Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

ΠΠρΗρακλείου 10/19 : ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ. ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ - ΑΝΑΚΟΠΗ. Kαταγγελία σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό. Ανακοπή διαταγής πληρωμής.

ΠΠρΗρακλείου 10/19 : ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ. ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ - ΑΝΑΚΟΠΗ. Kαταγγελία σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό. Ανακοπή διαταγής πληρωμής. Κατ' αρχάς η από πλευράς τραπεζικού ιδρύματος παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης, αναφορικά με προηγούμενη γνωστοποίηση προς την πιστούχο και τον εγγυητή του χαρακτηρισμού τους ως μη συνεργάσιμων δανειοληπτών, δεν συνιστά άνευ ετέρου άκυρη, ως αντίθετη κατά το άρθρο 174 ΑΚ, την καταγγελία της σύμβασης. Σκοπός της προβλεπόμενης στον Κώδικα Δεοντολογίας διαδικασίας διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων είναι η εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ιδρύματος και η διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης.  Στην προκείμενη περίπτωση, η καθ’ ης η ανακοπή δεν υποχρεούνταν να τηρήσει την εν λόγω διαδικασία, διότι είχε προηγηθεί η επιβολή σε βάρος της οφειλέτριας αναγκαστική κατάσχεση, με επισπεύδον το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταρτιστεί η συμφωνία εξυγίανσης και η σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, στις οποίες συμβλήθηκε και ο ανακόπτων, βάσει των οποίων καθορίστηκε αναδιάρθρωση της συνολικής οφειλής, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ουσιαστική εκδήλωση, από πλευράς της πιστούχου και του τελευταίου, πρόθεσης να τηρηθεί η εν λόγω διευθέτηση, κρίνει ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης δεν έλαβε χώρα καταχρηστικά.  Επιπρόσθετα, δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε από πλευράς της πιστούχου και των εγγυητών τυχόν εκδήλωση πρόθεσης τους προς νέα ρύθμιση της οφειλής τους. Τέλος, νομίμως η καθ’ ης η ανακοπή προέβαινε σε μετακύλιση σε βάρος της πιστούχου της εισφοράς του Ν. 128/1975, ενσωματώνοντας αυτή στο επιτόκιο της ένδικης πίστωσης. Απορρίπτει

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 10/2019

Πρόεδρος: Ανδ. Αθανασιάδη (Πρόεδρος Πρωτοδικών)
Εισηγήτρια: Αν. Βοϊτσίδου (Πρωτοδίκης)


