέντος Σ.Κ., με επιχειρηματικό αντικείμενο δραστηριότητας τη διαχείριση και εκμετάλλευση επιχείρησης και διαχείρισης οβελιστηρίου, εστιατορίου και χώρου εστίασης.

Τρίτη 22 Μαΐου 2018

ΔιοικΠρΝαυπλίου 85/18 : Χρέη προς το Δημόσιο - ΑΕ - Κατάσχεση ακινήτου - Ανακοπή. Ανακοπή κατά αναγκαστικής κατάσχεσης που επιβλήθηκε από το Δημόσιο επί ακινήτου του ανακόπτοντος ως Διευθύνοντος Συμβούλου ΑΕ, για την είσπραξη χρέους της εταιρίας προς το Δημόσιο που προέρχεται από φόρους.

ΔιοικΠρΝαυπλίου 85/18 : Χρέη προς το Δημόσιο - ΑΕ - Κατάσχεση ακινήτου - Ανακοπή. Ανακοπή κατά αναγκαστικής κατάσχεσης που επιβλήθηκε από το Δημόσιο επί ακινήτου του ανακόπτοντος ως Διευθύνοντος Συμβούλου ΑΕ, για την είσπραξη χρέους της εταιρίας προς το Δημόσιο που προέρχεται από φόρους. Με διάταξη δε, του Προέδου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, είχε ήδη απαγορευθεί η εκποίηση του επίμαχου ακινήτου έως ότου περατωθεί η ποινική διαδικασία. Η απαγόρευση της εκποίησης ορισμένου ακινήτου κατηγορουμένου, που επιβάλλεται με διάταξη του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, αποσκοπεί στο να εμποδίσει οποιαδήποτε διάθεση του συγκεκριμένου ακινήτου από οποιονδήποτε, περιλαμβανομένου και του  Δημοσίου, κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, έτσι ώστε  να εξασφαλιστεί ότι σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης θα είναι δυνατή η δήμευση του ακινήτου είτε ως παρεπόμενη ποινή, είτε ως μέτρο ασφαλείας. Ο χαρακτήρας αυτός της δέσμευσης ως μέτρου εξασφαλιστικού, καθιστά μη νόμιμη οποιαδήποτε πράξη εκποίησης του δεσμευθέντος ακινήτου μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας. Ως απαγορευμένη, ιδιόρρυθμης μορφής, διάθεση του δεσμευθέντος ακίνητου, εξάλλου, πρέπει να θεωρηθεί και η επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης σ' αυτό. Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένδικη πράξη αναγκαστικής κατάσχεσης από το Δημόσιο είναι μη νόμιμη και, συνεπώς, ακυρωτέα. Η ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αυτή πράξη διοικητικής εκτέλεσης.


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 85/2018

Συνεδρίασε δημόσιο, στο ακροατήριο του (αίθουσα Κακουργιοδικείου), στις 9 Ιανουαρίου 2018, με δικαστή την Ευδοξία Γουδή, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα τη Βασιλική Ζέρβα, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την ανακοπή, με χρονολογία κατάθεσης 31-10-2016 (Α.Κ.Β. ...),
του …. του ..., κατοίκου Αγίου Δημητρίου Αττικής (οδός … αρ….), ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά λογίζεται ότι παραστάθηκε με την υποβολή στις 5-1-2018 δήλωσης (κατ’ άρθρο 133 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 παρ.4 του ν.4446/2016, ΦΕΚ Α' 240/22-12-2016) του πληρεξουσίου του δικηγόρου, Κ. Γ.,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, ο οποίος επίσης δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά λογίζεται ότι παραστάθηκε με την υποβολή στις 8-1-2018 δήλωσης (κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 133 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Α Χ.
Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο μελέτησε τη δικογραφία και σκέφτηκε σύμφωνα με τον νόμο,

Η κρίση του είναι η εξής :

1. Με την κρινόμενη ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. Τα .... σειράς A', ειδικά έντυπα), επιδιώκεται, παραδεκτά, η ακύρωση της …/28-9-2016 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου, ..., με την οποία κατασχέθηκε, σε εκτέλεση της …/30-6-2016 (με αριθμ. πρωτ….) έγγραφης παραγγελίας του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, το περιγραφόμενο στην έκθεση αυτή ακίνητο, ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος σε ποσοστό 50%, με την ιδιότητά του ως Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…». Η εν λόγω κατάσχεση επιβλήθηκε για την είσπραξη χρέους της ως άνω ανώνυμης εταιρίας προς το Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ποσού 620.985,59 ευρώ, προερχόμενου από φόρους (φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων, Φ.Π.Α., Φ.Μ.Υ. κ.λπ.) και λοιπά συνεισπραττόμενα.
2. Ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999, (Φ.Ε.Κ. Α'97/17-5-1999) προβλέπει στο άρθρο 217 παρ.1 ότι «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α)... β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ)...», στο άρθρο 224 παρ.1 ότι «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημα της» και στο άρθρο 225 ότι «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε-ν.δ.356/1974, Φ.Ε.Κ. A' 9075-4-1974), «1. Δύναται να γίνη κατάσχεσις ακινήτου ανήκοντος κατά κυριότητα εις τον οφειλέτην ή εμπραγμάτου δικαιώματος του οφειλέτου επί ακινήτου...».
3. Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του ν.3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας...» (Φ.Ε.Κ. Α' 166/5-8-2008), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ.1 του ν.3932/2011 (Φ.Ε.Κ. Α' 49/10-3-2011), συνεστήθη η "Αρχή Καταπολέμησης της; Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης" που απολαμβάνει διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, τη λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Με το άρθρο 7Α του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, υπό κοινό Πρόεδρο. Ειδικότερα δε η A' Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών» «...συγκεντρώνει, διερευνά και αξιολογεί τις αναφορές υπόπτων ή ασυνηθών συναλλαγών που υποβάλλουν στην Αρχή τα υπόχρεα πρόσωπα, καθώς και τις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Αρχή από άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς ή περιέρχονται σε αυτήν άπατα μέσα ενημέρωσης, το διαδίκτυο ή οποιαδήποτε άλλη πηγή και αφορούν επιχειρηματικές, επαγγελματικές ή συναλλακτικές δραστηριότητες που ενδεχομένως σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας... Σε επείγουσες περιπτώσεις ο Πρόεδρος διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων φυσικών ή νομικών προσώπων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 48 παράγραφος 5...». Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του νόμου αυτού καταγράφονται αναλυτικά οι εγκληματικές δραστηριότητες –«βασικά αδικήματα», η τέλεση των οποίων στοιχειοθετεί το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων απρ τις εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), μεταξύ δε αυτών και το αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του ν.1882/1990, Φ.Ε.Κ. Α' 43), καθώς και της μη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τα δικαστήρια ή από διοικητικές ή άλλες αρχές [άρθρο 3 περίπτωση ιη, η οποία προστέθηκε με την παρ.1 του άρθρου 77 του ν.3842/2010 (Φ.Ε.Κ. А 58/23-4-2010) και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 68 παρ.1 (και ήδη άρθρο 74) του ν.4174/2013 (Φ.Ε.Κ. Α' 170/26-7-2013)]. Τέλος, ο ίδιος ως άνω v.3691/2008 στο άρθρο 46 παρ.1 (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο) προέβλεπε ότι «Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδικημάτων, κατάσχονται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεως τους στον ιδιόκτητη κατά την παρ.2 του άρθρου 310 και του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 373 Κ.Π.Δ., δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ή μέσα ανήκουν σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά το χρόνο κτήσεως αυτών. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων», ενώ στο άρθρο 48 προβλέπει ότι «1. Όταν διεξάγεται τακτική ανάκριση για τα αδικήματα του άρθρου 2 μπορεί ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, γα απαγορεύσει την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλος τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2. Το ίδιο ισχύει και όταν διεξάγεται ανάκριση για βασικό αδίκημα και υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από την τέλεση του ανωτέρω αδικήματος ή που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 46 του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, η απαγόρευση της κίνησης των λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του ανοίγματος των θυρίδων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στο διευθυντικό στέλεχος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού που αναφέρεται στην παρ 1 του άρθρου 44 ή στον διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου όπου εδρεύει ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας,-Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή κοινής θυρίδας επιδίδεται και στον τρίτο. 2. [...] 3. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μπορεί ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο να διατάξει την απαγόρευση εκποιήσεως ορισμένου ακινήτου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση εκθέσεως κατασχέσεως, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης της παραγράφου αυτής. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στο βιβλίο του υποθηκοφυλακείου μετά την εγγραφή της πιο πάνω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου. 4. Ο κατηγορούμενος, ο ύποπτος τέλεσης αξιόποινης πράξης των αδικημάτων των άρθρων 2 και 3 και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι μέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος... 5. Όταν διεξάγεται έρευνα από την Α’ Μονάδα της Αρχής, η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, του ανοίγματος θυρίδων και της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθεί σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3. Τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία, μαζί με αντίγραφο του φακέλου της υπόθεσης, διαβιβάζονται στον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει τη συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παράγραφο 4. 6.[...]».

