Όταν η καθοριζόμενη με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων για κάθε κατά περίπτωση ενέργεια ελάχιστη αμοιβή είναι μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζεται με βάση την ΚΥΑ 1146/1117864/2297/Α0012/2007 τότε οφείλεται η μεγαλύτερη αυτή αμοιβή. Όταν όμως είναι μικρότερη, τότε οφείλεται η καθοριζόμενη με βάση την ΚΥΑ μεγαλύτερη ελάχιστη αμοιβή, διότι θα ήσαν άνισο οι δικηγόροι να αμείβονται με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα των Δικηγόρων και να φορολογούνται για μεγαλύτερο εισόδημα. Συνεπώς, σε περίπτωση αναθέσεως από μέρους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ εντολής σε δικηγόρο να ενεργήσει για λογαριασμό του ενώπιον δικαστηρίου, υποχρεούνται αυτά, υπό την ισχύ της ως άνω ΚΥΑ, να καταβάλουν στον εν λόγω δικηγόρο την αντίστοιχη αμοιβή που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτής, εφόσον αυτή υπερβαίνει το ελάχιστο όριο αμοιβής, που προβλέπεται στον Κώδικα περί Δικηγόρων. Τα ανωτέρω, εξάλλου, ισχύουν και ως προς τους δικηγόρους, που ενεργούν ως εντολοδόχοι του ΙΚΑ σύμφωνα με την παρ. 6 της ΚΥΑ 94324/1996 και δεν αμείβονται με πάγια αντιμισθία, αφού ως προς αυτούς δεν γίνεται διάκριση ή εξαίρεση από το ν. 2753/1999, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν την αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου με βάση το πάγιο ελάχιστο όριο, που προβλέπεται στον Κώδικα των Δικηγόρων ακόμη και για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες η αμοιβή ορίζεται απ' αυτόν σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης. Τέλος, οποιαδήποτε συμφωνία περί λήψης από το Δικηγόρο μικρότερης αμοιβής είναι απολύτως άκυρη. Η ανωτέρω ΚΥΑ, εξάλλου, συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ και μετά την πάροδο της διετίας ρητής ισχύος της (1.1.2008 έως 31.12.2009) εφαρμοζόμενη αναλόγως, ελλείψει εκδόσεως νέας ΚΥΑ με την οποία θα αναπροσαρμόζονταν οι σχετικές αμοιβές, ενώ μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3919/2011 οι αμοιβές αυτές μετονομάσθηκαν απλώς σε «νόμιμες αμοιβές» οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν όταν δεν υφίσταται διαφορετική έγκυρη συμφωνία μεταξύ εντολέως και δικηγόρου, κατ' άρθρο 5 παρ. 6 το ν 3919/2011, που τροποποίησε το άρθρο 92 παρ. 12 του Κώδικα περί Δικηγόρων.
ΕΙΔΙΚΗ
Αριθμός 94/2016
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αποτελούμενο από την Ειρηνοδίκη Ελένη Μπίθαρη και τη Γραμματέα Παναγιώτα Τζουβέκα, συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του τις 15-12-2015 για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας: ………, Δικηγόρου Πατρών, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του εναγομένου: Του εδρεύοντος στην Αθήνα Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) που εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου του δικηγόρου ΘΜ.
Η ενάγουσα με την υπό ημερομηνία 5-6-2012 αγωγή της που απηύθυνε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και για όσους λόγους εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ζήτησε να γί-νουν δεκτά τα αιτήματα της.
Για τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 797/2015 πράξη της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου, δικάσιμος η 15η-12-2015 και μετά από αναβολή εκείνη που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ακολούθησε συζήτησε όπως καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91 παρ. 1, 92 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 99 του νδ/τος 3026/1954 «περί του Κωδικός των Δικηγόρων» όπως αυτός ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, του άρθρου 245 παρ. 5 του ν 3086/2002 «περί Οργανικού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάστασης των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του. (ΦΕΚ Α 324), του άρθρου 7 παρ. 2 του ν 2753/1999 (ΦΕΚ Α 249) και των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής αποφάσεως, ειδικότερα δε της 1146/1117864/2297/Α0012/2007 αποφάσεως περί προσδιορισμού των ελαχίστων αμοιβών των Δικηγόρων (ΦΕΚ Β 2422), προκύπτει ότι με τις διατάξεις των ανωτέρων νόμων καθώς και εκείνες της προαναφερόμενης ΚΥΑ δεν καταργήθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, που αφορούν τον καθορισμό του κατωτάτου ορίου, αμοιβής όλων των δικηγόρων, δηλαδή και εκείνων του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ. Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού, των οποίων σκοπός είναι ότι μόνο η προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και η κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, κατισχύουν εκείνων των ως άνω νόμων και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών ΚΥΑ στις σχέσεις των συμβαλλομένων αφού οι διατάξεις αυτών, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου τους και τις οικείες εισηγητικές εκθέσεις, έχουν φορολογικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στη μεταρρύθμιση και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος με την καθιέρωση αντικειμενικής φορολογικής μεταχείρισης των δικηγόρων προς τον σκοπό της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, της μειώσεως των οικονομικών στρεβλώσεων, που προκαλεί η φορολογική διάρθρωση στην κατανομή των πόρων, της αυξήσεως της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμογής της φορολογίας στο ενοποιούμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