[…Με τους έβδομο, όγδοο και δέκατο έκτο λόγους της κρινόμενης ανακοπής, οι οποίοι πρέπει να εκληφθούν ως ένας ενιαίος, λόγω του περιεχομένου τους, ο ανακόπτων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής θα πρέπει να ακυρωθεί διότι η καθ’ ης καταχρηστικά ενήργησε αιτούμενη την έκδοση αυτής, καθ’ όσον κατά τον τελευταίο χρόνο (αυτή) βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία «… Α.Ε.», προκειμένου να υπάρξει οικειοθελής παράδοση ακινήτων της δεύτερης έναντι ολικής διαγραφής του ένδικου χρέους, καθώς και καταγγέλλοντας τη σύμβαση παροχής πίστωσης άκαιρα, χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του, ως εγγυητή, για την υπερημερία της πιστούχου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθμ. […]/31.10.2002 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Ότι επιπροσθέτως η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης από πλευράς της καθ’ ης έλαβε χώρα καταχρηστικά για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε προηγουμένως ο Κώδικας Δεοντολογίας (Ν. 4224/2013), αναφορικά με προηγούμενη γνωστοποίηση προς την πιστούχο και τον εγγυητή του χαρακτηρισμού τους ως μη συνεργάσιμων δανειοληπτών και την κοινοποίηση προς αυτούς γραπτής ενημερωτικής επιστολής με αντικείμενο την καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση των δανειακών συμβάσεων. Με αυτό το περιεχόμενο ο εξεταζόμενος ενιαίος λόγος ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις του άρ. 281 ΑΚ, και των διατάξεων των ΠΔ/ΤΕ .../31.10.2012 και Ν. 4224/2013, με τη σημείωση ότι η από πλευράς τραπεζικού ιδρύματος παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης, που προβλέπεται στην υπό στοιχείο Γ παρ. 4 περ. α΄ της ΠΔ/ΤΕ ..../2002, καθώς και η μη τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 4224/2013, δεν συνιστά άνευ ετέρου άκυρη, ως αντίθετη κατά το άρθρο 174 ΑΚ σε απαγορευτική διάταξη νόμου, την εκ μέρους του τελευταίου καταγγελία συναφθείσας σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό (βλ. ΜΕφΘεσ 2277/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αλλά γεννά κατ’ αρχάς εποπτικής μόνο φύσεως συνέπειες και περαιτέρω δύναται, σε συνδυασμό προς άλλες περιστάσεις, να οδηγήσει στην αξιολόγηση της καταγγελίας της σύμβασης από την πλευρά του ως καταχρηστικής. Θα πρέπει, ωστόσο, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος διότι κατά πρώτον από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα και τα όσα οι διάδικοι ρητά ή σιωπηρά συνομολογούν (οι τελευταίοι δεν πρότειναν την εξέταση μαρτύρων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως) δεν αποδεικνύεται ο θεμελιωτικός αυτού ισχυρισμός αναφορικά με το ότι κατά τον χρόνο της από 29.6.2016 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό η καθ’ ης η ανακοπή βρισκόταν με την πιστούχο εταιρεία, με επωνυμία «… Α.Ε.», σε στάδιο διαπραγματεύσεων, και δη προκειμένου να λάβει χώρα ολική διαγραφή της ένδικης απαίτησης βάσει παραχώρησης ακίνητων περιουσιακών στοιχείων της δεύτερης, λόγω των οποίων είχε τυχόν δημιουργηθεί σε αυτήν και στον ανακόπτοντα εγγυητή η εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, καθώς ουδέν σχετικό εισφέρθηκε αποδεικτικά από τον τελευταίο. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται αληθής ο ισχυρισμός περί της αδυναμίας είσπραξης της ένδικης οφειλής βάσει της εκδόσεως του προσβαλλόμενου εκτελεστού τίτλου, και κατ’ επέκταση η μη ύπαρξη δικαιολογημένου συμφέροντος της καθ’ ης να προχωρήσει αρχικά στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης και ακολούθως να αιτηθεί την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, καθ’ όσον δεν αρκεί, για να κριθεί ότι ασκήθηκε καταχρηστικά το δικαίωμα της καταγγελίας, μόνη η πρόκληση βλάβης, έστω και μεγάλης, στον οφειλέτη, παρά μόνον αν τούτο δύναται να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως η έλλειψη δικαιολογημένου συμφέροντος του δανειστή. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι μεταξύ της καθ’ ης η ανακοπή, της ως άνω πιστούχου ανώνυμης εταιρείας και του ανακόπτοντος, ως εγγυητή, είχε, κατά τα προεκτεθέντα, καταρτιστεί η από 10.10.2013 συμφωνία εξυγίανσης, με αντικείμενο τη ρύθμιση της ένδικης συνολικής οφειλής, και την παροχή περιόδου χάριτος προκειμένου, όπως ρητά εκτίθεται στο τρίτο άρθρο αυτής, να εξευρεθεί λύση που να διασφαλίζει την εξυγίανση της λειτουργίας της πιστούχου και την προοπτική μελλοντικής κερδοφόρου συνεργασίας των προμηθευτών με αυτήν μετά την εξυγίανσή της, καθώς και στη συνέχεια, μετά την επικύρωση της δυνάμει της υπ’ αριθ. 16/3521/101/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η από 9.1.2015 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, με την οποία ειδικώς ο ανακόπτων αναγνώρισε ως ορθό το κατά την 30.6.2013 υπάρχον εκ της υπ’ αριθ. .../11.9.2000 σύμβασης πιστώσεως και των πρόσθετων αυτής πράξεων κατάλοιπο ύψους 568.559,91 ευρώ πλέον τόκων, ήτοι το ποσό στο οποίο αφορά η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ως προς αυτόν. Εντούτοις, έναντι της συνολικής οφειλής της πιστούχου, ύψους 6.949.135,82 ευρώ (καθώς προέρχεται από δύο συμβάσεις παροχής πίστωσης), καταβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τις 21.3.2014 (ημερομηνία επικύρωσης της παραπάνω συμφωνίας εξυγίανσης) έως τις 29.6.2016 (ημερομηνία κλεισίματος του τηρούμενου λογαριασμού) μόνον το ποσό των 8.066,08 ευρώ. Περαιτέρω, επί του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί της μη προηγούμενης καταγγελίας και του κλεισίματος του τηρούμενου προς εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμού ενημέρωσης του ανακόπτοντος, υπό την εκτεθείσα ιδιότητά του, για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής, δέον όπως αναφερθεί κατά πρώτον ότι η καθ’ ης η ανακοπή είχε αποστείλει στην πιστούχο εταιρεία την από 20.5.2016 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της (βλ. την υπ’ αριθ. ..../26.5.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Ανατολικής Κρήτης Χ.Κ.), με την οποία την καλούσε όπως εντός προθεσμίας ενός μηνός προέβαινε στην καταβολή του οφειλόμενου, λόγω καθυστέρησης καταβολής ληξιπρόθεσμων τόκων και εξόδων για το χρονικό διάστημα από τις 22.6.2015 έως την επίδοση αυτής, ποσού των 184.630,76 ευρώ, διότι διαφορετικά θα θεωρούσε την από 10.10.2013 συμφωνία εξυγίανσης ως ανατραπείσα. Επιπλέον, ο ανακόπτων υποστηρίζει ότι η επίδοση της παραπάνω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης σε αυτόν πάσχει ακυρότητας διότι ο παραλαβών αυτήν δεν είχε την εκτιθέμενη στην υπ’ αριθ. .../26.5.2016 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή ιδιότητα του συνεργάτη του, εντούτοις δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη της επικαλούμενης δικονομικής του βλάβης, καθώς δεν εισφέρθηκε αποδεικτικώς κάτι σχετικό, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατ’ άρθρον 159 παρ. 3 ΚΠολΔ η ακυρότητα της επίδοσης του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, που πρέπει ο προβάλλων την ακυρότητα να επικαλεστεί και να αποδείξει (βλ. ΑΠ 808/2004, Δ/νη 2006, 1391, ΕφΚρ 134/2003, ΤΝΠ ΔΣΑ). Σε κάθε, εξάλλου, περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι, ακόμα και αν υποτεθεί αληθής η επικαλούμενη δικονομική βλάβη του ανακόπτοντος και η μη λήψη γνώσης της ως άνω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης, ο τελευταίος θα προέβαινε, εντός μηνός από αυτήν, σε εξόφληση της τρέχουσας κατά τον χρόνο εκείνο ληξιπρόθεσμης οφειλής, συνολικού ύψους αυτής 184.630,76 ευρώ, προκειμένου να αποτρέψει την ανατροπή της από 10.10.2013 καταρτισθείσας συμφωνίας εξυγίανσης και κατ’ επέκταση την κήρυξη της όλης οφειλής ως απαιτητής και ληξιπρόθεσμης (βλ. ΠΠΘ 3909/2012, ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, σκοπός της προβλεπόμενης στον Κώδικα Δεοντολογίας (άρθ. 1 παρ. 2 Ν. 4224/2013) διαδικασίας διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων είναι η εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος και η διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης, μετά από αξιολόγηση των οικονομικών καταστάσεων του πρώτου και της τρέχουσας ικανότητας του για αποπληρωμή των οφειλών. Στην προκείμενη περίπτωση, η καθ’ ης η ανακοπή δεν υποχρεούνταν κατά πρώτον να τηρήσει την εν λόγω διαδικασία, προ της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης παροχής πίστωσης, ως προς την πιστούχο εταιρεία, διότι στις 28.12.2015 επιβλήθηκε σε βάρος της αναγκαστική κατάσχεση για ποσό 588.326,10 ευρώ, με επισπεύδον το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου «ΙΚΑ-ΕΤΑΜ» (Οργανική Μονάδα Ηρακλείου) και, συνεπώς, υπαγόταν στην - εισάγουσα εξαίρεση - περίπτωση του Κεφαλαίου Πρώτου Α.2 περ. γ΄ της ΠΔ 195/2016. Επιπλέον, αποδεικνύεται, καθώς τούτο δεν αμφισβητείται ειδικώς από την καθ’ ης η ανακοπή, ότι η εν λόγω διαδικασία δεν τηρήθηκε και ως προς τον ανακόπτοντα εγγυητή. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταρτιστεί οι από 10.10.2013 συμφωνία εξυγίανσης, επικυρωθείσα στη συνέχεια δικαστικώς, και από 9.1.2015 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, στις οποίες συμβλήθηκε και ο ανακόπτων, βάσει των οποίων καθορίστηκε αναδιάρθρωση της συνολικής οφειλής και ορίστηκαν συγκεκριμένα οι υποχρεώσεις των μερών, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ουσιαστική εκδήλωση, από πλευράς της πιστούχου και του τελευταίου, πρόθεσης να τηρηθεί η εν λόγω διευθέτηση της πολυετούς και υψηλής εις ολόκληρον οφειλής τους, δεδομένης της καταβολής ενός ελάχιστου, σε σχέση με αυτήν, ποσού, ήτοι αυτό των 8.066,08 ευρώ για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, έως το κλείσιμο του λογαριασμού, προκύπτει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης δεν έλαβε χώρα καταχρηστικά. 

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

ΜονΔΕφΠατρών 602/2018 Ανάκτηση οικονομικής ενίσχυσης - Βιολογική Κτηνοτροφία - Κτηνοτροφική μονάδα - Πιστοποίηση - Τεκμήριο αθωότητας - Αρχή ne bis in idem -

Ανάκτηση ποσού ως αχρεωστήτως καταβληθέντος που αντιστοιχούσε σε οικονομικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν κατά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε κτηνοτροφική μονάδα. Δήλωση ψευδών στοιχείων από τον δικαιούχο. Μη γνήσιες βεβαιώσεις. Αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής του τεκμηρίου της αθωότητας και της αρχής ne bis in idem διότι η αθωωτική αμετάκλητη απόφαση που αφορά στη διάπραξη των κολάσιμων πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και της απάτης δεν σχετίζεται με το κρίσιμο για τη διοικητική δίκη γεγονός της είσπραξης εκ μέρους του εκκαλούντος οικονομικών ενισχύσεων χωρίς τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων.