Τρίτη 15 Μαΐου 2018

ΕφΑθ 1499/2018 : Λόγοι έφεσης - Αναγκαστική απαλλοτρίωση - Ανάκληση απαλλοτρίωσης - Αμοιβή δικηγόρου -.

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι λυσιτελείς, σαφείς και ορισμένοι. Όταν ο λόγος έφεσης αναφέρεται σε παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου πρέπει να προσδιορίζεται η παραβιασθείσα διάταξη και το συγκεκριμένο σφάλμα. Αυτοδίκαια άρση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Το γεγονός της μεταγενέστερης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης δεν ασκεί έννομη επιρροή επί της αξίωσης του δικηγόρου προς λήψη της νόμιμης αμοιβής του για την προηγηθείσα δίκη, όπου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. 
Στην περίπτωση παράλειψης κατάθεσης από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του δικηγορικού συλλόγου, της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθ’ ου η απαλλοτρίωση που παρέστη στη δίκη για τον καθορισμό της τιμής μονάδας, αυτός, ως το  μέλος του δικηγορικού συλλόγου, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή, αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο άνω δικηγορικός σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση. Η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την αποζημίωση λόγω της απαλλοτρίωσης και βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης, αποτελεί δε αντιπαροχή στο πλαίσιο της σύμβασης εντολής που συνδέει το διάδικο-δικαιούχο της αποζημίωσης με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1499/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 14°
Αποτελούμενο από τη Δικαστή: Βασιλική Ανδρουλάκη, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Ιωάννα Ξανθάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1 Φεβρουαρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού Καρόλου αρ. 27, νομίμως εκπροσωπούμενης (ΑΦΜ ...), την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ΚΜ
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών», που εδρεύει στην Πάτρα (οδός Γούναρη αρ. 30, Δικαστικό Μέγαρο Πατρών), νομίμως εκπροσωπουμένου (ΑΦΜ ...), το οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ΓΑ.
Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα «ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε Α.Ε.», με την από 25/11/2015 ανακοπή της, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 107379/13804/2015, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ'αριθμ. 3724/2016 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε όσα έταξε σ' αυτή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 5/12/2016 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 50824/500572/6-12-2016.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της 3724/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την από 25-11-2015 ανακοπή, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 522 και 533 ΚΠολΔ).
Η ανακόπτουσα - εκκαλούσα ζήτησε με την ανακοπή, που άσκησε κατά του καθ'ου η ανακοπή - εφεσίβλητου, ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών», να ακυρωθούν η από 7-11-2015 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι του με αριθμό 565/2015 Α' εκτελεστού απογράφου της με αριθμό 744/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και η από 17/11/2015 έκθεση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για τους λόγους που αναφέρονται στην ανακοπή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους και ζητεί την εξαφάνιση της, ώστε να γίνει δεκτή η ανακοπή της και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 520 Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118-120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης αναφορικά με πραγματικά ή νομικά σφάλματα του δικαστηρίου είτε του ίδιου του εκκαλούντος. οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι λυσιτελείς (να επιφέρουν δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητας τους ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της εκκαλουμένης διαφορετικά η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη - Β.Βαθρακοκοίλη, Κ.Πολ.