Αριθμός απόφασης Α602/2018
 ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ Γ' ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του (αίθουσα Κακουργιοδικείου του Δικαστικού Μεγάρου Πατρών) στις 19 Ιανουαρίου 2018, με δικαστή την Φερενίκη Φλωράτου, Εφέτη Δ.Δ. και γραμματέα την Αναστασία Θανοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την έφεση με αριθμό και χρονολογία κατάθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών ΕΦ17/2.2.2017 και αριθ. Β.Ε.Μ. του παρόντος Δικαστηρίου ΕΦ134/18.4.2017,
του ..., κατοίκου Καραβόμυλου Κεφαλληνίας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου (Αργοστολίου) ΓΘ,
κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Περιφέρεια Ιονίων Νήσων» που εδρεύει στην Κέρκυρα, εκπροσωπείται από τον οικείο Περιφερειάρχη του και δεν παραστάθηκε, και της Α1061/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (Τμήμα 2° - Μεταβατική Έδρα Αργοστολίου).
Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο μελέτησε τη δικογραφία και τις διατάξεις του νόμου,
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 2546583 και 2546581 ειδικά έντυπα), επιδιώκεται παραδεκτώς η εξαφάνιση άλλως η μεταρρύθμιση της Α1061/2016 οριστικής απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών (Τμήμα 2ο Μονομελές - Μεταβατική Έδρα Αργοστολίου), με την οποία απορρίφθηκε η από 27.4.2012 προσφυγή του ήδη εκκαλούντος κατά της με αρ. πρωτ. 10618/2905/29.2.2012 απόφασης του Περιφερειάρχη Ιονίων Νήσων. Με την τελευταία αυτή απόφαση αποφασίσθηκε η ανάκτηση συνολικού ποσού 24.242,78 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος στον εκκαλούντα για οικονομικές ενισχύσεις κατά τα έτη 2006 έως και 2009 στα πλαίσια του καθεστώτος Βιολογικής Κτηνοτροφίας.
2. Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε νόμιμα παρά την απουσία του εφεσίβλητου ν.π.δ.δ., το οποίο κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί (βλ. την από 6.7.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Δ.Δ. ...).
3. Επειδή, με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1999 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών, θεσπίστηκε το πλαίσιο της κοινοτικής στήριξης για μια αειφόρο αγροτική ανάπτυξη, μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2000 και 1ης Ιανουαρίου 2007. Σύμφωνα με το προοίμιο του Κανονισμού αυτού (εδ. 41), το Συμβούλιο, μεταξύ άλλων, έλαβε υπόψη ότι τα ειδικά μέτρα στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης μπορούν να αφορούν την παραγωγή, την μεταποίηση και την εμπορία γεωργικών προϊόντων βιολογικής παραγωγής. Τα επιλέξιμα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης με βάση αυτόν τον κανονισμό, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μέτρα εκσυγχρονισμού και διαφοροποίησης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, με ενισχύσεις που πρέπει να αποσκοπούν στη μείωση του κόστους παραγωγής, στη βελτίωση ή στη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων παραγωγής, καθώς και στην προώθηση της ποιότητας των προϊόντων, στη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος, στη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής ή διαβίωσης των ζώων. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αποτελεσματική παρακολούθηση και την εφαρμογή του προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης με φυσικούς και χρηματοδοτικούς δείκτες που θεσπίζουν από κοινού με την Επιτροπή και ενδεχομένως με τη δημιουργία επιτροπών παρακολούθησης. Περαιτέρω, με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1991, περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής, περιγράφηκε το νομικό πλαίσιο που ισχύει για τα γεωργικά προϊόντα και τα είδη διατροφής που παράγονται με βιολογικές μεθόδους. Ο κανονισμός εφαρμόζεται στα ακόλουθα προϊόντα: - μη μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα, φυτικά ή ζωικά - ζώα εκτροφής - μεταποιημένα γεωργικά φυτικά και ζωικά προϊόντα που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση και έχουν παρασκευαστεί κυρίως από ένα ή περισσότερα συστατικά φυτικής ή/και ζωικής προέλευσης -ζωοτροφές, σύνθετες ζωοτροφές και πρώτες ύλες ζωοτροφών που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του κανονισμού αριθ. 223/2003/ΕΚ και ορίζει τους κανόνες βιολογικής παραγωγής, τις ουσίες που μπορούν να χρησιμοποιούνται ως παρασιτοκτόνα, λιπάσματα και εδαφοβελτιωτικά, ζωοτροφές και προϊόντα καθαρισμού. Για να εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων παραγωγής, θεσπίζει καθεστώς τακτικού ελέγχου, σύμφωνα με το οποίο οι επιχειρήσεις που παράγουν, παρασκευάζουν, αποθηκεύουν ή εισάγουν από τρίτη χώρα βιολογικά προϊόντα, οφείλουν να κοινοποιούν τις δραστηριότητες τους στις αρχές, δημόσιες ή εξουσιοδοτημένες ιδιωτικές, οι οποίες έχουν ορισθεί προς τούτο από τα κράτη μέλη. Οι εν λόγω ελεγκτικές αρχές οφείλουν να εξασφαλίζουν τουλάχιστον την εφαρμογή των ελάχιστων μέτρων ελέγχου και προφύλαξης που καθορίζονται στο παράρτημα III του κανονισμού.
4. Επειδή, περαιτέρω, με την ΚΥΑ 586/130492/11.8.2004 «Εφαρμογή του μέτρου 3.2 "Βιολογική Κτηνοτροφία" του Άξονα 3 "Γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα" του Εγγράφου   Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΠΑΑ) 2000 - 2006 - Κανονισμός (Ε.Κ.) 1257/1999 του Συμβουλίου» (ΦΕΚ Β' 1298), όπως αυτή ίσχυε πριν από την κατάργηση της με το άρθρο 13 της ΥΑ 278486 (ΦΕΚ Β 367/05.03.2008), ορίσθηκε ότι: «Στόχος του προγράμματος είναι η αειφορική διαχείριση των βοσκοτόπων, η προστασία του περιβάλλοντος, ο σεβασμός της ευημερίας των ζώων και η παραγωγή βιολογικών προϊόντων ζωικής προέλευσης» (άρθρο 1), «Το πρόγραμμα εφαρμόζεται σε όλη τη χώρα και στους παρακάτω κλάδους: Εκτατική και ημισταυλισμένη Προβατοτροφία και Αιγοτροφία, εκτατική και ημισταυλισμένη Βοοτροφία, εκτατική και ημισταυλισμένη Χοιροτροφία ...»  (άρθρο 2), «Εγκρίνεται η τροποποίηση    του προγράμματος "Βιολογικής Κτηνοτροφίας" του γεωργοπεριβαλλοντικού μέτρου 3.2 του Άξονα 3 του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης (Ε.Π.Α.Α.) 2000 - 2006. Το πρόγραμμα θα εφαρμοστεί από τη Δ/νση Χωροταξίας και Προστασίας Περιβάλλοντος σε συνεργασία με τη Δ/νση Βιολογικής Γεωργίας και τις Δ/νσεις Αγροτικής Ανάπτυξης (Δ.Α.Α.) των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων (Ν.Α.) της χώρας σε θέματα αρμοδιότητας τους. Αρμόδιοι φορείς για τις διαδικασίες ελέγχων είναι οι Δ.Α.Α. των Ν.Α. και η Δ/νση Χωροταξίας και Προστασίας Περιβάλλοντος. Η Διαχειριστική Αρχή του Ε.Π.Α.Α. είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση του προγράμματος», (άρθρο 3), «Δικαιούχοι του προγράμματος είναι φυσικά ή και νομικά πρόσωπα με τις ακόλουθες προϋποθέσεις: Είναι νόμιμοι κάτοχοι γεωργικής εκμετάλλευσης υπεύθυνοι για τη διαχείριση της ... Αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις του άρθρου 5 της παρούσας απόφασης», (άρθρο 4), «Οι δικαιούχοι πέραν της εφαρμογής της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας οφείλουν να: Εφαρμόζουν πιστά τον Καν.(ΕΟΚ) 2092/1991 του Συμβουλίου έτσι όπως κάθε φορά ισχύει. Εφαρμόζουν το πρόγραμμα για περίοδο πέντε ετών .... Συνάψουν σύμβαση με αναγνωρισμένο Οργανισμό Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων. Σε περίπτωση διακοπής της σύμβασης, οι δικαιούχοι οφείλουν να συνάψουν νέα σύμβαση με άλλον Οργανισμό Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων εντός δέκα (10) ημερών. Η σύμβαση μπορεί να είναι ετήσια ή και πολυετής. ... Διατηρούν κατά τη διάρκεια της πενταετίας τουλάχιστον τόσα ζώα όσα αναφέρονται στη σύμβαση που έχουν υπογράψει για την ένταξη τους στο πρόγραμμα. Συνάψουν σύμβαση με Γεωτεχνικό Σύμβουλο, ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για τη σύνταξη του Σχεδίου Περιβαλλοντικής Διαχείρισης Εκτροφής (Σ.Π.Δ.Ε.), καθώς και για την εν γένει παρακολούθηση και τεχνική υποστήριξη της εκμετάλλευσης. Εφαρμόζουν το Σ.Π.Δ.Ε. ή εγκεκριμένη τροποποίηση του. Διατηρούν τα δομικά χαρακτηριστικά του αγροτικού τοπίου εντός της εκμετάλλευσης τους. Συμπληρώνουν το μηχανογραφικό έντυπο του Ο.Σ.Δ.Ε. ανεξάρτητα αν διαθέτουν ζώα ή εκτάσεις που επιδοτούνται από το Ο.Σ.Δ.Ε. Διευκολύνουν την πραγματοποίηση των αναγκαίων ελέγχων από τα εντεταλμένα εθνικά και κοινοτικά όργανα, ιδιαίτερα σε απομονωμένες δυσπρόσιτες περιοχές. ... Υποβάλλουν μία φορά το έτος αίτηση πληρωμής με τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Η προθεσμία για την υποβολή της αίτησης πληρωμής θα καθοριστεί στην Υπουργική Απόφαση», (άρθρο 5), «Οι δικαιούχοι απαλλάσσονται από τις δεσμεύσεις που απορρέουν από την παρούσα στις εξής περιπτώσεις: Ανωτέρας βίας, όπως αυτές καθορίζονται στο παράρτημα I (σημείο 5) της παρούσας, εφόσον αυτές γίνουν αποδεκτές από την αρμόδια αρχή. Λήξης της σύμβασής τους. Παραχώρησης της εκμετάλλευσης σε νέο γεωργό είτε στα πλαίσια εφαρμογή το μέτρου 3.1 του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης, είτε στα πλαίσια της πρόωρης συνταξιοδότησης, με την προϋπόθεση ότι ο νέος γεωργός ή ο διάδοχος ανάλαβε, με νέα σύμβαση το σύνολο των δεσμεύσεων που απορρέουν από την παρούσα και μέχρι την ολοκλήρωση της πενταετίας», (άρθρο 6), «Το ποσό της προϋπολογισθείσας δημόσιας δαπάνης (κοινοτικής και εθνικής συμμετοχής) κατά την περίοδο εφαρμογής του προγράμματος, στο πλαίσιο του Ε.Π.Α.Α. 2000 2006, ανέρχεται σε 47 εκατ. Ε. Το ποσό αυτό βαρύνει τον Τακτικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων (ΚΑΕ 5323). Το 75% της δημόσιας δαπάνης προέρχεται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού & Εγγυήσεων Τμήμα Εγγυήσεων. Επιπλέον δαπάνες καλύπτονται από τον Τακτικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων (ΚΑΕ 5323) και καθορίζονται ετησίως με Κοινή Υπουργική Απόφαση», (άρθρο 8), «Με την υπ' αριθμ. 523/126710/13.3.2003 ΚΥΑ καθορίζεται η διαδικασία πληρωμής, καθώς και οι απαιτούμενοι έλεγχοι για την πραγματοποίηση των πληρωμών στους δικαιούχους του προγράμματος, ενώ λεπτομέρειες εφαρμογής του θα καθοριστούν με σχετικές εγκυκλίους που θα εκδίδονται από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. Κατά τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων ισχύουν τα προβλεπόμενα από τον Καν.(ΕΚ)2419/2001. Για ιδιαίτερες περιπτώσεις όπως καταγγελίες, υπόνοιες για απάτη κλπ. οι έλεγχοι γίνονται πέραν του δείγματος», (άρθρο 12), «1. Δικαιούχοι που δηλώνουν ψευδή στοιχεία: Αποβάλλονται από το πρόγραμμα και τυχόν καταβληθέντα ποσά αναζητούνται σαν αχρεωστήτως καταβληθέντα. Αποκλείονται από το σύνολο των μέτρων του άξονα 3 του Ε.Π.Α.Α. τουλάχιστον για δύο έτη. 2. Δικαιούχοι που δηλώνουν ανακριβή στοιχεία, αποκλείονται για το εξεταζόμενο έτος από όλα τα μέτρα του άξονα 3 του Ε.Π.Α.Α. 3. Δικαιούχοι οι οποίοι δεν τηρούν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει για την εφαρμογή του προγράμματος, υφίστανται τις ακόλουθες κατά περίπτωση κυρώσεις: ... Οι δικαιούχοι απαλλάσσονται των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει εφόσον: συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας και φυσικών περιστάσεων, όπως καθορίζονται στο παράρτημα I της παρούσας, εκ των οποίων προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η συνέχιση της παραμονής τους στο πρόγραμμα και υπό τον όρο ότι οι σχετικές κατά περίπτωση αποδείξεις στοιχειοθέτησης τους υποβάλλονται στον φορέα εφαρμογής εγγράφως, ... ή μεταβιβάζουν την εκμετάλλευση τους σε διάδοχο, ο οποίος θα αναλάβει τη συνέχιση της τήρησης των υποχρεώσεων του δικαιούχου. 4. Δικαιούχοι, των οποίων η συσσώρευση των κυρώσεων οδηγεί σε μηδενική ενίσχυση για ένα συγκεκριμένο έτος αποκλείονται και το επόμενο. 5. Η αποβολή από το πρόγραμμα δικαιούχου ή δικαιούχων συνεπάγεται και μονομερή διακοπή της σύμβασης», (άρθρο 15). Περαιτέρω, με την με αριθμό 132752/2004 (ΦΕΚ Β' 1650) απόφαση του Υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες εφαρμογής της ως άνω υπ' αριθμ. 586/130492/11.8.2004 κοινής υπουργικής απόφασης.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

ΜΠρΚαλ 155/18 : Καταγγελία συμβάσεως εργασίας - Συνδικαλιστική δράση - Ποινική δίωξη. Καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου - Το αναιτιώδες αυτής υπό τον περιορισμό του αρ.281 ΑΚ. Προστασία της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης με το Ν.1264/82

ΜΠρΚαλ 155/18 : Καταγγελία συμβάσεως εργασίας - Συνδικαλιστική δράση - Ποινική δίωξη. Καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου -  Το αναιτιώδες αυτής υπό τον περιορισμό του αρ.281 ΑΚ. Προστασία της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης με το Ν.1264/82 - Πότε είναι καταχρηστική η επίκληση της ως άνω προστασίας. Δυνατότητα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας χωρίς αποζημίωση στην περίπτωση που έχει υποβληθεί μήνυση κατά του εργαζόμενου για πράξη που έχει διαπραχθεί κατά την υπηρεσία του. Περίπτωση υποβολής ψευδών μηνύσεων κατά του εργοδότη από το συνδικαλιστή εργαζόμενο και ακολούθως μήνυση του εργοδότη και καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του συνδικαλιστή χωρίς αποζημίωση.  Κρίση ότι ο ενάγων εν προκειμένω, συμπεριφέρθηκε εξερχόμενος των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης και  ότι η απόλυση έλαβε χώρα προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων και εννόμων συμφερόντων της εργοδότριας. Απορρίπτει την αγωγή και τις πρόσθετες παρεμβάσεις