Δ. Ερμηνευτική νομολογιακή ανάλυση, τ. Γ' σελ. 263), σαφείς και ορισμένοι. Πρέπει, δηλαδή, να καθορίζονται με πληρότητα οι αποδιδόμενες στην εκκαλούμενη απόφαση αιτιάσεις, ώστε να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει μάλιστα και της διάταξης του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους έφεσης) και να είναι σε θέση το δικαστήριο αυτό να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος ν' αμυνθεί. Η αοριστία του δικογράφου της έφεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ούτε ν' αναπληρωθεί με την παραπομπή σε άλλα δικόγραφα και της αυτής ακόμη δίκης, οι δε αόριστοι λόγοι έφεσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Ειδικότερα, όταν ο λόγος έφεσης αναφέρεται σε παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου πρέπει να προσδιορίζεται η παραβιασθείσα διάταξη και το συγκεκριμένο σφάλμα (Α.Π 305/2002 Ελ.Δ/νη 42. 318, ΑΠ 1009/1998 Ελ.Δ/νη 30, 1348, ΕφΔωδ. 313/2005, ΝΟΜΟΣ, Εφ.ΑΘ. 4707/1993 Ελ.Δ/νη 35y 471, Εφ.Πειρ. 724/1993 Ελ.Δ/νη 35, 1707, Μαργαρίτη, σε  Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ερμ. Κ.Πολ.Δ. τ. 1, 926). Με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμος (αλυσιτελής) ο τρίτος λόγος της ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο οι προσβαλλόμενες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας πάσχουν ακυρότητας, διότι επισπεύδονται από το καθ' ου νομικό πρόσωπο για το σύνολο της δικηγορικής αμοιβής υπέρ του ενός και όχι υπέρ αμφοτέρων των δικηγόρων, οι οποίοι παραστάθηκαν στη δίκη υπέρ της καθ' ης η απαλλοτρίωση εταιρίας. Η εκκαλουμένη δέχθηκε, αφενός, ότι το δικαίωμα του καθ' ου η ανακοπή να διεκδικήσει και να εισπράξει το σύνολο της καθορισθείσας δικηγορικής αμοιβής ουδόλως εξαρτάται από το πρόσωπο των παρισταμένων στο δικαστήριο μελών του, αφετέρου, ότι η ανακόπτουσα δεν επικαλέστηκε βλάβη λόγω της αναφοράς του ονόματος του ενός δικηγόρου, που μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των πράξεων της εκτέλεσης να μπορεί να θεραπευθεί (άρθρο 159 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Με τον τρίτο λόγο της έφεσης επικαλείται η εκκαλούσα σφάλμα της εκκαλουμένης συνιστάμενο στο ότι κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή των θεμελιωδών νομοθετικών διατάξεων, κατά παράβαση των πορισμάτων της νομικής επιστήμης απέρριψε τον ως άνω λόγο της ανακοπής. Σύμφωνα όμως με τα παραπάνω ο λόγος της έφεσης, είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος, διότι δεν καθορίζεται η παραβιασθείσα ουσιαστική διάταξη.

ΠολΠρΘεσ 1419/18 : ΑΕ - Πτώχευση - Δάνεια μετόχων - Υποκεφαλαιοδότηση. Συλλογική διαδικασία ικανοποίησης πιστωτών. Το κρίσιμο ζήτημα των δανείων των μετόχων προς την εταιρία, που βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση, τα οποία εξομοιώνονται με μετοχικό κεφάλαιο - Νομικό έρεισμα για την εν λόγω εξομοίωση συνιστά το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 44α του Κ.Ν. 2190/20

ΠολΠρΘεσ 1419/18 : ΑΕ - Πτώχευση - Δάνεια μετόχων - Υποκεφαλαιοδότηση. Συλλογική διαδικασία ικανοποίησης πιστωτών. Το κρίσιμο ζήτημα των δανείων των μετόχων προς την εταιρία, που βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση, τα οποία εξομοιώνονται με μετοχικό κεφάλαιο - Νομικό έρεισμα για την εν λόγω εξομοίωση συνιστά το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 44α του Κ.Ν. 2190/20. Έννοια της ονομαστικής υποκεφαλαιοδότησης - Διάκριση ίδιων και ξένων κεφαλαίων.  Ο θεσμός της υποκεφαλαιοδότησης, αποσκοπεί στην προστασία προεχόντως των λοιπών εταιρικών δανειστών, που θίγονται από τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του δανειοδότη - μετόχου, και μόνο ανακλαστικά προστατεύει τα συμφέροντα και των λοιπών μετόχων. Στο πλαίσιο αυτό, ως ενδεδειγμένη κύρωση, στο πρότυπο και της διάταξης του αρ. 32 παρ. 3 ν. 3190/1955, επί συλλογικής διαδικασίας, τίθεται η επαλήθευση μεν της απαίτησης του συγκεκριμένου πιστωτή - μετόχου, πλην ως απαίτησης πιστωτή τελευταίας σειράς, ικανοποιούμενης μετά από τις απαιτήσεις των ανέγγυων πιστωτών, αλλά πριν από την επιστροφή του εναπομένοντος τμήματος της εταιρικής περιουσίας στους μετόχους βάσει του ποσοστού συμμετοχής τους στην εταιρία.



ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1419/2018
Πρόεδρος: Μ. Χατζηανδρέα
Εισηγητές: Γ. Λαζαρίδης

[...] Το μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρίας είναι η απόλυτη εκείνη αριθμητική ποσότητα, η οποία περιέχεται υποχρεωτικά στο καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας, εκφράζεται σε χρήμα και ορίζει την ελάχιστη περιουσία που τίθεται στη διάθεση της εταιρίας κατά την ίδρυσή της, αντιστοιχώντας στο άθροισμα της αξίας των εισφορών των μετόχων (βλ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, 7η έκδ., 2012, σ. 204 επ., Βερβεσό: σε ΔικΑΕ, 2010, επιμ. Περάκη, τόμ. I, υπό το αρ. 8, σ. 392 επ., Χρυσάνθη σε Ανώνυμες Εταιρίες, επιμ. Αντωνόπουλου/Μούζουλα, 2013, τομ. I, υπό το αρ. 8, στους αρ. περ. 19 επ., σ. 608 επ., Αντωνόπουλο, Δίκαιο ΑΕ και ΕΠΕ, 4η έκδ., 2012, σ. 149). Το κεφάλαιο αποτελεί σταθερό μέγεθος, που δύναται να μεταβληθεί με τροποποίηση του καταστατικού στο πλαίσιο αύξησης ή μείωσης αυτού, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις σχετικές διατάξεις. Σε αντίθεση με το εταιρικό κεφάλαιο, βέβαια, η εταιρική περιουσία, που σχηματίζεται αρχικώς από τις εταιρικές εισφορές, από τη στιγμή που η ανώνυμη εταιρία αρχίζει να λειτουργεί προς επίτευξη του παραγωγικού της σκοπού, υπόκειται σε διαρκείς αυξομειώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η εταιρική περιουσία μπορεί να υπερβαίνει το μετοχικό κεφάλαιο, ιδία όταν η εταιρία έχει συγκεντρώσει μη διανεμηθέντα στους μετόχους κέρδη ή όταν έχει ανατιμηθεί η αξία των περιουσιακών της στοιχείων ή έχει αποκτήσει υπεραξία η εταιρική επιχείρηση λόγω των ευνοϊκών προοπτικών της στην αγορά, αλλά είναι πιθανό και να είναι μικρότερη αυτού, ιδία όταν η εταιρία έχει συγκεντρώσει ζημίες (βλ. Ρόκα, ό.π., σ. 205, Αλεξανδρίδου, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών, 2η έκδ., 2016, σ. 256). Δεδομένης της έλλειψης προσωπικής ευθύνης των μετόχων για τα χρέη της εταιρίας έναντι τρίτων δανειστών της, η διατήρηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς διασφαλίζει τα συμφέροντα των τελευταίων, εμμέσως, όμως, και ετέρων προσώπων, όπως ιδία αυτών των μετόχων μειοψηφίας. Η διατήρηση του μετοχικού κεφαλαίου δεν συνεπάγεται αδυναμία διάθεσης της εταιρικής περιουσίας προς εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού, αντιθέτως δε, το διοικητικό της συμβούλιο δύναται να τη διαχειρίζεται ελεύθερα στο πλαίσιο του εταιρικού σκοπού, υποκειμένης εν τέλει της εταιρικής περιουσίας στον επιχειρηματικό κίνδυνο. Η αρχή της διατήρησης της εταιρικής περιουσίας, συνεπώς, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται η διανομή της στους μετόχους, ακόμα και αν συμφωνούν όλοι οι μέτοχοι, είτε υπό τη μορφή επιστροφής των εισφορών στους μετόχους, είτε υπό τη μορφή της διάθεσης μη πράγματι επιτευχθέντων κερδών. Η εταιρική περιουσία, που αντιστοιχεί στο μετοχικό κεφάλαιο είναι υπό την ανωτέρω έννοια δεσμευμένη (βλ Ρόκα, ό.π., σ. 206-207, Αντωνόπουλο, ό.π., σ. 151 επ., Χρυσάνθη, ό.π., σ. 610, στους αρ. περ. 24 επ., Βερβεσό, ό.