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 155/2018

Πρωτοδίκης: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΝΤΑΦΟΥ

I. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/20 και 1 και 5 Ν. 3198/55 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται απο την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ (ΑΠ 282/09 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου η ακόμη και όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικους λόγους, οι οποίοι επιβάλλουν την μείωση του προσωπικού της επιχείρησης, χωρίς να γίνει επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (ΑΠ 927/17 ΝΟΜΟΣ). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς, ή πολύ περισσότερό, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καποια εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους ―που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος― εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1901/05 ΕΕργΔ 65/671). Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απολύσεώς του, ο από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμός του απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθοριστούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας (ΑΠ 95-97/04 ΕλλΔνη 45, 759. ΕφΛαμ 14/2013, ΕφΠατρ 578/08). Κατάχρηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη δεν συντρέχει, όταν η καταγγελία έγινε για λόγους που ανάγονται στο πρόσωπο του μισθωτού, όπως ανεπάρκεια, παραβάσεις των εργασιακών του υποχρεώσεων, κλονισμός εμπιστοσύνης κ.λπ., που δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της επιχειρήσεως ή όταν ο εργαζόμενος αδυνατεί να ανταποκριθεί στα εργασιακά του καθήκοντα, οπότε η μη τοποθέτησή του σε άλλη εργασιακή θέση και η καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη του δεν είναι καταχρηστική (ΑΠ 704/06 ΧρΙΔ 2006, 941).
II. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 1264/82 «για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων», «είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση». Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως απαιτείται νόμιμη συνδικαλιστική δράση και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, αλλά και της διατάξεως του άρθρου 23 του Συντάγματος, η «νόμιμη συνδικαλιστική δράση» περιλαμβάνει κάθε δραστηριότητα, η οποία αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των εργαζομένων, εφόσον από αυτήν δεν επηρεάζεται (αμέσως ή εμμέσως) ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας. Μορφές νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης αποτελούν ―ενδεικτικώς― η συλλογική δραστηριοποίηση για την ίδρυση επαγγελματικού σωματείου εργαζομένων, η υποβολή υποψηφιότητας προς εκλογή σε θέση μέλους του διοικητικού οργάνου του σωματείου, η εκλογή και η δραστηριοποίηση μέσα από τα όργανα αυτά, οι συλλογικές πρωτοβουλίες ενεργοποιήσεως σωματειακών διαδικασιών αναδείξεως νέας διοικήσεως του σωματείου προς επιδίωξη και υλοποίηση συγκεκριμένων εργασιακών ή οικονομικών στόχων, η συμμετοχή σε απεργίες ή άλλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις του σωματείου εργαζομένων για την επίτευξη κοινών συνδικαλιστικών στόχων (ΕφΑΘ 454/03 ΕλλΔνη 45, 230). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. παρ. 5, 10 και 15 Ν. 1264/82, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ’ αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παράγραφο 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά την διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους, περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 455/04 ΝΟΜΟΣ). Και ναι μεν η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι, όπως προαναφέρθηκε, περιοριστική και έτσι δεν επιτρέπεται αυτή για λόγους άλλους που δεν προβλέπει η παραπάνω διάταξη, ούτε με διεύρυνσή τους με την μέθοδο της αναλογίας, πλην όμως, η επίκληση της προστασίας των άρθρων 14 και 15 Ν. 1264/82 και η άσκηση αξιώσεων που προϋποθέτουν την ακυρότητα της απολύσεως, όπως αυτή για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική, όταν το συνδικαλιστικό στέλεχος με κακόβουλη συμπεριφορά του, εξερχομένη των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 1264/82, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, έχει κλονίσει κατ’ αντικειμενική κρίση, σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσεως εργασίας στο μέλλον. Αυτό δε, μπορεί να συμβεί και με την διάπραξη εις βάρος του εργοδότη, και αν αυτός είναι προσωπική εταιρία, εις βάρος των μελών της, ποινικών αδικημάτων, μη προβλεπόμενων από τον νόμο ως λόγων καταγγελίας, μείζονος ή και ίσης ηθικής και κοινωνικής απαξίας με αυτά που προβλέπονται. Γιατί, ναι μεν οι πιo πάνω διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση των σχέσεών του με αυτόν, πλην όμως, αν επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Η διαπίστωση δε της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, η οποία μπορεί να θεμελιωθεί και σε συμπεριφορά που εκδηλώνεται κατά την διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 Ν. 1264/82, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απολύσεως του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των Πολιτικών Δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής για καταβολή αποδοχών υπερημερίας (ΑΠ 443/16 ΝΟΜΟΣ. AΠ 424/16 ΝΟΜΟΣ = ΑΠ 860/15 ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 84/10 ΔΕΝ 2010, 996. ΑΠ 364/07 ΔΕΝ 2007, 751. ΑΠ 706/06 ΔΕΝ 2006, 1549. ΑΠ 1102/01 ΝΟΜΟΣ. ΜΕφΘεσ 2482/17 ΝΟΜΟΣ. ΕφΠειρ 398/16 ΝΟΜΟΣ. ΕφΑΘ 5888/04 Αρμ 2005, 901. ΕφΠατρ 1157/03 ΔΕΕ 2004, 1196. ΕφΑΘ 388/95 ΔΕΝ 1996, 1309. ΕφΠειρ 70/1989 ΔΕΝ 1989, 670 = ΝΟΜΟΣ = ΕΕργΔ 1989, 675. ΕφΑΘ 1626/12 ΝΟΜΟΣ. ΜΠρΑΘ 1434/16 ΝΟΜΟΣ. Γ. Λεβέντης, Συλλογικό εργατικό δίκαιο, 2η έκδ., 2007, σελ. 309-311. Ι. Ληξουριώτης, Συλλογικές εργασιακές σχέσεις, 2η έκδ., 2015, σελ. 119-120).

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

ΠολΠρΑθ 109/18: Συμφωνία εξυγίανσης επιχείρησης. Αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης επιχείρησης με αντικείμενο τη μεταβίβαση της επιχείρησης


Πολ.Πρ.Αθ. 109/18: Συμφωνία εξυγίανσης επιχείρησης. Αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης επιχείρησης με αντικείμενο τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Πιθανολογείται εν προκειμένω, η βιωσιμότητα της επιχείρησης που θα ασκείται πλέον από νέο φορέα.  Ρύθμιση κεφαλαίου απαίτησης του Δημοσίου από την αποκτώσα εταιρία. Μεταβίβαση των απαιτήσεων ανέγγυων πιστωτών με διαγραφή τμήματος της οφειλής. Εν κατακλείδι,προκειμένου να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αιτούσας εταιρίας, υπό άλλο φορέα, από την οποία προσφέρεται εργασία σε εκατόν πενήντα δύο (152) άτομα και δεδομένου ότι έχει ήδη επιτευχθεί η συμφωνία εξυγίανσης, το Δικαστήριο προβλέπει ότι υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες επιτυχίας της προτεινόμενης εξυγίανσης, καθώς και ότι η επικύρωσή της δεν παραβλάπτει τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών.



ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 109/2018

Πρόεδρος: Ν. Αστέρης
Εισηγητές: Σπ. Καποδίστριας


[...] Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί παραδεκτά, σύμφωνα με τις επιταγές των διατάξεων των αρ. 103 παρ. 7 και 104 παρ. 3 ΠτΚ, δεδομένου ότι συνοδεύεται από: ... γ) αντίγραφο της καρτέλας των στοιχείων οφειλών της αιτούσας προς το Ελληνικό Δημόσιο, εξαχθείσα, κατά την ημερομηνία της 18ης.06.2017, από τον διαδικτυακό τόπο taxisnet, που τηρεί η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία επαρκεί, κατά τη γνώμη του παρόντος Δικαστηρίου, για τον προσδιορισμό των χρεών της αιτούσας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και για την ικανοποίηση της προϋποθέσεως του αρ. 104 παρ. 2 περ. γ΄ ΠτΚ, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της κυρίως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.» (βλ. και ΕφΑθ 2061/2016 ΕΕμπΔ 2016, 925, με παρατηρήσεις Αλ. Ρόκα). Στο σημείο αυτό, επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός της κυρίως παρεμβαίνουσας εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.», περί του ότι η κρινόμενη αίτηση δεν συνοδεύεται, ως έδει, σύμφωνα και με την ρητή επιταγή του αρ. 104 παρ. 3 περ. β΄ ΠτΚ, από τα πλέον πρόσφατα οικονομικά στοιχεία της αιτούσας, καθώς δεν επισυνάπτονται σε αυτήν (αίτηση) οι εγκεκριμένες και δημοσιευμένες οικονομικές της καταστάσεις για τη χρήση από την 01η.01.2016 έως και την 31η.12.2016, αλλά αντιθέτως προσκομίζονται οι οικονομικές της καταστάσεις για την εταιρική χρήση της περιόδου από την 01η.01.2015 έως και την 31η.12.2015, στις οποίες δεν αποτυπώνεται, όμως, η υφιστάμενη οικονομική της κατάσταση, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως, δια της καταθέσεως του δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου κατά την ημερομηνία της 28ης.06.2017, δεν είχε παρέλθει τόσο το απώτατο χρονικό σημείο, το οποίο τάσσεται από το Νόμο, για την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της, που ορίζεται ως η δέκατη (10η) ημερολογιακή ημέρα του ένατου μήνα μετά τη λήξη της εταιρικής χρήσεως (βλ. αρ. 25 εδ. α΄ του κ.ν. 2190/1920, ως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 1 του ν. 4403/2016 - Φ.Ε.Κ. Α΄ 125/07.07.2016), όσο και η νομίμως προβλεπόμενη προθεσμία για τη δημοσίευσή τους στο ΓΕ.Μ.Η., ήτοι η προθεσμία των είκοσι (20) ημερών από της εγκρίσεως των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων της αιτούσας από την τακτική γενική της συνέλευση (βλ. αρ. 43β παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920, ως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 2 του ν. 4403/2016). Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, η καταληκτική ημερομηνία για την έγκριση από τη Γενική Συνέλευση της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας των οικονομικών της καταστάσεων, για την εταιρική χρήση της περιόδου από την 01η.01.2016 έως και την 31η.12.2016, ήταν η 10η.09.2017, ενώ η δημοσίευση τους στο ΓΕ.Μ.Η. θα έπρεπε να έχει λάβει χώρα έως και την 30η.09.2017. Ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως (28.06.2017), η υποχρέωση της αιτούσας, περί συνυποβολής των δημοσιευμένων και εγκεκριμένων οικονομικών καταστάσεών της, αφορούσε στις ήδη προσκομισθείσες με την αίτηση καταστάσεις της αμέσως προηγούμενης εταιρικής χρήσεώς της, ήτοι της περιόδου από την 01η.01.2015 έως και την 31η.12.2015, που ήταν και η τελευταία χρήση, για την οποία αυτές ήταν διαθέσιμες, κατ’ εκείνο το χρονικό σημείο, και όχι στις καταστάσεις της εταιρικής χρήσεως του 2016, για τις οποίες δεν είχε παρέλθει η κατά τα ως αναφερόμενη νόμιμη προθεσμία εγκρίσεως και δημοσιεύσεώς τους (ΕφΑθ 2061/2016 ΕΕμπΔ 2016, 925, με παρατηρήσεις Αλ. Ρόκα).
[...] Ο παρεμβαίνων ζητεί να κριθούν αμφότερες οι απαιτήσεις του κατά της αιτούσας, ως εργατικές, να καταταγούν ως προνομιακές τοιαύτες, ικανοποιούμενες μαζί με τις λοιπές απαιτήσεις των λοιπών εργαζομένων της από τη νέα εταιρία και να συμπεριληφθούν στον σχετικό πίνακα οφειλών της νέας εταιρίας για αποζημιώσεις προς τους εργαζόμενούς της, κατά το χρηματικό ποσό που περιγράφεται στα δικόγραφα των ασκηθεισών [...] αγωγών του, ή καθ’ όποιο ποσό συμφωνηθεί ότι του οφείλει η αιτούσα εταιρία, μετά από σχετικό συμβιβασμό, ή του επιδικασθεί με τις εκδοθησόμενες αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου επί των ασκηθεισών αγωγών του. [...] Διώκεται, δηλαδή, η διόρθωση της συνταγείσης καταστάσεως των πιστωτών της αιτούσας και συνακόλουθα η, συνεπεία αυτής της διορθώσεως, τροποποίηση της συναφθείσης συμφωνίας εξυγιάνσεως, ως προς το ύψος και τους όρους αποπληρωμής των καταβλητέων οφειλών της αιτούσας, έναντι αυτού. Το ανωτέρω, ωστόσο, αίτημα της κρινόμενης κυρίας παρεμβάσεως, περί τροποποιήσεως της καταστάσεως των πιστωτών της αιτούσας, ως προς το ύψος και την αιτία των οφειλών της, και εντεύθεν ρυθμίσεως των όρων αποπληρωμής των υποχρεώσεών της και του υποχρέου προς καταβολή τους, κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που διαλαμβάνεται στην υπό επικύρωση συμφωνία εξυγίανσης, τυγχάνει νόμω αβάσιμο, δοθέντος ότι στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, το Δικαστήριο δε δύναται να προβεί σε διάγνωση των αμφισβητούμενων ή μη απαιτήσεων των πιστωτών της αιτούσας, ούτε να επέμβει μονομερώς στη συμφωνία εξυγίανσης, που έχουν συνάψει τα συμβαλλόμενα μέρη και να τροποποιήσει ή να επικυρώσει μερικώς αυτήν, αλλά αντιθέτως μπορεί μόνον είτε να επικυρώσει τη συμφωνία εξυγίανσης, ως έχει, είτε να απορρίψει την αίτηση, είτε, τέλος, εφόσον, κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της ορθότητας της καταστάσεως των πιστωτών της αιτούσας ως προς την ύπαρξη και το ύψος των απαιτήσεών τους, διαπιστώσει ορισμένη ανακρίβεια, δύναται, αντί να απορρίψει την αίτηση, να τάξει προθεσμία, με μη οριστική απόφασή του, για την παροχή διευκρινίσεων ή την τροποποίηση της συμφωνίας εξυγίανσης, επί τη βάσει μίας διορθωμένης καταστάσεως πιστωτών, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 106β παρ. 5 ΠτΚ (βλ. Ευ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδοση, § 12Α, σ. 82, Αλ. Ρόκα, Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων, 2η έκδοση, σ. 185, τον ίδιο, παρατηρήσεις υπό την ΠΠρΑθ 8/2017, ΕΕμπΔ 2017, 172). Το ίδιο, όμως, αίτημα της κρινόμενης κυρίας παρεμβάσεως, εκτιμώμενο από το παρόν Δικαστήριο ως αίτημα μεταρρυθμίσεως των όρων της υπό επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης από τους συμβαλλομένους σε αυτήν – και όχι από το Δικαστήριο –, επί τη βάσει μίας διορθωμένης καταστάσεως πιστωτών, εφόσον προκύψει ότι έχουν εμφιλοχωρήσει ανακρίβειες σε αυτήν, τυγχάνει νόμω βάσιμο, ως ερειδόμενο στη διάταξη του αρ. 106β παρ. 5 ΠτΚ.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Απόλυση εργαζομένης η οποία υποβαλλόταν σε τεχνητή γονιμοποίηση (ΔΕΕ С – 506/06)