π., σ. 394 επ., στους αρ. περ. 5 επ.). Η δέσμευση αυτή είναι και λογιστική, εκφραζόμενη μέσω της αναγραφής του μετοχικού κεφαλαίου στο παθητικό σκέλος του ισολογισμού, με αποτέλεσμα η διανομή της εταιρικής περιουσίας στους μετόχους, υπό τη μορφή μερίσματος, να είναι δυνατή, μόνο όταν αυτή υπερβαίνει το μετοχικό κεφάλαιο, αλλά και τα αποθεματικά (βλ. Αντωνόπουλο, ό.π., σ. 150 επ.). Αν, αντιθέτως, η καθαρή εταιρική περιουσία είναι μικρότερη από το μετοχικό κεφάλαιο (π.χ. λόγω σωρευθεισών ζημιών) διανεμητέα κέρδη είναι δυνατό να υπάρξουν, μόνο όταν καλυφθούν οι προηγούμενες ζημίες στις επόμενες εταιρικές χρήσεις (βλ. Ρόκα, ό.π., σ. 208). Η καταβολή και διατήρηση εταιρικής περιουσίας αντιστοιχούσας στο μετοχικό κεφάλαιο επιδιώκεται με σειρά επιμέρους διατάξεων στο νόμο, ως ενδεικτικά με την απαγόρευση έκδοσης μετοχών κάτω από το άρτιο (βλ. αρ. 14 παρ. 2 κ.ν. 2190/1920), με την παροχή της δυνατότητας μείωσης του κεφαλαίου μόνο με τήρηση των εξασφαλιστικών για τους δανειστές οικείων διατάξεων (βλ. αρ. 4 παρ. 4 κ.ν. 2190/1920), με την πρόβλεψη για εκτίμηση των εισφορών σε είδος από ειδική επιτροπή, ώστε να αποτρέπεται ο κίνδυνος υπερεκτιμήσεων (βλ. αρ. 9 κ.ν. 2190/ 1920), με την κατ’ αρχήν απαγόρευση απόκτησης ιδίων μετοχών από την εταιρία (βλ. αρ. 16 κ.ν. 2190/1920), αλλά και με τις διατάξεις που επιδιώκουν την ακρίβεια των εγγραφών στον ισολογισμό, ώστε να μη διανέμονται μη πραγματικά κέρδη (βλ. σχετικώς Ρόκα, ό.π., σ. 209, Χρυσάνθη, ό.π., σ. 607-608, στους αρ. περ. 3 επ., Αντωνόπουλο, ό.π., σ. 151 επ., Αλεξανδρίδου, ό.π., σ. 258 επ.). Ο μέτοχος, εξάλλου, δεν έχει αξίωση επιστροφής της εισφοράς του πριν από τη λύση της εταιρίας, ανάληψη αντίθετης σχετικής υποχρέωσης από την εταιρία δεν είναι έγκυρη, στην περίπτωση δε που η εταιρία καταβάλει χωρίς τις προϋποθέσεις του νόμου τέτοια παροχή στον μέτοχο, το μεν διοικητικό συμβούλιο ευθύνεται, ο δε κακόπιστος μέτοχος υποχρεούται να επιστρέψει τη ληφθείσα παροχή (βλ. αρ. 44α-46α και 49 παρ. 4 και 5 κ.ν. 2190/1920, Ρόκα, ό.π., σ. 209-210, Αντωνόπουλο, ό.π., σ. 151-152, Γιοβαννόπουλο, Η προστασία των πιστωτών στο εταιρικό και το πτωχευτικό δίκαιο. Συγκριτικές παρατηρήσεις, σε: Τάσεις και Προοπτικές του Δικαίου της Ανώνυμης Εταιρίας, Πρακτικά 18ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Εμπορικού Δικαίου, 2009, σ. 193 επ. και ιδία 210). Το σύστημα διασφάλισης των εταιρικών δανειστών μέσω της προεκτεθείσας λειτουργίας του κεφαλαίου δεν είναι βέβαια πάντα επαρκές και μόνη η καταβολή του κεφαλαίου δεν διασφαλίζει τη φερεγγυότητα της εταιρίας. Η χρηματοδότηση της ανώνυμης εταιρίας, εξάλλου, πραγματοποιείται κατ’ αρχάς με τη συγκέντρωση του μετοχικού κεφαλαίου, όπως και με την καταβολή νέων εισφορών στην περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και άσκησης του δικαιώματος προτίμησης από τους παλαιούς μετόχους ή ανάληψης των νέων μετοχών από τρίτα πρόσωπα, που καθίστανται εφεξής μέτοχοι. Επιπλέον, η χρηματοδότηση επιδιώκεται και με πρόσθετα, ίδια εταιρικά μέσα, όπως με την αυτοχρηματοδότηση της εταιρίας, που προέρχεται από τον σχηματισμό αποθεματικών κάθε είδους, ως ιδία κατόπιν αναπροσαρμογής της αξίας των παγίων της εταιρίας αλλά και με τη χρήση αδιανέμητων κερδών (βλ. σχετικώς Τουντόπουλο, Κεφάλαιο και Χρέος: Διάκριση και υβριδικά μορφώματα, σε: Τάσεις και Προοπτικές του Δικαίου της Ανώνυμης Εταιρίας, Πρακτικά 18ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Εμπορικού Δικαίου, 2009, σ. 239 επ. και ιδία 247-251). Στις ανωτέρω περιπτώσεις πρόκειται για τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας, η δε διοχέτευση αυτών στην εταιρία συνοδεύεται συνήθως από την έκδοση τίτλων συμμετοχικού χαρακτήρα και προεχόντως μετοχών, που παρέχουν περιουσιακά δικαιώματα και δικαιώματα διοίκησης στην εταιρία. Στα ίδια κεφάλαια συγκαταλέγονται κατ’ αρχάς και οι περιπτώσεις της έκδοσης μετοχών υπέρ το άρτιο, τα αποθεματικά, τα αποτελέσματα εις νέον, αλλά και τα προοριζόμενα για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ποσά (βλ. Τουντόπουλο, ό.π., σ. 248, Δρυλλεράκη, σε ΔικΑΕ, τόμ. 6, 2000, σ. 236 επ.). Πέραν του μετοχικού κεφαλαίου και των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας εν γένει, εξάλλου, αναγκαία καθίσταται σχεδόν πάντοτε η χρηματοδότηση της εταιρίας και από τρίτες πηγές, ήτοι από αλλότρια κεφάλαια. Πρόκειται για κεφάλαια που δεν αποσκοπούν στην εκπλήρωση αναληφθείσας υποχρέωσης εταιρικού δικαίου από τους μετόχους ούτε παρέχουν δικαιώματα συμμετοχής στην περιουσία ή τη διοίκηση της εταιρίας και προέρχονται συνήθως από τρίτα σε σχέση με τους μετόχους πρόσωπα, όπως π.χ. από θεσμικούς χρηματοδότες (π.χ. τράπεζες), προμηθευτές και ομολογιούχους δανειστές, που δεν έχουν συνήθως πρόθεση συμμετοχής στο εταιρικό γίγνεσθαι, αλλά αντιμετωπίζουν την παροχή τους ως επένδυση, από την αξιοποίηση της οποίας αποσκοπούν ιδίως στην απόληψη τόκου. Η παροχή των ανωτέρω δεν υπόκειται στον επιχειρηματικό κίνδυνο και για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης, ιδία στην περίπτωση του πτωχευτικού δικαίου, λαμβάνει πρόνοια, ώστε οι απαιτήσεις τους να ικανοποιηθούν πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων των φορέων της επιχείρησης, που παρέσχον σε αυτήν τα αναγκαία για τη λειτουργία της κεφάλαια και οι οποίοι δεν τυγχάνουν δανειστές ή πτωχευτικοί πιστωτές (βλ ενδεικτικά ΑΠ 396/1990 ΕΕΝ 1990, 737, ΑΠ 1184/1984 ΕλλΔ 1985, 38, ΕφΠειρ 710/2014 Νόμος, ΕφΠειρ 131/2010 ΔΕΕ 2010, 684, ΕφΔωδ 342/2005 Νόμος, Τουντόπουλο, ό.π., σ. 248, Σωτηρόπουλο σε: ΔικΑΕ, επιμ. Περάκη, τόμ. 6, 2000, σ. 502-503). Με το τυπικό κριτήριο της προέλευσης της χρηματοδότησης, άλλωστε, οριοθετείται η έννοια του κεφαλαίου από αυτή του χρέους, αφού τα μεν κεφάλαια αποτελούν ποσά που προέρχονται από τους μετόχους, εισφερόμενα ιδία κατά την ίδρυσή της ή την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, αλλά και από αυτοχρηματοδότηση της εταιρίας, ενώ οιαδήποτε άλλη μορφή χρηματοδότησης, προερχόμενη από τρίτα πρόσωπα, συνιστά χρέος και εμπίπτει στην έννοια των αλλότριων κεφαλαίων. Τα πρόσωπα που εισφέρουν τα αλλότρια κεφάλαια τυγχάνουν δανειστές της εταιρίας, ενώ, αντίθετα, οι μέτοχοι δεν συνιστούν ούτε υπό αίρεση δανειστές της εταιρίας και μόνο κατ’ εξαίρεση μπορούν να θεμελιώσουν απαίτηση κατ’ αυτής για επιστροφή της εισφοράς τους, σε περίπτωση λύσης ιδίως της εταιρίας ή μείωσης του μετοχικού της κεφαλαίου (ΑΠ 396/1990 ΕΕΝ 1990, 737, ΕφΠειρ 710/2014 Νόμος, ΕφΠειρ 131/2010 ΔΕΕ 2010, 684). Υπό οικονομικούς όρους, εξάλλου, ο μεν μέτοχος συνιστά ιδιοκτήτη, ο δε δανειστής χρηματοδότη απλώς της επιχείρησης (βλ Τουντόπουλο, ό.