Άκυρη η απόλυση εργαζόμενης που υποβλήθηκε σε επέμβαση τεχνητής γονιμοποίησης. Η διαδικασία της τεχνητής γονιμοποίησης δεν συνιστά έναρξη κυήσεως κατά το στάδιο όπου το ωάριο της γυναίκας έχει γονιμοποιηθεί από σπερματοζωάριο, όμως η εμφύτευσή του στην μήτρα της δεν έχει πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, σύμφωνα με την αρχή προστασίας των εργαζομένων κατά την διαδικασία υποβολής τους σε ιατρική θεραπεία και την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, η τεχνητή γονιμοποίηση είναι άξια ισοδύναμης προστασίας με την ιατρική θεραπεία.
Δείτε την απόφαση εδώ

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

ΜονΕφΠατρών 279/2018 : Αοριστία αγωγής - Παράνομη βλάβη της υγείας ή του σώματος -Αγωγή για επιδίκαση δαπάνης μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης - Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα έφεσης – Αντέφεση

Ο παθών παράνομη βλάβη της υγείας ή του σώματος μπορεί να επιδιώξει τη δαπάνη εκτέλεσης μίας επιβαλλόμενης κοσμητικής ή πλαστικής εγχείρησης. Δεν απαιτείται οπωσδήποτε εκτέλεση της εγχείρησης, αλλά αρκεί η πρόθεσή του να υποβληθεί σε μία τέτοια επέμβαση. Για την πληρότητα όμως της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής κατά τρόπο σαφή η ασκούμενη επί μέρους αξίωση κατά ποσό και είδος. Προκειμένου περί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση δαπάνης μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης πρέπει να εκτίθεται η αμοιβή του χειρουργού ιατρού, του αναισθησιολόγου, τα έξοδα του χειρουργείου, η δαπάνη παραμονής στην κλινική και η διάρκεια αυτής. Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια. Επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι αβάσιμη κατά το νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία, ολικά ή κατά ένα μέρος, το δευτεροβάθμιο δίκαιο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις άνω ελλείψεις και να την απορρίψει ως αόριστη ή ως αβάσιμη κατά νόμο κ.λπ., αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της έστω και για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι’ αυτόν, χωρίς αντέφεση του ενάγοντα.

Αριθμός 279/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαϊωάννου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο Εφετών, και από τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΗΣ: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ» που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ ..., η οποία εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΚΚ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ... και 2) ..., κατοίκων Τ/Κ Κάρδαμα Δ/Ε Αμαλιάδας Δήμου Ήλιδας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΑΤ, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Οι εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας την από 24.11.2014 και με αριθ. εκθ. καταθ. 957/ΕΜ/281/14 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 63/2016 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δίκασε αντιμωλία και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, με την από 28.11.2016 και με αριθ. εκθ.καταθ. 49/2016 και προσδ. 412/2016 έφεση, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόρος των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως προαναφέρθηκε, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσης κατά της υπ'αριθμ. 63/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και εμπροθέσμως, εφόσον προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται ότι το πρωτότυπο του δικογράφου κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτόδικου δικαστηρίου στις 8.12.2016 και η εκκαλουμένη κοινοποιήθηκε στις 22.11.2016 (βλ. επισημείωση της Δικαστικής Επιμελήτριας  στο  Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, ..., επί του επιδοθέντος επισήμου αντιγράφου της ως άνω εκκαλουμένης αποφάσεως, που προσκομίζει με επίκληση η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα), (άρθρ. 511, 513 παρ. 1, 518 παρ.1 και 614.6Κ.Πολ.Δ). Επομένως, η έφεση η οποία αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ίδια διαδικασία που εφάρμοσε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφόσον για το παραδεκτό αυτής (εφέσεως) έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα παράβολο, συνολικού ποσού διακοσίων (200) ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 495 του Κ.Πολ.Δ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν.4055/6-7-2012, με έναρξη ισχύος από 2.4.2012 (βλ. υπ' αριθμ. 0686176 παράβολο Δημοσίου).
Κατά το άρθρο 216.1 Κ.Πολ.Δ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 177, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται όλα τα παραπάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται ασαφώς ή ελλιπώς, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά το δικόγραφο αυτής αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο αυτού. Το  απαράδεκτο αυτό ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι αποτελεί ζήτημα αναγόμενο στην τήρηση της προδικασίας, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, αλλά ούτε και με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 187/2006 Δ 2006.907, ΑΠ 252/2006 Δ 2006.1066). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη της αδικοπραξίας και την απ' αυτή υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση του παθόντος απαιτείται: α) επέλευση ζημίας και τα στοιχεία που την προσδιορίζουν ως θετική ή αποθετική, β) η ζημία αυτή να επήλθε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (330ΑΚ), γ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού όταν δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και δ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1067/2009 δημ. Νόμος). Από τις διατάξεις των άρθρων 928 και 298 Α.Κ. προκύπτει ότι η αποζημίωση εκείνου που έπαθε παράνομη βλάβη της υγείας του ή του σώματος του περιλαμβάνει και τη μελλοντική ζημία αυτού. Η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, δεν είναι μόνο αποθετική ή διαφυγόν κέρδος λόγω της ανικανότητας του για εργασία με συνέπεια τον μερικό ή πλήρη περιορισμό των εισοδημάτων του αλλά μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία, όπως στην περίπτωση που ο παθών πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προς ολοκλήρωση της αποθεραπείας του (ιδιαίτερα στα κατάγματα   και   στην πλαστική χειρουργική αποκατάσταση του σώματός του). Αποκαθίσταται δε η εν λόγω ζημία, εφόσον η επέλευση της είναι βέβαιη και η έκταση της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχομένη και υποθετική (ΕφΘεσ 949/2000 Αρμ. 2001.324, ΕφΔωδ107/1997 ΕπΣυγκΔ 1997.558, ΕφΑθ 331/1991 ΕΣυγκΔ 1994.387). Την επιδίκαση της σχετικής δαπάνης μπορεί να ζητήσει ο παθών και πριν από την πραγματοποίηση της, ήδη αμέσως μετά την προσβολή του σώματος ή της υγείας του (ΕφΑΘ 4754/1995 ΕΣυγκΔ. 1996.547). Κατά συνέπεια μπορεί να επιδιώξει ο παθών τη δαπάνη εκτέλεσης μίας επιβαλλόμενης κοσμητικής ή πλαστικής εγχείρησης, όπως είναι η διόρθωση ουλών στο πρόσωπο. Δεν απαιτείται η οπωσδήποτε εκτέλεση της εγχείρησης, αλλά αρκεί η πρόθεση του να υποβληθεί σε μία τέτοια επέμβαση. Για την πληρότητα όμως της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής κατά τρόπο σαφή η ασκούμενη επί μέρους αξίωση κατά ποσό και είδος. Ειδικότερα προκειμένου περί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση δαπάνης μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης πρέπει να εκτίθεται η αμοιβή του χειρουργού ιατρού, του αναισθησιολόγου, τα έξοδα του χειρουργείου, η δαπάνη παραμονής στην κλινική και η διάρκεια αυτής. Αν η αναφορά αυτή δεν συγκεντρώνει την απαιτούμενη κατά νόμο επάρκεια δημιουργείται αοριστία, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με παραπομπή σε έγγραφα (ΕφΛαρ. 305/2007 δημ. στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ).

ΤρΕφΠατρών 15/18 : Αυτοκινητικό ατύχημα - Φθορές αυτοκινήτου εταιρίας leasing. Πρόκληση φθορών και βλαβών σε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας εταιρίας Leasing από τροχαίο ατύχημα - Αξίωση αποζημίωσης - Ενεργητική νομιμοποίηση - Δικαιούται να απαιτήσει την αποζημίωση, ο δυνάμει της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, κάτοχος - μισθωτής του αυτοκινήτου, ο οποίος και φέρει τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής, απώλειας ή βλάβης του πράγματος.

ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 15/2018

Δικαστής : Γ. Αλεξόπουλος, Πρόεδρος Εφετών
Εισηγητής : Η. Σταυρόπουλος, Εφέτης

Εισάγονται προς εκδίκαση δύο εφέσεις (με αριθ. κατ. .../2010 και .../2011) κατά της υπ α­ριθ. .../2010 οριστικής απόφασης του Μονομε­λούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί αντίθετων αγωγών (των με αριθ. κατ. .../2009, .../ 2010), που συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αυτο­κινητικών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η δεύτερη. Οι ως άνω εφέσεις, που λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους πρέπει να συνεκδικαστοόν, έχουν α­σκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού τούτο δεν αμφισβητείται από τους εφεσίβλητους και δεν συνάγεται το αντίθετο από τα έγγραφα της δικο­γραφίας. Πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δε­κτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ ουσία.
Ο ενάγων ... εξέθεσε με την υπό κρίση αγωγή του ότι ο ..., οδηγώντας το ασφαλισμένο για τις ζημίες, που προξενούνται σε τρίτους στην ασφα­λιστική εταιρεία Α.** Α.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησί­ας της Π.** BEST LEASING, προκάλεσε από υπαιτιότητά του φθορές και βλάβες στο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που εκείνη τη στιγμή το είχε πα­ραχωρήσει και το οδηγούσε ο αδερφός του ..., κατά τη σύγκρουση των οχημάτων τους, που έγινε κάτω από τις συνθήκες, που αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησε δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρο, το πο­σό των 23.812,34 ευρώ ως αποζημίωση και χρημα­τική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νό­μιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η ενάγουσα Α.Η.** Α.Τ.Ε.Ε. εξέθεσε με την υπό κρίση αγωγή της ότι ο ..., οδηγώντας το ασφαλι­σμένο για τις ζημίες, που προξενούνται σε τρίτους στην ασφαλιστική εταιρεία Ε.Π.** Α.Ε.Γ.Α. αυτο­κίνητο, ιδιοκτησίας του αδελφού του ..., που εκείνη τη στιγμή του το είχε παραχωρήσει και το οδη­γούσε ο ίδιος, προκάλεσε από υπαιτιότητά του φθορές και βλάβες στο αυτοκίνητο, που νόμιμα κατέχει με χρηματοδοτική μίσθωση από την Π.** BEST LEASING, κατά τη σύγκρουση των οχημά­των τους, που έγινε κάτω από τις συνθήκες, που αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησε δε, να υποχρε­ωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρο, το ποσό των 6.352,95 ευρώ ως απο­ζημίωση με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (...).
Αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης (lea­sing), κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1665/1986, μπορεί μεταξύ άλλων να αποτελέσει και το αυτοκίνητο. Στη χρηματοδοτική αυτή μίσθωση, ο μισθωτής αναλαμβάνει με τη σύμβαση τον κίνδυ­νο της τυχαίας καταστροφής, απώλειας ή βλάβης του πράγματος. Αυτό σημαίνει ότι στις περιπτώ­σεις αυτές είναι υποχρεωμένος να αντικαταστήσει το μίσθιο πράγμα με άλλο ίσης αξίας ή να το επι­διορθώσει με δικά του έξοδα. Η νομική θέση του μισθωτή μοιάζει με τη θέση του αγοραστή, που έ­χει αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος. Ε­νόψει της νομικής αυτής θέσης του μισθωτή, πρέ­πει να γίνει δεκτό, ότι σε περίπτωση ολικής καταστροφής του πράγματος, για την οποία ευθύνεται τρίτος, τη σχετική αξίωση αποζημίωσης έχει όχι ο εκμισθωτής του αυτοκινήτου, ο οποίος διατηρεί απλώς την ιδιότητα του κυρίου, αλλά ο μισθωτής, ο οποίος από πλευράς υποχρεώσεων και δικαιω­μάτων χαρακτηρίζεται ως κάτοχος κατά την έν­νοια του άρθρου 4 ν. ΓπΝ/1911. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση επισκευάσιμης ζημίας. Δηλαδή τη δαπάνη αποκατάστασης αυτής ως και την αποζη­μίωση για την μείωση της εμπορικής αξίας του πράγματος (αυτοκινήτου), δικαιούται να απαιτή­σει, από το ζημιώσαντα τρίτο, ο μισθωτής (ΑΠ 1661/2007 στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου) ... (παρατίθενται στη συνέχεια οι συνθήκες του ατυ­χήματος και η με βάση αυτές κρίση περί της υπαι­τιότητας, που δεν αφορούν το ενδιαφέρον ζήτημα της αποφάσεως για το οποίο γίνεται ο παρακάτω σχολιασμός της). (...). Περαιτέρω, όσον αφορά την παραδοχή της άλλης αγωγής (της ενάγουσας Α.Η.** Α.Τ.Ε.Ε.) και στα πλαίσια του μεταβιβα­στικού αποτελέσματος των εφέσεων, σχετικά με τη μείωση της αξίας του αυτοκινήτου της ενάγουσας, που οδηγούσε ο ..., προέκυψε ότι αυτό ήταν μάρ­κας OPEL ASTRA 1.4 Essentia, έτους πρώτης κυ­κλοφορίας τον Ιούλιο του 2007, είχε αγοραστική αξία πριν το ατύχημα, λαμβανομένης υπόψη της χρήσης για την οποία προοριζόταν ως επιβατηγό ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο εκμίσθωσης και του ότι διατηρούταν σε καλή κατάσταση, 10.000 ευρώ. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ζημία, που υπέστη από το επίδικο ατύχημα ήταν μικρής έ­κτασης, για την οποία απαιτήθηκαν δαπάνες α­ποκατάστασης - επισκευής 4.406,95 ευρώ με την τοποθέτηση καινούργιων ανταλλακτικών, χωρίς βλάβη των μηχανικών μερών του, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν αμφισβη­τείται από τους αντίδικους εκκαλούντες (ως προς την έκταση και το ύψος της ζημίας), υπέστη μείω­ση της αξίας του, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ. Το εν λόγω ποσό δικαιούται να απαιτή­σει, η δυνάμει της ως άνω σύμβασης χρηματοδο­τικής μίσθωσης, κάτοχος αυτού, Α.Η.** Α.Τ.Ε.Ε, ως φέρουσα τον κίνδυνο της τυχαίας καταστρο­φής, απώλειας ή βλάβης του πράγματος, σύμφω­να με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη (...).