π., σ. 249). Η ανωτέρω διάκριση δεν είναι απόλυτη ούτε πάντοτε ευχερής, πολλώ δε μάλλον που υφίστανται και υβριδικές μορφές χρηματοδότησης της εταιρίας, που συνδυάζουν στοιχεία και από τις δύο ως άνω κατηγορίες. Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν η χρηματοδότηση χορηγείται στην ανώνυμη εταιρία από μέτοχο και όχι από τρίτο πρόσωπο, που δεν τυγχάνει μέτοχος της εταιρίας ούτε συνδέεται με αυτήν καθ’ οιονδήποτε τρόπο (βλ. Τουντόπουλο, ό.π., σ. 255 επ. και ιδία 267-269). Χρήσιμη για τον λόγο αυτό αναδεικνύεται και η ανάδειξη ενός ουσιαστικού - λειτουργικού κριτηρίου για τη διάκριση μεταξύ κεφαλαίου και χρέους, πέραν του ανωτέρω τυπικού κριτηρίου. Στο ουσιαστικό κριτήριο ανακλώνται τα βασικά λειτουργικά στοιχεία του κεφαλαίου, που εντοπίζονται στη μακρόχρονη περιουσιακή διάθεση, στη συμμετοχή του κεφαλαιοδότη στα κέρδη και τις ζημίες της επιχείρησης, στη συμμετοχή του τελευταίου στη διοίκηση της εταιρίας, αλλά και στην πιθανή βούληση ανάληψης επιχειρηματικού κινδύνου (βλ Τουντόπουλο, ό.π., σ. 251-252). Μακρόχρονη περιουσιακή διάθεση προς όφελος της εταιρίας, που με τη σειρά της υποδηλώνει την υπό λειτουργικό κριτήριο κεφαλαιακή ιδιότητα του εισφερόμενου περιουσιακού στοιχείου υφίσταται, όταν η περιουσιακή διάθεση από τον μέτοχο στην εταιρία συνδέεται με την ύπαρξη της εταιρίας και ιδία την αναγκαιότητα της πραγματοποίησης της εν λόγω διάθεσης για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού (πρβλ., ωστόσο, και τις περιπτώσεις εξαγοράσιμων μετοχών σε σύντομο χρόνο, που παρά το βραχύχρονο ορίζοντα της τοποθέτησης αποτελούν κεφάλαιο, αλλά και την περίπτωση των αιώνιων ομολογιών, που παρά τον μακρόχρονο χαρακτήρα της διάθεσης εντάσσονται κατ’ αρχάς στην έννοια του αλλότριου χρέους - βλ. σχετικώς Τουντόπουλο, ό.π., σ. 252). Η συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες, αλλά και στη διοίκηση της εταιρίας από μέρους του κεφαλαιοδότη - χρηματοδότη είναι στοιχεία, που ομοίως συναξιολογούνται για την εξαγωγή του τελικού συμπεράσματος και η κατάφασή τους ενδεικνύει την ύπαρξη κεφαλαίου και όχι χρέους. Οι εισφορές υπόκεινται στον επιχειρηματικό κίνδυνο, περιορίζουν την ανάγκη προσφυγής στη χρηματοδότηση με ξένα κεφάλαια και ενδεικνύουν τη θετική αποτίμηση της εταιρίας από τους ίδιους τους μετόχους της, που δεν διστάζουν να εκθέσουν τις εισφορές τους στον κίνδυνο απώλειάς τους στην περίπτωση ζημιών (βλ. σχετικώς Τζουγανάτο, Ελευθερία εγκατάστασης νομικών προσώπων κατά τα αρ. 52, 58 ΣυνθΕΟΚ και εταιρικό διεθνές δίκαιο, ΝοΒ 1994, 14, 29 και Περάκη, Νεότερες αντιλήψεις για το εταιρικό κεφάλαιο σε: Κ. Παμπούκης, 45 χρόνια επιστημονικής παρουσίας. 2006, σ. 35). Σε περίπτωση λύσης ή πτώχευσης της εταιρίας, οι μέτοχοι έπονται των εταιρικών δανειστών για την ικανοποίηση της τυχόν αξίωσής τους προς απόδοση της εισφοράς τους ή της αναλογίας τους στην εναπομένουσα εταιρική περιουσία, οι δε μέτοχοι αναλαμβάνουν ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο, επειδή προσδοκούν ότι τέτοια εξέλιξη δεν θα υπάρξει και ότι οι ίδιοι θα καρπωθούν κέρδη από τη λειτουργία της εταιρίας.